Οι αρνητές της Δημοκρατίας και υποψήφιοι κατάδικοι δεν θα διαταράξουν τη συζήτηση -στην Ολομέλεια image Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται λύσεις με ορίζοντα πολύ πέρα από μια κυβερνητική θητεία -στα Νέα

Η γεωπολιτική κατάσταση στα Βαλκάνια μας παρακινεί σε πρωτοβουλίες-στην Ολομέλεια

Στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε η ΝΔ μίλησε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ξυδάκης.

Θα ήθελα να ξεκινήσω προσκαλώντας τους συναδέλφους Βουλευτές να δούμε τη μεγάλη εικόνα για το Μακεδονικό, το κατ’ εξοχήν δηλαδή ζήτημα το οποίο παρακίνησε την Αξιωματική Αντιπολίτευση να καταθέσει πρόταση δυσπιστίας.

Ένα μείζον θέμα εξωτερικής πολιτικής, συναρτώμενο με τις εξελίξεις στην περιοχή μας και σε όλη την Ευρώπη μετά τις τεκτονικές αλλαγές του 1989-1990 και τον τρομερό πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος διαμέλισε ένα από τα μεγαλύτερα κράτη που έγιναν στη Βαλκανική στους νεότερους χρόνους, με αποτέλεσμα αυτό που έχουμε σήμερα: την πολυσπερμία, το μωσαϊκό και τη δυνητική αστάθεια.

Να δούμε λοιπόν τη μεγάλη εικόνα προτού φτάσουμε στις κορώνες και στις στενές αντιπαραθέσεις, σταθμίζοντας πολύ ψυχρά τα στρατηγικά οφέλη της χώρας, τα συμφέροντά της, τις ισορροπίες και τον ρόλο που μπορεί να παίξει. Αν βλέπουμε ότι ντε φάκτο επί είκοσι επτά χρόνια η Ελλάδα έχει γίνει μέρος ενός διπλωματικού προβλήματος ενώ μπορεί να γίνει ο μοχλός, η δύναμη επίλυσής του, νομίζω ότι αυτό είναι ένα βήμα.

Ντε φάκτο δυσμενής η κατάσταση

Είναι μία ντε φάκτο κατάσταση δυσμενής για μας, διότι όσοι έχουν συμμετάσχει σε διπλωματικές αντιπροσωπεύσεις της χώρας γνωρίζουν πολύ καλά ότι πλην των μεγάλων οργανισμών, του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, σε οποιοδήποτε διεθνές φόρουμ, η ΦΥΡΟΜ φιγουράρει ως «Republic of Macedonia» και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να παζαρέψεις να το αλλάξουν για να παραμείνεις.

Και είναι ατελείωτη σπατάλη διπλωματικού κεφαλαίου, ιδίως σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία η χώρα μας ταλαιπωρήθηκε, κατασυκοφαντήθηκε, χλευάστηκε από λαϊκές φυλλάδες, από ανεύθυνους πολιτικούς της Ευρώπης με τον πιο ιταμό τρόπο και προκάλεσε και αντιδράσεις από εχέφρονες Ευρωπαίους πολιτικούς, να παραμένουμε σε μια επαρχιώτικη εσωστρέφεια, σε μια φοβία και παντελή διπλωματική ακινησία, που δόγμα έχει το «δεν πειράζουμε τίποτε, τα αφήνουμε όπως τα βρήκαμε, να συνεχίσουμε να πορευόμαστε».

Η ίδια η ιστορική συγκυρία μάς έχει επιβάλει κινητικότητα μετά τη χρεοκοπία του 2010 και την απώλεια εθνικής κυριαρχίας στην οποία περιήλθαμε. Η ίδια η γεωπολιτική συγκυρία στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια μάς παρακινεί να πάρουμε πρωτοβουλίες, να αναλάβουμε λελογισμένα ρίσκα και να πάμε μπροστά.

Τα αληθινά Βαλκάνια

Η κατάσταση στα Βαλκάνια δεν είναι αυτή που νομίζουν πάρα πολλοί Συνέλληνές μας, πληγωμένοι από τη μεγάλη ύφεση, πληγωμένοι από τον πόνο στο νοικοκυριό τους και στην εργασία τους.

Τα Βαλκάνια για όσους γνωρίζουν και πολλοί από εσάς -όλοι ελπίζω- διαβάζετε και τον ξένο και τον ελληνικό Τύπο, είναι σε μια κατάσταση στην οποία εξακολουθούν ισχυρότατες μοχλεύσεις από πολλές ξένες δυνάμεις είτε με χρήματα, είτε δίκτυα, είτε με σουνιτοποίηση, είτε με χρηματοδότηση τζαμιών, είτε με δίκτυα σαλαφιστών. Όλοι παίζουν στα Βαλκάνια. Μόνο η Ελλάδα δεν παίζει. Έπαιζε για ένα διάστημα μετά την άρση του εμπάργκο. Ειρηνικά έκανε μια οικονομική, ας πούμε, ισχυρή παρουσία. Επηρέασε και το ΑΕΠ και τις ξένες επενδύσεις σε σειρά χωρών. Δεν είμαστε στην ίδια φάση εξάπλωσης. Είμαστε τώρα σε μια φάση περιστολής, αλλά εξακολουθεί η χώρα μας να είναι μια ηγεμονική πολιτιστικά δύναμη, σεβαστή, με μακράν το μεγαλύτερο ΑΕΠ, με απείρως μεγαλύτερη πολιτική και στρατιωτική ισχύ και πάντα σεβαστή.

Η πολλαπλή μόχλευση των Βαλκανίων που περιέγραψα δεν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδος, προς το συμφέρον της σταθερότητας, δεν είναι προς το συμφέρον της καλής γειτονίας και της συνοδοιπορίας με τους γείτονες.

Σας θυμίζω ότι το 1987 στη μεγάλη ελληνοτουρκική κρίση, ο Ανδρέας Παπανδρέου προσέτρεξε σε δύο γείτονες για να αντιμετωπίσει την τουρκική πίεση, στους τότε επικεφαλής Βουλγαρίας και Συρίας.

Ας έρθουμε στα πρόσφατα. Έχουμε ακόμη μια διένεξη με την Αλβανία για την ΑΟΖ και τα νεκροταφεία των Ελλήνων πεσόντων. Γνωρίζει εδώ η πρώην Υπουργός κυρία Μπακογιάννη, που χειρίστηκε τα θέματα, ότι συμφωνήσαμε για την ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ, συναινέσαμε και συμφωνήσαμε για να πάρει κι ένα στάτους ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Αλβανία το 2008 και το 2009. Και το αντάλλαγμα θα ήταν η συνομολόγηση της ΑΟΖ, την οποία πήραμε από την αλβανική κυβέρνηση. Και σε έναν χρόνο μέσα είχε καταπέσει με έωλη επιχειρηματολογία. Προσφάτως μάλιστα απεδείχθη πόσο έωλη ήταν.

Αυτό που δεν γνωρίζαμε αλλά ομολογήθηκε από τους ίδιους τους ηγέτες της, είναι ότι η αλβανική κυβέρνηση προκάλεσε αλλά και υπέστη πολλαπλές μοχλεύσεις από άλλες ξένες χώρες για να μην κρατήσει τον λόγο τον οποίο έδωσε.

Θέλω να πω ότι στη διπλωματία και μάλιστα στη διπλωματία με τις όμορες χώρες και στα Βαλκάνια με το ποικίλο και κινδυνώδες και ρευστό μωσαϊκό της ιστορίας, των μνημών, των εθνοτήτων, των φυλών δεν είναι εύκολο να κερδίσεις κάτι χωρίς επιμονή, χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς μεγάλη πολιτική υπομονή.

Μακροπρόθεσμα στρατηγικά συμφέροντα

Στην περίπτωση των Σκοπίων έχουν γίνει πολλές προσπάθειες. Από το 1991 – 1992 έγιναν πάρα πολλές προσπάθειες. Απελευθερώθη το θυμικό του λαού μας. Ευεξήγητο, δεν θα το κρίνουμε τώρα. Σεβόμαστε και το συναίσθημα και τα πατριωτικά αισθήματα όλων. Όμως, μετά από είκοσι επτά χρόνια πρέπει με ψυχρό αίμα να σταθμίσουμε και τα παρόντα και τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας. Αυτά οδηγούν προς μία αναγνώριση της γειτονικής χώρας με τους όρους του δικού μας πακέτου εθνικής λύσεως ώστε να προχωρήσουμε μπροστά.

Η Αριστερά είναι πολύ σαφής στο θέμα του Μακεδονικού από τη δεκαετία του ’90, όταν ανέκυψε το θέμα. Ήταν σαφής, είχε πολιτικό κόστος. Δεν ήταν εκατό τοις εκατό συμπαγής. Υπήρχαν και άνθρωποι που έλεγαν τη γνώμη τους, αλλά αυτή είναι η ουσία μιας παράταξης του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότης είναι ιδεολογικά και πολιτικά και στρατηγικά συνεπής προς αυτά τα οποία πρεσβεύει και τα οποία μας επιτάσσει και η συγκυρία.

Στη συντηρητική παράταξη δεν έχουμε την ίδια συνέπεια. Ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης το 2007 και το 2008 σε δηλώσεις του στο περίφημο ΤΗΛΕΑΣΤΥ του κ. Καρατζαφέρη κατηγορούσε την κ. Μπακογιάννη ως επικίνδυνη. Και η κ. Μπακογιάννη στην πρωινή της ομιλία ήταν πολύ σαφής. Είπε ότι το 2008 επιχειρήθηκε μια ευρεία πολιτική συναίνεση, για να φθάσουμε στο Βουκουρέστι και να συμπηχθεί η λεγόμενη έκτοτε «εθνική λύση», στην οποία συναίνεσαν όλα τα κόμματα εντός Κοινοβουλίου και διαφώνησε το ακραίο ΛΑΟΣ.

Τα δύο επιφανέστερα στελέχη του ΛΑΟΣ, ο κ. Γεωργιάδης και ο κ. Βορίδης κοσμούν την ελληνική Βουλή και κατευθύνουν τις τύχες της συντηρητικής παράταξης. Αυτή είναι η κατάσταση. Οι υβριστές του Κωνσταντίνου Καραμανλή και της Ντόρας Μπακογιάννη, οι υβριστές της οικογένειας Μητσοτάκη -παρούσα η οικογένεια με δύο στελέχη της στην ηγεσία του συντηρητικού κόμματος- είναι παρόντες και δίνουν γραμμή. Αυτοί είναι.

Δεν υπερασπίζεται κανείς τον Κώστα Καραμανλή προσωπικά, δεν υπερασπίζεται κανείς την κ. Μπακογιάννη. Υπερασπιζόμεθα το δικαίωμα να θυμόμαστε, να κρίνουμε και να συλλογιόμαστε ελεύθερα και αμερόληπτα.

Ο εθνικοσοσιαλιστής δεν είναι πατριώτης

Θα τελειώσω με δύο σχόλια: Το ένα είναι για το ευρωπαϊκό σκότος που απειλεί τη Δημοκρατία και επιμολύνει και τον ευρωπαϊκό Νότο. Εννοώ τις θεωρίες περί αμιγών χριστιανικών ή φυλετικών κρατών τα οποία εξάγει συστηματικά ο κ. Όρμπαν από την Ουγγαρία και προς τη Γερμανία και προς τον ευρωπαϊκό Νότο. Πρέπει να τα προσέξουμε ως σοβαρό κίνδυνο. Διότι και για τους παρόντες υποψήφιους κατάδικους της εγκληματικής οργάνωσης στη χώρα μας, πίσω από τον εθνικισμό κρύβεται ο εθνικοσοσιαλισμός τους. Πρόκειται περί μίας μετωνυμίας. Ο εθνικιστής μπορεί να είναι πατριώτης. Ο εθνικοσοσιαλιστής ποτέ.

Υπάρχει αυτή τη στιγμή φλερτ με τα «ορφανά» της Χρυσής Αυγής, η οποία δικάζεται και αν καταδικαστεί, οι καταδίκες θα είναι βαρύτατες. Γι’ αυτό τρέμουν μην απολεσθεί η ασυλία. Γι’ αυτό θέλουν να φθάσουν σε εκλογές χωρίς να έχει τελειώσει η δίκη.

Το φλερτ, λοιπόν, με τα ορφανά της βαναυσότητος ή με τους πλανημένους συμπολίτες που νομίζουν ότι η βαναυσότητα και η χυδαιότητα των μπράβων είναι πολιτική απάντηση, θα πρέπει να προβληματίσει όλους τους νουνεχείς ή αυτούς που πιστεύουν ότι η δημοκρατία δεν εκχωρείται έναντι κάποιων ψήφων.

Το δεύτερο σχόλιο αφορά τις  μεγάλες ιστορικές ευθύνες που έχουμε στην παρούσα Βουλή και σε όλα τα Kοινοβούλια του καιρού της μεγάλης κρίσης και της μεγάλης ύφεσης, να υπερασπιστούμε τους δημοκρατικούς θεσμούς και το πολίτευμα.

Η πίεση με κραυγές, προδοσίες, απειλές, κρεμάλες, το συνδαύλισμα αυτού του πληγωμένου αισθήματος ενός λαού που έχει υποφέρει, είναι επικίνδυνο. Παρακαλώ όλους τους συναδέλφους να το αναλογιστούν. Και εάν χρειαστεί, να ανατρέξουν στα ήδη πολλά και καλά βιβλία που έχουν γραφτεί για την πολιτική ιστορία της Ελλάδος του εικοστού αιώνα, για την εποχή του διχασμού, για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα και το 1915 και το 1916 και το 1920 και το 1922 και το 1930 και το 1936 και σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο.

Οι ανταλλαγές κρωγμών δεν είναι πολιτική

Οι ανταλλαγές κρωγμών μεταξύ πολιτικών όντων δεν είναι πολιτική. Είναι αλληλοεξόντωση εχθρών. Δεν είμαστε εχθροί. Εγώ πλην των ακροδεξιών και των μετωνυμικών εθνικοσοσιαλιστών εγκληματιών, δεν αισθάνομαι εχθρός με κανέναν. Μπορεί να αισθάνομαι αντίπαλος, σφοδρός αντίπαλος, ανταγωνιστής, συγκρουόμενος, αλλά με πολιτικά επιχειρήματα, με ορθό λόγο. Ούτε με κραυγές ούτε με χάδια στα κατώτερα ένστικτα των ανθρώπων που μας ακούν. Αξίζουν πολύ καλύτερο λόγο, πολύ καλύτερη ποιότητα λόγου, πολύ καλύτερα επιχειρήματα οι συμπολίτες μας και διαρκέστερη λογοδοσία.

Η έκκληση, λοιπόν, προς τους παρόντες και τους απόντες της Αιθούσης, αλλά κυρίως προς τον ελληνικό λαό που μας παρακολουθεί, είναι ότι τα παρόντα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας μας δεν μπορούν να εξαρτηθούν μόνο από πληγωμένα αισθήματα και από δημαγωγούς που ανεβαίνουν σε βαρέλια και προκαλούν τα ένστικτα. Θέλει ευθύνη, θέλει σοβαρότητα, θέλει αγάπη για τον τόπο, θέλει έγνοια για τις νεότερες γενιές. Θέλει όραμα και πραγματισμό.

Αυτά τα οποία πράττουμε εμείς τώρα θα τα εισπράξουν οι επόμενες γενιές και θα μας κρίνουν. Με αυτά τα λόγια πιστεύω ότι και ο απολύτως θεμιτός κοινοβουλευτικός αγώνας της πρότασης δυσπιστίας, της συζήτησης επ’ αυτής για τα πραγματικά ελατήρια, για τα επιχειρήματα και το πώς πορευτούμε, είναι θεμιτός, είναι εδώ, είναι μπροστά μας. Ο καθένας θα κρίνει και η πολιτική ζωή θα συνεχιστεί με τους ίδιους όρους και τις ίδιες απαιτήσεις και μετά την απόρριψη της πρότασης δυσπιστίας.

Ευχαριστώ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.