image Οι αυτάρεσκες υπερ-πλειοψηφίες τέλειωσαν ~ άρθρο στα Νέα Η Ελλάδα δύναμη ειρήνης και σταθερότητας -αυτή είναι η εξωτερική πολιτική της Αριστεράς

Από το 3% στη λύση του Μακεδονικού – Ένα Βλέμμα, στο Έθνος της Κυριακής

Η στερεοτυπική ανάλυση για την πολιτική καταγωγή του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια αναγωγή: η ποσοτική αναγωγή στο 3%. Αυτό το 3% καταγράφεται συγκαταβατικά, συχνά και χλευαστικά. Περιγράφει ένα κόμμα μικρό, χωρίς εκλογικό βάρος, χωρίς μαζική απεύθυνση, χωρίς επιρροή. Χωρίς επιρροή; Αυτό το τελευταίο προπάντων δεν στέκει. Αλλά και το λοιδορούμενο 3% ως επιχείρημα είναι μαχητό: η πολιτική δεν είναι αθροίσεις και αφαιρέσεις, δεν είναι αριθμητική, η πολιτική διεργασία είναι μάλλον μια άλγεβρα, μάλιστα μη γραμμική. Οπως και η κοινωνία άλλωστε.

Εξηγούμαι. Αν ο σημερινός κυβερνητικός, διεθνούς φήμης, και αμφιλεγόμενος για τους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ έχει έναν διακριτό, ανθεκτικό, ανθεκτικότατο πυρήνα, είναι ακριβώς η προίκα του 3% ― ιδεολογική, πολιτική, ανθρωπολογική. Πρόκειται για την παράδοση της πολυρευματικής Ανανεωτικής Αριστεράς, όπως εκδιπλώθηκε μετά το 1968, κυρίως κατά τη Μεταπολίτευση, στους κόλπους του ευρωκουμουνιστικού ΚΚΕ-εσωτ., της Β’ Πανελλαδικής, των Ανένταχτων, του ΚΚΕεσ-ΑΝ.ΑΡ., της ΕΑΡ, του Συνασπισμού (μεγάλου και μικρού), της ΔΗΜΑΡ, αφενός. Μετά το 1991, συνεκβάλλουν στον μικρό ΣΥΝ τα ρεύματα των διαγραμμένων και αποσκιρτησάντων του ΚΚΕ. Και μετά το 2004 ο χείμαρρος εμπλουτίζεται με πολλά ρεύματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και των κινημάτων της αντιπαγκοσμιοποίησης.

Ολα τα ρεύματα προσφέρουν και γονιμοποιούν. Η μεγάλη παράδοση γκραμσιανής στρατηγικής και ρεαλισμού του ιταλικού ΚΚ, του Τολιάτι και του Μπερλινγκουέρ, ό,τι ονομάστηκε τρίτος ή ευρωπαϊκός δρόμος, ενσωματώθηκε από νωρίς στη σκέψη της Ανανεωτικής Αριστεράς, οργανικά, μαζί τις συμβολές του Νίκου Πουλατζά για το κράτος και τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, μαζί με τις συμβολές των σημαντικότερων Ελλήνων ιστορικών για μια αυτογνωσία βαθιά και συχνά οδυνηρά αυτοκριτική. Από αυτό τον χώρο προήλθαν, στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, λίγο-πολύ οι εμβριθέστερες αναλύσεις του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, της μείξης και του ανταγωνισμού των ιδεών, οι αναλύσεις του εγχώριου λαϊκισμού, αλλά και οι έγκαιρες γεωπολιτικές και διπλωματικές αναλύσεις του Μακεδονικού. Ακριβώς αυτές οι αναλύσεις και οι σθεναρές θέσεις για το Μακεδονικό, βασισμένες όχι μόνο σε βαθιά ιστορική γνώση αλλά και σε καίριες αναγνώσεις της διεθνοπολιτικής συγκυρίας, τροφοδότησαν πολιτικά τη συμπαγή κοινοβουλευτική ομάδα των 145 βουλευτών στην πρόσφατη κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την ιδεολογική και πολιτική συνέπεια αυτής της Αριστεράς του 3% στο Μακεδονικό, αλλά και την ανθεκτικότητα της γεωπολιτικής της ανάλυσης από το 1992 και εφεξής.

Πρόκεται για τη διανοητική και πολιτική κληρονομιά των Φίλιππου Ηλιού, Αγγελου Ελεφάντη, Σπύρου Ασδραχά, Νίκου Σβορώνου, μεταξύ άλλων, η οποία βρίσκεται στον αξιακό πυρήνα αρκετών προσώπων της σημερινής κυβερνώσας Αριστεράς, και ενίοτε τροφοδοτεί την πολιτική πρακτική τους και τον λόγο τους.

Σε άλλα πεδία, παρόμοιες ή άλλες κληρονομιές. Στα ανθρώπινα δικαιώματα, η υπαρξιακή παράδοση της Αριστεράς του Μάη ‘68 και της Αριστεράς μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού συναιρείται με την ατζέντα του κοινωνικού φιλελευθερισμού, που εγκαταλείπεται από τη Δεξιά. Στην οικολογία και στη μάχη κατά των ανισοτήτων, ενσωματώνονται οι παραδόσεις των πράσινων κινημάτων και των κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης, όπως εμφανίζονται μετά το Σιάτλ, το Πόρτο Αλέγκρε και τη Γένοβα. Και τα λοιπά.

Τώρα τι λες. Η κυβερνητική εμπειρία, πυκνή και πικρόγλυκη, είναι ποιοτικό άλμα, αλλά αφ’ εαυτής δεν συνιστά ιδεολογική φυσιογνωμία και πολιτικό πρόγραμμα. Το ορφανό πλήθος των μικρομεσαίων, πληγωμένο και αλαλιασμένο από την κρίση, προσέτρεξε στη μοναδική προσφερόμενη Αριστερά, και τώρα, μετά την έξοδο από τα μνημόνια, αναζητά κάτι πιο μακρόπνοο απ’ αυτήν. Εχει το πρόσωπο του ηγέτη. Αναζητά επιπλέον έναν ομογενοποιητικό και συμπαγή λόγο, αναζητά κατεύθυνση, ηγεμονική πλατφόρμα, αυτοαναγνώριση και όρους αναπαραγωγής. Ο Α. Παπανδρέου εξέφρασε τη χαμένη άνοιξη του ‘60, όταν ονόμασε τη μεγάλη πλειοψηφία των αποκάτω και των ανερχόμενων «μη προνομιούχους» και «μικρομεσαίους». Αυτά συνέβησαν το ‘80. Σήμερα είναι πολύ διαφορετικές οι ταξικότητες, οι προσδοκίες, οι ανάγκες, προπάντων οι επισφάλειες και οι αγωνίες. Αυτά καλείται να κατανοήσει και ν’ απαντήσει η ηγεμονική Αριστερά.

Leave a Reply

Your email address will not be published.