image «Κάνω έκκληση και στην αντιπολίτευση να δείξουμε σοβαρότητα στα ελληνοτουρκικά»- Στo Κόντρα TV Στην Ολομέλεια: Ας προσέξει ο κάποτε φιλελεύθερος Κυριάκος Μητσοτάκης πού οδηγείται η σημερινή ΝΔ

Νέο παράδειγμα στην Ευρώπη: οι δημοκρατικές δυνάμεις σε κοινό μέτωπο κατά της ακροδεξιάς – στο Altsantiri.gr

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Ξυδάκης, απαντά στις ερωτήσεις του Γιάννη Βασιλακόπουλου στο Altsantiri.gr.

Tο 2019, έτος πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, μπήκε πολύ «θερμά». Είχαμε, ήδη, δυο μεγάλες κοινοβουλευτικές νίκες του Πρωθυπουργού και της κυβέρνησης συνολικά. Μια για την ψήφο εμπιστοσύνης και μια για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό συνοδεύεται από μια εν εξελίξει αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, από την οποία όμως έχουν προκύψει – και – ακραίες φωνές και πρακτικές. Πώς τοποθετείστε σ’ αυτό κι αν σας ανησυχεί κάτι από αυτόν τον νέο «καμβά»;

H μεταβολή του καμβά άρχισε πολύ νωρίτερα. Ήδη από την αρχή της κρίσης το πολιτικό σύστημα είχε μπει σε φάση περιδίνησης. Άλλωστε μια τέτοια κρίση στο οικονομικό πεδίο δεν μπορεί να μην οδηγήσει κοινωνία και πολιτική σε τεκτονικές αναδιατάξεις.

Στο κλίμα αυτό ήρθε η Συμφωνία των Πρεσπών: Δοκιμάζει την αντοχή του Αncienne Régime και θέτει ζητήματα πολιτικής φυσιογνωμίας των κομμάτων. Λειτουργεί ως καταλύτης διότι φέρνει όλους προ των ευθυνών τους, σε μια περίοδο μάλιστα που στην Ευρώπη εν όψει ευρωεκλογών αναδεικνύεται το θεμελιακό δίπολο: Αφενός το δημοκρατικό τόξο, αφετέρου ο μισαλλόδοξος ακροδεξιός ή και μεταφασιστικός εθνικισμός.

Στην Ελλάδα η Συμφωνία καλεί όλους να αναλάβουν ευθύνες και να τοποθετηθούν σε σχέση με το διεθνή ρόλο της χώρας, να κάνουν την επιλογή ανάμεσα στον κοσμοπολιτισμό, τη δυναμική εξωστρέφεια, από τη μια και στην εσωστρέφεια και την αναδελφοσύνη από την άλλη, το «οίκαδε» του κωνσταντινισμού, που βασίζεται σε φοβικότητες και ατεκμηρίωτες εθνομονομέρειες.

Δυστυχώς και στο θέμα των Πρεσπών η έλλογη έκθεση διπλωματικών επιχειρημάτων και ιστορικής γνώσης σκιάστηκε από την πολιτική καπηλεία του καλώς νοούμενου πατριωτισμού. Κι αυτό με ευθύνη της ΝΔ που χρησιμοποίησε ένα εθνικό θέμα ως όχημα ολικής επαναφοράς στην εξουσία. Αναπόφευκτα ήλθε και η εκμετάλλευση της υπεραντίδρασης από ακραίους εθνικιστές, γραφικούς ή φασίστες. Αυτή η εκμετάλλευση και η υπερδεξιά συσπείρωση της ΝΔ την απομακρύνει αποφασιστικά από τη μεταπολιτευτική παράδοσή της φιλελευθερισμού και διπλωματικού ρεαλισμού. Δυστυχώς, η ΝΔ διολισθαίνει στην ακροδεξιά εθνολαϊκιστική εκδοχή των Σαμαρά, Βορίδη, Γεωργιάδη, η οποία όσον αφορά στον κ. Σαμαρά έφερε τη χώρα στο θέμα της ονομασίας σε αδιέξοδο.

Αναμφίβολα η Συμφωνία των Πρεσπών έχει ιστορικό χαρακτήρα κι αποτύπωμα. Κάθε ιστορικό αποτέλεσμα, όμως φαίνεται να συμπαράγεται με ένα κόστος. Εσείς, το βλέπετε αυτό το κόστος, τουλάχιστον στην έκταση που περιγράφεται κι αν ναι, σας απασχολεί; Και πόσος δρόμος χρειάζεται – και ποια μέσα – για να πειστεί αυτό το κομμάτι της κοινωνίας για τα θετικά εξαγόμενα της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η πολιτική ηγεσία οφείλει να αποφασίζει και να δρα προς το εθνικό συμφέρον, ακόμα κι αν το κόστος είναι υπολογίσιμο. Αυτός είναι ο ρόλος των ηγετών, να λαμβάνουν τα μηνύματα των καιρών, να διαβλέπουν ιστορικές ευκαιρίες και ν’ ανοίγουν τους δρόμους του μέλλοντος, μακριά από κομματικά ωφέλιμες και ευκαιριακές επιλογές. Θεωρώ ότι μετά την καυτή περίοδο που περάσαμε θα πάμε σε μια περίοδο αποδοχής, ψύχραιμης αποτίμησης, εξορθολογισμού της διμερούς σχέσης. Επαφίεται όμως σε όλους μας και ειδικά στους βουλευτές, τους πολιτικούς, και τους δημοσιολογούντες.

Άλλωστε, η εμπέδωση της Συμφωνίας από τους δύο λαούς και τα κράτη θα φέρει και πρακτικά αποτελέσματα. Θα ξεδιπλωθούν άμεσα οι δυνατότητες της στις διμερείς σχέσεις σε όλα τα επίπεδα. Το πνεύμα και τα σημεία των συμβιβασμών απελευθερώνουν δημοκρατικά στοιχεία των δύο κοινωνιών, ανοίγουν δρόμους συνανάπτυξης, φέρνουν πιο κοντά την Ελλάδα στην Κεντρική Ευρώπη, διασφαλίζουν τη σταθερότητα, την ειρήνη και τη συνεργασία.

Καλά νέα μετά από δέκα χρόνια, η αύξηση του κατώτατου μισθού. Αλλά αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις που έχουν βέβαια δώσει λαβές αναξιοπιστίας, το κλίμα φαίνεται να είναι αρνητικό για την κυβέρνηση. Φτάνουν τα θετικά μέτρα που έρχονται για να γυρίσει αυτή η εικόνα;

Δέκα χρόνια κρίσης, ύφεσης, ανεργίας, μεταμόρφωσης του εδραιωμένου για πολλά χρόνια τύπου της πολιτικής ζωής έχουν δημιουργήσει μια διαφορετική κοινωνία και έναν διαφορετικό πολίτη: Κουρασμένο, καχύποπτο, θυμωμένο, που δεν πείθεται και δεν εμπιστεύεται εύκολα. Στο φαντασιακό μας υπάρχει ακόμα η εικόνα του παρελθόντος. Σίγουρα ένα μέτρο πολιτικής και δύο και τρία δεν ανατρέπουν την κατάσταση, δημιουργούν όμως συνθήκες επανεκκίνησης.

Κι εκεί πρέπει να εστιάσουμε, εφαρμόζοντας ένα συνεκτικό σχέδιο για στήριξη δυναμικών ομάδων, για τόνωση της ζήτησης και της υγιούς αγοράς. Για αυτό η αύξηση του κατώτατου μισθού πέρα από τον ισχυρό συμβολισμό, πέρα από το σήμα πίστης στη νέα γενιά που δίνει, διαμορφώνει συνθήκες ανάκαμψης της ζήτησης, ένα κομβικό θέμα για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις. Εκεί δίνουμε έμφαση. Κι εμείς ως βουλευτές προσπαθούμε να συμβάλλουμε. Δηλαδή να στηρίξουμε δράσεις που τρέχει η πολιτεία για την επιχειρηματικότητα, (χρηματοδοτικά εργαλεία, περιορισμός κατά το δυνατό του μη μισθολογικού κόστους, νέα δυναμικά προγράμματα, ΕΣΠΑ). Μαζί με τον κατώτατο όλα τούτα μπορεί να φέρουν την αρχή της άνοιξης.

Με βάση την κοινοβουλευτική σας εμπειρία πώς κρίνετε την σημερινή εικόνα της Βουλής; Θα ήθελα επιπρόσθετα να μου σχολιάσετε, αφ’ ενός τη δεξιά στροφή της ΝΔ, αλλά και την άνετη – όπως φαίνεται – διείσδυση του Αλέξη Τσίπρα στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Το ρωτώ γιατί έρχονται και ευρωεκλογές, με πολλούς κορυφαίους παράγοντες να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για πιθανή ενίσχυση, υπερσυντηρητικών τάσεων στην Ευρώπη…

Σχεδόν 80 χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, το φάντασμα της ακροδεξιάς και του φασισμού επανέρχεται στην ΕΕ της μετακρίσης. Το βλέπουμε όμως και σε διεθνές επίπεδο. Αυταρχικοί ηγέτες με κοινοβουλευτικό μανδύα ολοένα και περισσότερο κερδίζουν την εξουσία. Με χρήση των δημοκρατικών θεσμών τους οποίους στην συνέχεια οι ίδιοι εξουδετερώνουν. Κάτι θυμίζει αυτό.

Στα καθ΄ημάς, μετά μια μακρά περίοδο μεταπολιτευτικής ιστορίας όπου η ελληνική Δεξιά από τα φλερτ με τα πραξικοπήματα είχε περάσει στο δρόμο του κοσμοπολιτισμού, της μετριοπάθειας, του πολιτικού φιλελευθερισμού, φαίνεται να αλλάζει ρότα και να υιοθετεί ακραίες θέσεις. Βέβαια και στη ΝΔ υπάρχουν διαφοροποιήσεις που καλούν σε επιστροφή στις ιδρυτικές αρχές τόσο της ΝΔ, όσο και της ευρωπαϊκής χριστιανοδημοκρατίας, που λειτούργησε ως ο εναλλακτικός της σοσιαλδημοκρατίας πόλος για το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό θαύμα.

Θεωρώ ότι οι πολίτες θα πρέπει να κρίνουν με γνώμονα την ιστορία και τις προσδοκίες για το μέλλον. Αλλά και οι ηγεσίες πρέπει να καταλάβουν ότι η θεσμική προσήλωση, η επούλωση των πληγών της οικονομικής κρίσης, η αποκατάσταση του κράτους πρόνοιας θα είναι το αντίδοτο σε όσους επιβουλεύονται την ίδια τη Δημοκρατία. Εξ ου και η ανάγκη να συμπορευτούν όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις σε κοινό μέτωπο κατά της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως ένα από τα ελάχιστα αριστερά κόμματα που είναι στην εξουσία πρωτοστατεί. Και υπάρχει μεγάλο πεδίο συνεννόησης με Σοσιαλιστές, Πράσινους, αριστερούς. Ίσως αυτό να είναι το νέο παράδειγμα στην Ευρώπη: Η δημιουργία μιας ισχυρής σοσιαλδημοκρατίας και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον την απαιτούμενη εμπειρία.

Έχετε «γράψει» πολλά δημοσιογραφικά χιλιόμετρα. Θα ήθελα να μου σχολιάσετε τη σημερινή εικόνα της δημοσιογραφίας, τώρα που έχετε, ας πούμε, την απόσταση της «απέναντι όχθης». Θα θελα να συμπεριλάβετε στο σχόλιο σας, τον τρόπο λειτουργίας, τόσο των δημοσιογράφων όσο και των μιντιαρχών…

Η δημοσιογραφία περνά δύσκολες μέρες. Ζει στο κλίμα της ανόδου του αυταρχισμού που περιέγραψα αλλά και στην οικονομική ασφυξία που οδηγούνται δομικά τα συμβατικά ΜΜΕ από τον σχεδόν ακαταμάχητο ανταγωνισμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι γιγάντιες υπερεθνικές πλατφόρμες, κυρίως Facebook και Google, απορροφούν τα μεγάλα ακροατήρια και τη μερίδα του λέοντος της διαφημιστικής δαπάνης.

Ουσιαστικά η έλλειψη αυτογενών πόρων οδηγεί τα ΜΜΕ να καταφεύγουν στις τσέπες ολιγαρχών για την επιβίωση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανεξαρτησία τους και την αξιοπιστία τους.

Παράλληλα, το θέμα των social media είναι κομβικό, ειδικά για όσους ακόμη και σε αντιξοότητες προσπαθούν να ασκήσουν το λειτούργημα. Το κουτσομπολιό, το ψέμα, η υπερβολή, η κατασκευασμένη είδηση καλύπτουν το χρονοβόρο, επίπονο, τεκμηριωμένο ρεπορτάζ. Οδηγεί τον επαγγελματία της είδησης σε τρίτο πλάνο και στην αφάνεια. Οδηγεί όμως και τον κόσμο στην αμάθεια. Και χωρίς ανεξάρτητα ΜΜΕ, αρρωσταίνει η Δημοκρατία.

Για τη «θεραπεία» αυτής της κατάστασης απαιτούνται ορισμένες ελάχιστες ενέργειες για ξεκίνημα. Πρώτα να στηριχτεί η παιδεία και η αναγνωστική κουλτούρα του αναγνώστη, αλλά και η οικονομική βιωσιμότητα των ΜΜΕ. Το υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζει κάποιες δράσεις ανάλογες με αυτές που έχουν γίνει στη Γαλλία. Μαζί με μια στρατηγική ανανέωσης από τα ΜΜΕ, που θα πρέπει να καταλάβουν ότι η 4η βιομηχανική επανάσταση, η νέα ψηφιακή εποχή απαιτεί προσαρμογές, χρήση όλων των διαθέσιμων καναλιών επικοινωνίας, μπορεί να ελπίσουμε σε κάτι καλύτερο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Στοιχεία επικοινωνίας
Twitter