image Έτοιμοι πάντα για καταιγίδες -«Ένα βλέμμα» στο Έθνος της Κ. image H «αλήθεια» είναι οι υψηλότερες ξένες επενδύσεις από το 2006 -στο Open TV

To δίδαγμα των εκλογών είναι να μιλάμε περισσότερο στους ανθρώπους -στο Κόκκινο

Στο Κόκκινο και στο δημοσιογράφο Δ. Ελευθεράτο μίλησε την Κυριακή 9 Ιουνίου ο Νίκος Ξυδάκης.

Δημοσιογράφος: Διατυπώνεται η κριτική ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει περισσότερο βάρος για το τι θα γίνει αν επικρατήσει η ΝΔ και λιγότερο για την προβολή του προγράμματός και των θέσεων του.

Νίκος Ξυδάκης: Δεν έχει γίνει κατανοητό -με δική μας ευθύνη βέβαια- τι έχει συντελεστεί σε επιμέρους τομείς αλλά και το γενικότερο πλαίσιο, το προς τα που θέλουμε να πάμε μαζί με την κοινωνία. Η απάντηση είναι, προφανώς, σε έναν ορίζοντα ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ίσως υπάρχει ένα είδος αποτυχίας στην επικοινωνία με τους πολίτες, το γενικό πολιτικό σχέδιο δεν έγινε κατανοητό. Το πώς θα βγούμε από την κρίση και πώς θα φτιάξουμε μια κοινωνία δίκαιη και μια οικονομία λειτουργική. Αυτό αποτέλεσε σοβαρή αδυναμία.

Από την άλλη οφείλουμε να επισημάνουμε ποια είναι η κρυφή ατζέντα της ΝΔ, αλλά και η μη κρυφή, όπως εκφράζεται από υπεύθυνα χείλη δικών τους ανθρώπων. Υπόσχονται πολλές και καλές δουλειές με μαγικά κόλπα. Υπόσχονται πολλές επενδύσεις που θα γίνουν γιατί δήθεν «εμείς (η ΝΔ) είμαστε φιλικά προσκείμενοι στις επενδύσεις». Και υπόσχονται ασφάλεια, πολλή ασφάλεια.

Όλο αυτό το τρίπτυχο κωδικοποιημένα και σχεδόν κρυφά δεν εξηγεί κανείς τους πώς θα γίνει. Η πραγματικότητα είναι άλλη: οι άμεσες ξένες επενδύσεις που έγιναν στην Ελλάδα το 2018 είναι οι υψηλότερες από το 2006 και μάλιστα σε απόλυτους αριθμούς, όχι σε ποσοστό του ΑΕΠ. Η πραγματικότητα είναι επίσης ο μεγάλος αριθμός από κανονιστικές διατάξεις και νομοθετικές ρυθμίσεις που έκανε αυτή η κυβέρνηση εξυγιαίνοντας το παραγωγικό πλαίσιο. Κάτι που είναι απαραίτητο για να γίνουν σοβαρές επενδύσεις και να δημιουργηθούν συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης, που δημιουργεί απασχόληση.

Τα Οινόφυτα για παράδειγμα ήταν ένα χάος. Η κυβέρνηση έκανε χωροθετήσεις, ρυθμίσεις, μπήκε τάξη. Άλλαξε το δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών, των εταιρικών μεταβιβάσεων, πράγματα που ταλαιπωρούσαν επί χρόνια πάρα πολλές μικρομεσαίες ή και μεγαλύτερες επιχειρήσεις και κανείς δεν έδινε σημασία. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Πρέπει καθώς βαδίζουμε προς τις εκλογές να δίνουμε απαντήσεις στον κόσμο. Δεν μπορούμε να λέμε «θα κάνουμε αυτοκριτική αργότερα», μετά τις 7 Ιουλίου. Εν πλω θα κάνουμε αυτοκριτική, εν πλω θα κάνουμε διορθωτικές κινήσεις, εν πλω θα διεκδικήσουμε την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού. Πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο γενναίοι, αυτοκριτικοί και διαυγείς σε αυτά που λέμε. Καθαροί.

Και φυσικά μετά τις εκλογές, ανάλογα και με το αποτέλεσμα που θα πετύχουμε, θα κάνουμε τις μεγάλες αναδιαρθώσεις για να μας βγάλουν στην επόμενη ιστορική περίοδο. Πρέπει να μιλάμε, δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε. Υπάρχει ένας γνήσιος λαϊκός θυμός -και αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να σταματήσεις κανείς να μιλά.

Όσο για τις δημοσκοπήσεις: Δεν μπορείς να κάνεις πολιτική μόνο με δημοσκοπήσεις. Και όταν τις κάνεις πρέπει να τις φιλτράρεις και να τις ενισχύεις μέσα από το πολιτικό σου κριτήριο.

Εμείς φτάσαμε στο άλλο άκρο. Πήγαμε να κάνουμε πολιτική αμφισβητώντας την αξιοπιστία τους -των δημοσκοπήσεων- τελείως. Ίσως δικαίως, αναλογιζόμενοι τι συνέβη το ’12, το ’14, το ’15  όταν έπεσαν τελείως έξω. Αλλά έτσι φτάσαμε στις εκλογές χωρίς ραντάρ. Χωρίς να έχουμε αίσθηση του τι παίζει. Πόση είναι η διαφορά, είναι 2, είναι 3, είναι 7%; Η κάλπη έγραψε 9,5. Αν πιστεύαμε ότι είναι 3 και κατέληξε 9,5 έχουμε πρόβλημα στις εκτιμήσεις μας, όχι μόνο στις τεχνικές αλλά και στο πολιτικό κριτήριο και στην πολιτική ανάγνωσης της πραγματικότητας.

Αυτό για μένα είναι το μεγάλο δίδαγμα. Να μιλάμε με τους ανθρώπους και να ακούμε, για να λειτουργεί το ραντάρ.

Γι’ αυτό βλέπω και στο Μακεδονικό -το έλεγα από την πρώτη στιγμή- ότι πρέπει να βγούμε στον κόσμο, να του εξηγήσουμε. Δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε ένα μεγάλο γεωπολιτικό εθνικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής να πάρει «ταυτοτικά» χαρακτηριστικά, να φουντώσει τις ψυχές των ανθρώπων, να αισθάνονται πληγωμένοι και προδομένοι. Δεν έφταιγε η κυβέρνηση, έφταιγε ο χειρισμός των περασμένων δεκαετιών. Διότι ένα πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής όπως ανεφύη το 1992 κατέληξε να είναι πρόβλημα πληγωμένου φαντασιακού, ταυτότητας. «Τους δώσαμε τη γλώσσα μας» λέει ο κόσμος. Ποια, την ελληνική;

Μπορείς να συζητήσεις, να μαλακώσεις τους ανθρώπους, η συμφωνία είναι προς το συμφέρον μας, μακροπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμο. Τι θα κερδίζαμε αν δεν τους αναγνωρίζαμε;

Αλλά αυτού του τύπου η ενημέρωση ήθελε δουλειά, ήθελε να βγούμε στις πόλεις, να κάνουμε διαλέξεις, να κάνουμε ημερίδες, να συνδράμουν πανεπιστήμια, σύλλογοι, να υπάρχουν άνθρωποι που θα αρθρογραφούν σοβαρά.

Αρθρογράφος του Μακεδονικού ανεδείχθη ο Νίκος Μέρτζος, ένας συντηρητικός άνθρωπος πρώην «μακεδονομάχος». Και ήταν αυτός ο οποίος αρθρογράφησε με μετριοπάθεια και επί της ουσίας του εθνικού συμφέροντος. Γιατί δεν είχαμε άλλους πενήντα αρθρογράφους;

Αυτή είναι η πολιτική μας αδυναμία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.