image Συνάντηση με θετικό απολογισμό -συνέντευξη στην Εποχή image Χρειάζεται ένα νέο είδος εθνικής αυτοπεποίθησης -στην ΕΡΤ

Αναθεώρηση με αίσθηση ευθύνης- στην Ολομέλεια

Ομιλία του Νίκου Ξυδάκη στην Ολομέλεια για την Αναθεώρηση του Συντάγματος

Προχωράμε στις προτάσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος για την επομένη Βουλή, την αναθεωρούσα, με αίσθημα ευθύνης, πιστεύω, από όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Σε ό,τι αφορά την κυβερνώσα πλειοψηφία, από μόνη της η ανάληψη της πρωτοβουλίας και η ολοκλήρωσή της με τις υπάρχουσες ολομέλειες και μ’ αυτές που θα γίνουν σ’ ένα μήνα, δείχνει ότι η κυβέρνηση κινείται από αίσθηση ιστορικού καθήκοντος σε αυτή την κρίσιμη πολιτικά περίοδο. Μία αναθεώρηση δεν αποφέρει κανένα εκλογικό όφελος, αντιθέτως ανταποκρίνεται στην αίσθηση ευθύνης που έχει απέναντι στα καθήκοντα θεσμικής ανανέωσης και κυρίως στην ενίσχυση της κλονισμένης εμπιστοσύνης των πολιτών στην Ελληνική Δημοκρατία.

Η κρίση κλόνισε πάνω από όλα την εθνική και την δημοκρατική αυτοπεποίθηση, κλόνισε την πίστη των πολιτών στους θεσμούς και κάθε κίνηση ανάταξης, ενίσχυσης και ανακαίνισης του πολιτειακού πλαισίου είναι μία κατεξοχήν κίνηση φρονηματισμού και προσφοράς υποδείγματος.

Και δεν είναι μόνο αυτό που δείχνει τις πολιτικές προθέσεις της Αριστεράς.

Είναι η λογική συνέχεια, η απόληξη μιας πορείας με ειλικρίνεια και τόλμη, μαζί με την κοινωνική ατζέντα που θέτει η κυβέρνηση μετά το τέλος των μνημονίων που περιλαμβάνει την διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας, δικαιωμάτων στην ασφάλιση και των όρων διαβίωσης.

Είναι η ευθύνη που δείχνει για την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, πέρα από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος και τους εκτροχιασμούς των δεκαετιών του ‘90 και του 2000 που μας οδήγησαν στην οδυνηρή χρεοκοπία.

Είναι η τόλμη, η ειλικρίνεια και η υπευθυνότητα που δείχνει στην εξωτερική πολιτική και στην ανάκτηση ενός διπλωματικού κεφαλαίου που μας αφαιρέθηκε με τρόπους συκοφαντικούς για τον ελληνικό λαό. Το «μακεδονικό» είναι μία κίνηση τέτοια, είναι μία κίνηση που δεν αποσκοπεί στο εκλογικό όφελος, στο βραχυπρόθεσμο κομματικό όφελος, αλλά μία κίνηση για τα ιστορικά και τα εθνικά συμφέροντα για την ιστορική διασφάλιση της περιοχής, του ελληνικού λαού και της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Με τον ίδιο τρόπο η Αριστερά κινείται σε τροχιά ανακαίνισης των θεσμών και με την παρούσα αναθεώρηση την οποία συζητάμε, σε ένα νέο πρωτόκολλο συμβίωσης μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας αλλά και για την εδραίωση στη συνείδηση των πολιτών μιας ατζέντας δικαιωμάτων, μιας ατζέντας προωθημένου, αμιγούς πολιτικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Δείχνει λοιπόν ότι η Αριστερά μέσα σ’ αυτά τα ερείπια στα οποία έλαβε μία εντολή, δεν ανασυγκροτεί μόνο την ελπίδα αλλά προσπαθεί να ανασυγκροτήσει το δρόμο της εθνικής και κοινωνικής αυτοπεποίθησης. Νομίζω ότι τώρα ξεδιπλώνεται περισσότερο από ποτέ το πρόγραμμα, η φυσιογνωμία και η καινούργια σχέση με τον ελληνικό λαό, το καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο μετά το τέλος των μνημονίων.

Σε ότι αφορά την Συνταγματική Αναθεώρηση ο κ. Βενιζέλος επεσήμανε ότι σε πολλές από τις τριβές και τις συζητήσεις που είχαμε για συγκεκριμένα άρθρα θεωρεί τη συζήτηση λίγο-πολύ παρέλκουσα διότι ως πλαισιωμένοι και συνομολογούντες το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο το οποίο κατά τόπους υπερτερεί με τη δική μας θέληση του Εθνικού Δικαίου, είναι (μερικά, τουλάχιστον) πράγματα λυμένα, δεν χρειάζεται καν να τα συνταγματοποιήσουμε εμείς.

Ωστόσο παρότι είναι αυτή η αφετηρία είναι ορθή σαν μία πρώτη σκέψη, για λόγους πολλούς λόγους πρέπει να κάνουμε αυτούς τους εκσυγχρονισμούς, τις μεταρρυθμίσεις στο συνταγματικό κείμενο, ακόμη και για να διευκολύνουμε το δικαστικό έλεγχο τον οποίο επικαλέστηκε ο κ. Βενιζέλος.  

Οι δικαστές καλώς ή κακώς -κακώς κατά τη γνώμη μου,αλλά αυτές οι δυσκαμψίες υπάρχουν- δεν ανατρέχουν στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και επικαλούνται άμεσα το ελληνικό Σύνταγμα. Ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής αναθεώρησης, ο κ. Τραγάκης, σε μία ειλικρινή αποστροφή χαρακτήρισε ελλιπή την αναθεώρηση του 2007 και ατυχή ως εκ της μη ύπαρξης αποτελέσματος την αναθεώρηση του 2014 διότι ξεκίνησε και δεν έφτασε ποτέ ούτε σε Επιτροπή ούτε σε Ολομέλεια.

Νομίζω ότι σ’ αυτή τη Βουλή που τελειώνει το 2019, ανήκει η ευθύνη και το ιστορικό βάρος να φτάσουμε σε συμφωνία σε μερικά ελάχιστα άρθρα, για να δώσουμε ένα πολιτικό μήνυμα στον ελληνικό λαό που υπέφερε και κλονίστηκε απέναντι στη δημοκρατία, εξαιτίας μιας ασύδοτης δημαγωγίας και πολλών χειραγωγήσεων -δυστυχώς όχι μόνο εκ μέρους των αρνητών της δημοκρατίας, αλλά και εξ όσων φλερτάρουν με τους θεσμούς και τα μεγάλα εθνικά θέματα και τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής έχουμε πάλι κραυγές και δυσπιστία και καχυποψία απέναντι στην Ελληνική Δημοκρατία.

Το άρθρο 86 αφορά την τιμή των αιρετών αρχόντων, τον λόγο ύπαρξης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους πολιτικούς. Θα πρέπει να το αποκαταστήσουμε με έναν τρόπο που θα εξυπηρετεί και τη δημοκρατία και την λειτουργία του κράτους και την ύπαρξή μας ως αιρετών.

Η απεμπλοκή της προεδρικής εκλογής από τον εκλογικό κύκλο είναι επίσης ένα ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να υπάρξει μία σύγκλιση και στην επόμενη Βουλή.

Θέση μου είναι να μην πειράξουμε το άρθρο 24 με κανέναν τρόπο. Είναι ένα από τα πιο προοδευτικά Άρθρα -και με τις ερμηνευτικές διατάξεις που μπήκαν σε μεταγενέστερες αναθεωρήσεις- τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτά που λέμε για περιβαλλοντικά ισοζύγια είναι εκ του πονηρού. Δεν πρέπει να αλλάξουμε την ουσία και τις διατυπώσεις του Άρθρου 24.

Ακόμη και για τον όρκο άκουσα από συναδέλφους ότι η ψυχή του Έλληνα είναι η προαιώνια Ορθοδοξία και ότι χρειάζεται ένας όρκος. Δεν υπάρχει το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα γι’ αυτό. Αναζητήστε το σε οποιαδήποτε πατερικό κείμενο ή μέσα στην Αγία Γραφή… Ανατρέξτε σε οποιοδήποτε σύγχρονο θεολογικό μελέτημα. Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα. Υπάρχει ένα επιχείρημα θρησκειοκαπηλίας και πατριδοκαπηλίας, στο οποίο γίνεται κατά κόρον χρήση για διαβουκόλευση των ακροατηρίων, από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καν τι πιστεύουν και ποια είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας και ακούγονται δυστυχώς και από το Βήμα της Βουλής.

Εν συνόλω είχαμε μία καλή διαδικασία στην Επιτροπή και υψηλό ακαδημαϊκό και πολιτικό επίπεδο στο διάλογο. Διαμόρφωσα την εντύπωση ότι δεν χρειάζεται η συνταγματοποίηση κάποιων θεμάτων τα οποία εισηγήθηκαν είτε κοινοβουλευτικές ομάδες είτε συνάδελφοι καθώς αρκούν οι τυπικοί νόμοι. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε ακρότητες.

Κατ’εμέ δεν χρειάζεται με κανένα τρόπο η συνταγματοποίηση δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν μπορεί να μπει στο στενό κορσέ -έχουμε ήδη πολλούς κορσέδες και από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και από το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας- πράγματα τα οποία συζητούνται πάλι αυτή τη στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν χρειάζεται να τα βάλουμε και στον εθνικό συνταγματικό κανόνα. Δεν χρειάζεται αυτός ο φορμαλισμός και κυρίως αυτή η ουσιοκρατία ότι ένας συνταγματικός χάρτης διαρκώς θα υπαγορεύει στην εκτελεστική εξουσία και στους νομοθέτες τι θα κάνουν.

Θα συμφωνήσω σε μία παρατήρηση του κ. Βενιζέλου. Είπε ότι αρκούν οι μεγάλοι διεθνείς περιορισμοί σε πολλά από αυτά τα πράγματα και θα έπρεπε να είμαστε πιο τολμηροί στη δικαιοσύνη. Πράγματι, αυτό που δεν μπορεί να ελεγχθεί εύκολα είναι η συνείδηση των δικαστών και η όλη κουλτούρα τους όταν δικάζουν θέματα τα οποία έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο ή μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο.

Αγνοούν τα πραγματικά δεδομένα, τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας και δικάζουν με βάση ένα ιδεατό λεφτόδεντρο το οποίο μπορεί να παράγει δεκάδες δισεκατομμύρια και να αποζημιώνονται εκατομμύρια συμπολίτες μας. Δυστυχώς όμως ούτε με το Σύνταγμα ούτε με κανέναν άλλον τρόπο μπορείς να αλλάξεις αυτή την νοοτροπία και την κουλτούρα.

Είναι ένα ζήτημα που πρέπει διαρκώς να απασχολεί το νομοθετικό σώμα, την εκτελεστική εξουσία και τους δικαστές οι οποίοι πρέπει να αντιληφθούν διαφορετικά το ρόλο τους σε ένα κράτος δικαίου και σε ένα κράτος το οποίο προσπαθεί να αναπτυχθεί και να επιβιώσει.

Leave a Reply

Your email address will not be published.