Ατιμώρητη η ανακρίβεια στο «πόθεν έσχες»; Το καθήκον της μετριοπάθειας

Είναι αλήθεια λοιπόν. Απομακρυνόμενος γεωγραφικά από την Ελλάδα, τη βλέπεις πιο καθαρά. Και βλέπεις επίσης τους άλλους Ελληνες, της διασποράς, τους μη Ελλαδίτες, αυτούς που δεν τους λογιαριάζεις όταν τρώγεσαι με τα ρούχα σου και με τον διπλανό σου, εσύ, ο αυτάρεσκος Ελλαδίτης, ο κλεισμένος στον κύκλο της έριδος και της κατακραυγής, ο πιασμένος στον κύκλο της απαισιοδοξίας και της ανημπόριας.

Βλέπεις πιο καθαρά τους Ελληνες. Και αντιλαμβάνεσαι, μάλλον αισθάνεσαι σωματικά, ότι οι Ελληνες της διασποράς είναι ενημερωμένοι, είναι πολιτικοποιημένοι, πονάνε τον τόπο, και κυρίως δεν φοβούνται να πουν τη λέξη πατρίδα. Συντηρητικοί, αριστεροί, διανοούμενοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες, βαθύπλουτοι και βιοπαλαιστές, καλλιτέχνες, εκδηλώνουν τον πατριωτισμό τους ανοιχτά, απερίφραστα, θερμά, ανιδιοτελώς (πώς αλλιώς;).

Ισως αυτά τους διαφορίζουν από τους κακορίζικους Ελλαδίτες: η ανιδιοτέλεια, το καθαρό βλέμμα, ο άδολος πατριωτισμός. Ιδίως όσοι προκόβουν και σταδιοδρομούν στα εξόχως ανταγωνιστικά πεδία των ΗΠΑ είναι εκτεθειμένοι σε μια νοοτροπία αριστείας και αξιοκρατίας, άνευ της οποίας ουδέν επιτυγχάνει ο μέτοικος, κι αυτή τη νοοτροπία θέλουν να δουν και στην Ελλάδα. Και βεβαίως είναι εκτεθειμένοι στη νοσταλγία, αλλά όχι για μια ιδεατή Ελλάδα που έχουν να τη δουν δεκαετίες, διότι τη βλέπουν κάθε χρόνο· η νοσταλγία τους κατευθύνεται προς μια Ελλάδα ήδη εξελιγμένη που την έχουν δει να μην υστερεί στο υλικό μέρος. Η νοσταλγία τους αναζητεί μια ηθικά ακέραιη Ελλάδα – αυτή που δεν υπάρχει. Αυτή τη νοσταλγία τους την ένιωσα μεταδοτική και ευεργετική.

Οι κοσμοπολίτες και καλλιεργημένοι Ελληνες των ΗΠΑ, 30 – 50 ετών, αριστούχοι των πιο φημισμένων πανεπιστημίων και αριστούχοι στις μπίζνες, είναι επίσης εκτεθειμένοι στον αμερικανικό πατριωτισμό, που είναι φλογερός, συνταγματικός πατριωτισμός, με δημοκρατικές ρίζες.

Και από μια τεθλασμένη διαδρομή αναβαπτίζουν τον πατριωτισμό τους προς την Ελλάδα στην αμερικανική κολυμπήθρα και τον ξαναβρίσκουν: άδολο, δημοκρατικό, ανιδιοτελή, θερμό. Τέτοιον που στον ελλαδικό χώρο δεν τολμούμε καν να τον ονοματίσουμε, όχι να τον διακηρύξουμε.

Τι μπορούμε να κάνουμε για την πατρίδα; Αυτή τη βαθιά κουβέντα την άκουσα από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, μέσα σε δέκα αμερικανικές ημέρες· από κορυφαίους πανεπιστημιακούς, λόγιους, επιχειρηματίες, τεχνοκράτες. Δεν είχα απαντήσεις. Τι να πω; Αντίκριζα μια πλουσιότατη δεξαμενή ταλέντων, σκέψης, ζωτικότητας, που τροφοδοτεί τον Νέο Κόσμο που τους υποδέχθηκε.

Από αυτή τη ζωτικότητα μπορεί να ωφεληθεί και ο χειμαζόμενος ελλαδικός κορμός. Με κάθε τρόπο και κάθε σχήμα συνεργασίας, με μικροδίκτυα και άμεσες συμπράξεις, προπάντων με ειλικρίνεια και σεβασμό προς αυτούς τους πολύτιμους συμπατριώτες. Τους έχουμε ανάγκη, μας έχουν ανάγκη. Οπως μου είπε σαραντάρης πλούσιος: Αν βουλιάξει η Ελλάδα, τι θα είμαστε; Τίποτα!

no comments
  • Leda Karabela
    REPLY

    Η αληθεια ειναι οτι αν βουλιαξει η Ελλαδα (κι’ αλλο) θα συνεχισουμε να ειμαστε αυτο που ειμαστε, στον αγωνα για τις προσωπικες μας αξιες και στοχους – και ο,τι ειναι μεσα μας ουτως η αλλως το κουβαλαμε μαζι μας. Μας επηρεαζει το περιβαλλον μας – σε μια χωρα οπου «τρώγεσαι με τα ρούχα σου και με τον διπλανό σου, εσύ, ο αυτάρεσκος Ελλαδίτης, ο κλεισμένος στον κύκλο της έριδος και της κατακραυγής, ο πιασμένος στον κύκλο της απαισιοδοξίας και της ανημπόριας» θα γινεις και εσυ το ιδιο. Αν εχεις την ευκαιρια να περιστοιχιζεσαι απο ανθρωπους με αλλη νοοτροπια, ξεφευγεις απ΄αυτο. Η προκληση ειναι οτι οι Ελλαδιτες πρεπει να δουν οτι δεν ειναι δυνατο να κανεις τα ιδια πραγματα και να περιμενεις διαφορετικα αποτελεσματα. «Mindshift» – αυτο πρεπει να συνειδητοποιησουν οι Ελληνες – και αν εμεις οι «expats» μπορουμε να το διδαξουμε, τοτε κατι ισως να γινει.

  • Ermippos
    REPLY

    Αν βουλιάξει η Ελλάδα ο σαραντάρης πλούσιος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα είναι ένα τίποτα. Και ο σαραντάρης άνεργος στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας, με τα δυο παιδιά, το απλήρωτο ενοίκιο και τους ληγμένους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, θα είναι κι αυτός ένα τίποτα. Πόσο ίδια θα είναι αυτά τα δύο τίποτα κ. Ξυδάκη; Δεν είναι φρόνιμο να κάνουμε κατάχρηση της επιείκειας των λέξεων. Μπορεί να φαίνονται ακίνδυνες στην αρχή αλλά στο τέλος ξέρουν να εκδικούνται με τον δικό τους τρόπο. Με το να γίνονται θόρυβος και να μας εγκαταλείπουν όταν τις έχουμε πραγματικά ανάγκη. Όπως σήμερα καλή ώρα.

    Όλα αυτά που είδατε και μας περιγράφετε, το ταλέντο, η σκέψη, η ζωτικότητα, ο πατριωτισμός, η ανιδιοτέλεια, δεν ήταν οφθαλμαπάτες. Είναι αληθινά. Αλλά είναι εκεί και όχι εδώ. Και δεν γίνεται να έρθουν, επειδή ανήκουν λιγότερο στους φυσικούς τους φορείς και περισσότερο στις κοινωνίες που τους υποδέχθηκαν και τους εξόπλισαν με τις αρετές τους. Αναφέρετε μάλιστα και ο ίδιος κάποιες από αυτές. Όπως τον αμερικάνικο πατριωτισμό, που είναι φλογερός και συνταγματικός και με δημοκρατικές ρίζες. Κάνετε βέβαια ένα μικρό λάθος, που δεν μας αφήνει να δούμε όλη την αλήθεια, όταν τοποθετείτε τους κατηγορικούς σας προσδιορισμούς σε μια ισότιμη ιεραρχικά σειρά. Θα ήταν ίσως πιο δόκιμο να πείτε ότι αυτός ο πατριωτισμός δεν είναι ταυτόχρονα και φλογερός και συνταγματικός και με δημοκρατικές ρίζες. Αλλά είναι φλογερός επειδή συμβαίνει πρώτα να είναι συνταγματικός. Και επειδή τυχαίνει να αναπτύσσεται μέσα σε μια υγιή δημοκρατία. Δεν γίνεται λοιπόν να έρθουν αυτά που περιγράφετε επειδή δεν ανήκουν στους συμπατριώτες μας. Δεν γεννήθηκαν από το μηδέν μέσα τους. Αλλά είναι δάνεια, παρακαταθήκες και τίμια ανταλλάγματα, που ευδοκιμούν μόνο σε γόνιμα πεδία. Εμείς μπορούμε μόνο να τα βρούμε όταν γεννηθούν μέσα μας, αν βέβαια βρουν και εδώ εύφορο έδαφος για να βλαστήσουν.

    Δεν αμφιβάλλω ούτε για την νοσταλγία. Και αυτή υπάρχει και είναι γνήσια και πολλές φορές τόσο έντονη που σχεδόν αγγίζεται. Δεν είναι όμως μέρος της πραγματικής ζωής. Είναι περισσότερο ένα μείγμα αναπόλησης της νεότητας. Των παιδικών ή εφηβικών εικόνων, που μοιραία ταυτίζονται με τον τόπο που αποκτήθηκαν και τον εξιδανικεύουν και που χρειάζονται τον εξωραϊσμό για να συντηρηθούν. Αυτός δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και αυτό που λέτε ηθική ακεραιότητα. Προσωπικά, αν ήθελα να περιγράψω αυτήν την νοσταλγία, που την είδα και εγώ πολλές φορές σε κοντινούς δικούς μου ανθρώπους που ξενιτεύτηκαν μικροί, θα χρησιμοποιούσα τους στίχους του Καβάφη από το Δημητρίου Σωτήρος, που λένε, «έτσι μικρός απ’ την πατρίδα έφυγε, που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της, μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα, σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις, σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα ελληνικών πόλεων και λιμένων». Κι ας έρχονται για διακοπές, όπως λέτε, κάθε χρόνο. Όσο για την γενιά που γεννήθηκε και μεγαλώνει εκεί, συγχωρέστε μου να πω, δεν νοιώθει καμία, μα απολύτως καμία, νοσταλγία.

    Η πραγματική γνώση είναι εμπειρική κ. Ξυδάκη. Γι’ αυτό το λόγο, όσο κι αν μας αρέσει να λέμε το αντίθετο, αυτούς τους ανθρώπους δεν τους ξέρουμε. Και άλλο τόσο δεν ξέρουν αυτοί εμάς. Όπως δεν μας ξέρουν και οι Ευρωπαίοι φίλοι μας που προσπαθούν σήμερα να μας βοηθήσουν, δίνοντας ανεφάρμοστες εντολές στους σαστισμένους υπουργούς μας. Το διανοητικό φράγμα που ορθώνεται ανάμεσα μας είναι αξεπέραστο.
    Η αποξένωση από την κοινότητα, η βασανιστική στέρηση της αλληλεγγύης, η διάχυτη αίσθηση της αδικίας, το αίσθημα της ταπείνωσης για την υποταγή σε ένα κράτος που οι πιο πολλοί δεν εμπιστεύονται, η από φόβο ανομολόγητη απέχθεια για τους ταγούς, που όλοι πλέον σιχαίνονται, η αγωνία για το μέλλον των παιδιών, για την σύνταξη που κινδυνεύει, για το αβέβαιο αύριο, οι ενοχές για το δικό μας προσωπικό φταίξιμο, όλα αυτά είναι οδυνηρά βιώματα που δεν υποκαθίστανται με νοητικές κατασκευές και δεν θεραπεύονται με ρομαντικές αναπολήσεις. Αυτά τα βιώματα είναι που χτίζουν σήμερα τον δικό μας κόσμο και δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω, όσο πρόθυμος και αν είναι, με τον οποίο μπορούμε να τα μοιραστούμε. Αν είναι να κάνουμε κάτι για την χώρα πρέπει να το κάνουμε μόνοι μας, αφού πρώτα κοιταχτούμε στον καθρέφτη, ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και πούμε ο ένας στον άλλον με ειλικρίνεια τι θέλουμε.

    • nikoxy
      REPLY

      @ Ερμιππο:

      Δεν είμαστε ανάδελφοι. Και Ελληνες δεν είναι μόνο όσοι ζουν εντός του ελλαδικού χώρου.
      Συμμεριζόμουν πολλά από τα στερεοτυπικά περί μπρούκληδων, νοσταλγών, υπερομαντικών. Οχι πια. Οχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί οι Ελληνες για τους οποίους μιλώ, είναι πρώτης γενιάς, με ζωντανούς δεσμούς, αρκετοί εκ των οποίων πήγαν εκεί ήδη διαμορφωμένοι.
      Βιώνουν την κρίση και εκεί. Αλλά αγωνιούν και για την κρίση της πατρίδας τους. Και προσπαθούν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν. Αλλα ποιος τους λογαριάζει;
      Η σπασμένη κοινότητα που αναφέρετε δεν μπορεί παι να δει ούτε καν τον ελλαδικό εαυτό της. Πώς να δει τον ελληνισμό σφαιρικά και τολμηρά;
      Νομίζετε δε ότι η εγχώρια ελίτ επιθυμεί να συγκριθεί με τους Ελληνες αρίστους της διασποράς;

      Οσο για τον πλούσιο: Εχει σημασία να ακουσουμε τι έχει να πει και πώς αντιλαμβάνεται και αυτός, ο προνομιούχος, το συνανήκειν.
      Σε κατασταση εκτάκτου ανάγκης, οφείλουμε να βρούμε κοινούς τόπους συνανήκειν, με όσους επιθυμούν να διατηρηθεί ένα μίνιμουμ κοινωνικής συνοχής σε ένα δημοκρατικό κράτος. Ας κρατήσουμε τα μινιμουμ. Κι ας οραματιζόμαστε τα όπτιμουμ.

      Αυτός, *εκεί*, είπε αυτό. *Εδώ* ποιος πλούσιος έχει πει κάτι που να υπενθυμίζει το συνανήκειν, έστω υπό το σχήμα πατρίδα;

      Οσο για τη νοσταλγία: διευκρινίζω κάπως τι εννοώ. Αυτοί οι πρώτης γενιάς δεν νοσταλγούν κάτι που δεν ξέρουν, που δεν το έχουν ζήσει ή και ζουν. Ας το προσέξουμε.
      Κι ας προσέξουμε επίσης ότι όταν βρίσκεσαι μέχρι τη μύτη στο λάκκο, δεν βλέπεις και τόσο καθαρά το βίωμά σου, της λάσπης. Δεν βλέπεις τον λάκκο, δεν βλέπεις ούτε έξω από τον λάκκο.

      Ολα τούτα σαν σκέψεις προς επεξεργασία.

  • LPG
    REPLY

    Αν βουλιάξει η πατρίδα δεν θα είμαστε τίποτα. Αν βουλιάξουν οι κοινότητες που δίνουν νόημα στην επικοινωνία και την ατομικότητα μας, θα είμαστε απλώς περιφερόμενοι ανέστιοι. ‘Ηδη σε ένα βαθμό είμαστε, αφού έχει αποτύχει σε τέτοιο πρωτόγνωρο βαθμό η συλλογική μας συγκρότηση.

    Φυσικά στην Ελλάδα ακόμα μερικοί δεν το έχουν συνειδητοποιήσει – αλλά γι’ αυτό ευθύνεται η επικράτηση στη χώρα αυτή ένος εντελώς μοναδικού ατομικιστικού φιλελευθερισμού, με πρώτο σημαιοφόρο την καθ’ ημάς αριστερά.

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Άρα, το βρήκαμε το εθνικό όραμα που αναζητούσαμε: Επειδή πρέπει ντε και καλά να αισθάνεται πως είναι «κάτι» ο πλούσιος σαραντάρης του εξωτερικού (στον οποίο φυσικά και οφείλουμε σεβασμό, αφού ως πιο πρωτόγονοι εμείς οι αυτόχθονες, βρισκόμαστε πιο κοντά στον πίθηκο απ’ ό,τι αυτός που η έξη του στην αριστεία και στα οφέλη που «αντικειμενικά» αυτή συνεπάγεται, τον έχει εξανθρωπίσει, ενώ σ’ εμάς, από τη «μετριότητα» ετοιμάζεται όπου να ‘ναι να μας ξαναφυτρώσει η ουρά και ήδη έχουμε αρχίσει να σκαρφαλώνουμε στα δέντρα) κι επειδή αν βουλιάξει η Ελλάδα, θα είναι «τίποτα» ο σαραντάρης, αποκτάμε έτσι κι εμείς εθνικό όραμα:

    Να μη βουλιάξουμε, για να μην αισθάνεται ο πλούσιος σαραντάρης πως είναι «τίποτα», αλλά «κάτι» (πλην όμως, κολοβό) κι έτσι μαζί του, να αισθανόμαστε κι εμείς πως είμαστε «κάτι» έστω και με ουρά.

    Τι μεταφυσικό βάθος, τι ηθικό ύψος, τι εθνική ανάταση μας βρήκε μέσα στη δυστυχία μας. Ευτυχώς που με την κρίση, μας δίνεται η ευκαιρία να ακούμε τις τόσο βαθυστόχαστες ρήσεις των πλουσίων Ελλήνων του εξωτερικού.

    Σας ευχαριστούμε από τα βάθη της ουράς μας κύριε Ξυδάκη!

    ΥΓ Μήπως γνωρίζετε αν δικαιούμαστε κανένα ουρο-δάνειο, προκειμένου να μπορούμε να πληρώνουμε τα μαθήματα ανθρωπολογικής εξέλιξης που θα μας κάνουν οι εξανθρωπισμένοι, κολοβοί συμπατριώτες μας; Γιατί αν περιμένουν από εμάς να τους πληρώσουμε, δεν θέλω να σας πω τι θα πάρουν στο τέλος, αλλά μπορώ να σας πω με βεβαιότητα πως θα είναι μακρύτερο από την ουρά μας.

  • Ermippos
    REPLY

    Έγραψα το σχόλιο όχι γιατί διαφωνώ με την ουσία των απόψεων σας, -αντίθετα νομίζω ότι συμφωνούμε σε πολλά-, αλλά επειδή διέκρινα κάποια δόση υπερβολής και μια διάθεση μυθοποίησης στο κείμενο σας. Και επειδή νομίζω ότι αυτό που μας χρειάζεται περισσότερο από όλα σήμερα είναι η ωμή αλήθεια χωρίς περιττά στολίδια. Κάθε εξωραϊσμός μπορεί μόνο να επιβαρύνει την ήδη δυσάρεστη θέση μας. Νομίζω λοιπόν πως πρέπει να απαντήσω στις παρατηρήσεις σας, ανταποκρινόμενος και στην προτροπή σας για περισσότερη επεξεργασία των σκέψεων μας.

    **********************

    ///Δεν είμαστε ανάδελφοι. Και Ελληνες δεν είναι μόνο όσοι ζουν εντός του ελλαδικού χώρου.///

    Είμαι αθεράπευτος νοσταλγός του οικουμενικού ελληνισμού κ. Ξυδάκη και υπό αυτήν την έννοια δεν διανοούμαι να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Το λέει και το ψευδώνυμο μου άλλωστε. Θα έχετε διαβάσει ασφαλώς το «Επάνοδος από την Ελλάδα» του Καβάφη. Αφήστε δε που θεωρώ ότι με πραγματικούς όρους, αυτούς που περιγράφουν τον οικουμενικό ελληνισμό, τον μόνο ελληνισμό που πραγματικά υπήρξε, κάποιοι από τους καλούς συμπατριώτες μας της διασποράς είναι πολύ πιο έλληνες από εμάς.
    Να συμπληρώσω και κάτι άλλο που μου ήρθε στο μυαλό. Όταν ήμουν παιδί και μέχρι τα 15 μου περίπου (μέχρι να αρχίσει να φεύγει η γενιά των παππούδων μας που είχαν έρθει πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά την καταστροφή) ήταν μια λέξη που την άκουγα πολλές φορές την ημέρα. «Στην Πατρίδα». «Στην πατρίδα κάναμε έτσι, στην πατρίδα κάναμε αλλιώς, στην πατρίδα ήμασταν αυτό, στην πατρίδα ήμασταν εκείνο». Και, το πιο συχνό από όλα, «μια μέρα θα πάμε να δούμε την πατρίδα». Συνέχεια. Δεν έφευγε στιγμή η λέξη από τα χείλη τους. Είναι η πιο έντονη παιδική μου ανάμνηση. Πεθάναν όλοι ο ένας μετά τον άλλο και κανείς τους δεν αξιώθηκε να γυρίσει έστω και για λίγες μέρες να δει το σπίτι που άφησε στην πατρίδα. Η πατρίδα ήταν ο Πόντος όπως ήδη θα καταλάβατε. Και όταν ο παππούς γύριζε φορτωμένος από το παζάρι δεν έλεγε «έφερα ένα κοτόπουλο» αλλά «ήνεγκα μιαν κοσάραν». Έλεγε «ήνεγκα». Πως θα μπορούσα λοιπόν να ταυτίσω την δική μου ιδέα για τον ελληνισμό με τα σημερινά του ελλαδικά σύνορα; Θα ήταν το λιγότερο προδοσία.

    ///Συμμεριζόμουν πολλά από τα στερεοτυπικά περί μπρούκληδων, νοσταλγών, υπερομαντικών. Οχι πια. Οχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί οι Ελληνες για τους οποίους μιλώ, είναι πρώτης γενιάς, με ζωντανούς δεσμούς, αρκετοί εκ των οποίων πήγαν εκεί ήδη διαμορφωμένοι.
    Βιώνουν την κρίση και εκεί. Αλλά αγωνιούν και για την κρίση της πατρίδας τους. Και προσπαθούν με κάθε τρόπο να βοηθήσουν. Αλλα ποιος τους λογαριάζει;///

    Για αυτούς τους έλληνες μίλησα και γω. Που έφυγαν ήδη συγκροτημένοι, (όσο μπορεί κανείς να θεωρείται συγκροτημένος στα 18 του ή στα 23 και 24 μετά την αρχική πανεπιστημιακή εκπαίδευση εδώ), επιστρέφουν συχνά, έχουν λαμπρές σπουδές και, προπάντων, δεν είναι ανελλήνιστοι. Τυχαίνει μάλιστα να γνωρίζω πολλούς από αυτούς πολύ καλά. Τον ίδιο μου τον αδελφό για παράδειγμα. Και άλλους, με τους οποίους πήγα μαζί στο σχολείο. Αλλά αυτό που λέτε περιέχει ήδη μια αντίφαση. Βιώνω σημαίνει ζω. Δεν ζουν από καιρό εδώ αυτοί οι άνθρωποι και δεν μοιράζονται την δική μας καθημερινότητα. Είναι διαφορετικό να ακούς για τους σωρούς των σκουπιδιών στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και άλλο να τα βλέπεις και να τα μυρίζεις όταν κάθε πρωί βγαίνεις από το σπίτι σου. Για να αναφέρω μόνο ένα, το πιο ανώδυνο, από τα άπειρα παραδείγματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Αν βιώνουν ένα πράγμα αυτό είναι η ηθική διάσταση της κρίσης. Και αυτήν πάλι ατελώς και μόνον στον βαθμό που ακουμπάει κάποια από τα στοιχεία της ταυτότητας τους. Δεν μπορούν να νοιώσουν την δική μας ταπείνωση και ανημποριά. Είναι λοιπόν περισσότερο νοητικός ο πόνος τους και δεν μπορεί να αγγίξει αυτόν που προκύπτει από την άμεση εμπειρία Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω εδώ ένα μικρό κομμάτι από την εισαγωγή του Βενέζη στο Νούμερο. Ο συγγραφέας μιλάει βέβαια για το σωματικό βασανιστήριο (δεν έχουμε φτάσει εκεί και ελπίζω να μην φτάσουμε ποτέ) αλλά παρά τις διαφορές στα μεγέθη οι αντιστοιχίες είναι προφανείς.

    «Εχουν νά λένε πώς κανένας πόνος δέν μπορεί νά είναι ισοδύναμος μέ τόν ηθικό πόνο. Αυτά τά λένε οι σοφοί καί τά βιβλία. Ομως, άν βγείς στά τρίστρατα καί ρωτήσεις τούς μάρτυρες, αυτούς πού τά κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιαζε ο θάνατος –καί είναι τόσο εύκολο νά τούς βρείς, η εποχή μας φρόντισε καί γέμισε τόν κόσμο- άν τούς ρωτήσεις, θά μάθεις πώς τίποτα, τίποτα δέν υπάρχει πιό βαθύ καί πιό ιερό από ένα σώμα πού βασανίζεται.»

    Τους λογαριάζουμε λοιπόν και τους σκεφτόμαστε. Καμιά φορά ακόμη και τους ντρεπόμαστε. Όμως πολύ λίγα είναι αυτά που μπορούν να κάνουν για να μας βοηθήσουν.

    ///Η σπασμένη κοινότητα που αναφέρετε δεν μπορεί να δει ούτε καν τον ελλαδικό εαυτό της. Πώς να δει τον ελληνισμό σφαιρικά και τολμηρά;///

    Δεν διαφωνώ καθόλου. Γι’ αυτό άλλωστε τελειώνω το σχόλιο μου λέγοντας ότι πρέπει να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Για να μπορέσουμε να γνωρίσουμε πρώτα τον εαυτό μας και να συμφιλιωθούμε με τους γύρω μας, ώστε να μπορέσουμε να επανασυγκροτήσουμε την κοινότητα. Η ένταξη μας σε ένα σχήμα, στο ελληνικό εν προκειμένω, αν μπορέσουμε να το ξαναβρούμε και να νοιώσουμε το μεγαλείο του, έπεται αναγκαστικά. Προηγείται η δημιουργία συλλογικότητας.

    ///Νομίζετε δε ότι η εγχώρια ελίτ επιθυμεί να συγκριθεί με τους Ελληνες αρίστους της διασποράς;///

    Δεν το έγραψα επειδή δεν ήθελα να πλατειάσω. Αλλά υπάρχει με έμμεσο τρόπο στο σχόλιο μου. Εκεί που αναφέρομαι στο γεγονός ότι όλα αυτά τα χαρίσματα των ανθρώπων μας έξω υπάρχουν επειδή τους επιτράπηκε να υπάρξουν. Επειδή οι καινούργιες τους πατρίδες όχι μόνο τα θέλουν αλλά και τα αναζητούν. Οι δικές μας όχι. Δεν το επιτρέπουν. Γι’ αυτό και αυτοί οι άνθρωποι είναι πλέον ριζωμένοι εκεί και όχι εδώ. Ένας από τους φίλους μου της διασποράς, συμμαθητής από το γυμνάσιο και μετέπειτα συμφοιτητής στο πανεπιστήμιο, διαπρέπει εδώ και 27 χρόνια στο Harvard. Μου έλεγε τα Χριστούγεννα ότι και να θέλει να γυρίσει είναι αδύνατον να μπορέσει να καταλάβει μια θέση στο ΑΠΘ. Να σημειωθεί ότι οι περισσότερες έδρες εκεί ανήκουν σήμερα στα παιδιά ή σε συγγενείς των τότε καθηγητών μας. Να σημειωθεί ακόμη ότι κανένας από αυτούς δεν είχε περάσει τα χρόνια εκείνα με εξετάσεις στην σχολή. Ήρθαν όλοι με σκανδαλώδεις μεταγραφές από έξω. Γι’ αυτό και υποστηρίζω με πάθος ότι η εξόντωση αυτών των ελίτ (vernichtung – δεν μπορώ να σκεφθώ βαρύτερη λέξη) είναι πλέον όρος επιβίωσης για την χώρα. Τότε ίσως θα μπορούσαν να επιστρέψουν πολλοί από την διασπορά και να προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους. Σήμερα οι άνθρωπο αυτοί είναι μόνον απειλή για τους ταγούς μας.

    ///Οσο για τον πλούσιο: Εχει σημασία να ακουσουμε τι έχει να πει και πώς αντιλαμβάνεται και αυτός, ο προνομιούχος, το συνανήκειν.///

    Ασφαλώς και έχει σημασία. Η παρατήρηση αφορούσε απλά και μόνον την κατάχρηση της λέξης. Αν την δεχθούμε θα πρέπει να αναζητήσουμε μια πιο βαριά για τον άνεργο της περιγραφής μου. Και εγώ δεν ξέρω καμιά τέτοια.

    ///Σε κατασταση εκτάκτου ανάγκης, οφείλουμε να βρούμε κοινούς τόπους συνανήκειν, με όσους επιθυμούν να διατηρηθεί ένα μίνιμουμ κοινωνικής συνοχής σε ένα δημοκρατικό κράτος. Ας κρατήσουμε τα μινιμουμ. Κι ας οραματιζόμαστε τα όπτιμουμ.///

    Αν έχετε τον χρόνο να ρίξετε μια ματιά κ. Ξυδάκη θα διαπιστώσετε ότι το ιστολόγιο μου είναι σχεδόν μονοθεματικό. Μιλάει μόνον για την ανάγκη του συνανήκειν. Και όχι μόνο επειδή αυτό είναι απαραίτητο για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης. Περισσότερο επειδή είναι ουσιώδες της ίδιας της ύπαρξης. Όχι μόνο της ελληνικής. Κάθε ύπαρξης.

    ///Αυτός, *εκεί*, είπε αυτό. *Εδώ* ποιος πλούσιος έχει πει κάτι που να υπενθυμίζει το συνανήκειν, έστω υπό το σχήμα πατρίδα;///

    Κανένας. Δυστυχώς. Οι εδώ πλούσιοι δεν διαθέτουν τέτοιες ευαισθησίες. Αν διέθεταν άλλωστε δεν θα ήταν πλούσιοι (εδώ – αλλού ναι). Διότι η ευαισθησία στην χώρα που χτίσαμε με μεθοδικότητα αφαιρεί υπεραξίες, δεν προσθέτει. Είναι για τα κορόιδα, τους αδύναμους και τους ονειροπόλους. Οι αντιλήψεις μας την θέλουνε συνήθως να ξεπηδάει μόνο μέσα από τον πόνο και τα τραγούδια της φτωχολογιάς και τους πάντα προδομένους αγώνες της μυθικής μας αριστεράς. Να είναι συγγενής με την αποτυχία. Το πιστεύουν και οι αποτυχημένοι αυτό και όχι μόνο επειδή τους παρηγορεί. Αλλά επειδή είναι κυρίαρχη άποψη. Δεν την αγαπάμε την ευαισθησία. «Εκεί», όμως, μπορεί και οι ευαίσθητοι να πλουτίζουν, επειδή το σύστημα είναι ανταποδοτικό και επειδή συνήθως η κλοπή τιμωρείται.. Έχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας μέχρι να τα κατανοήσουμε αυτά. Και δεν τον έχουμε ξεκινήσει καν αυτόν τον δρόμο. Προς το παρόν αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε με νύχια και με δόντια ο καθένας την μικρή βολή του, πάνω στην καμπούρα του γείτονα. Τα λόγια του πλούσιου συμπατριώτη μας είναι υπό τις συνθήκες αυτές ακατανόητα.

    ///Οσο για τη νοσταλγία: διευκρινίζω κάπως τι εννοώ. Αυτοί οι πρώτης γενιάς δεν νοσταλγούν κάτι που δεν ξέρουν, που δεν το έχουν ζήσει ή και ζουν. Ας το προσέξουμε.///

    Η νοσταλγία αφορά εξ ορισμού την σχέση μας με πράγματα περασμένα. Στο διάστημα που μεσολαβεί αλλάζουν και τα πράγματα αλλάζουμε και εμείς. Αυτό που νοσταλγούμε είναι η εικόνα των πραγμάτων που είχαν αγαπηθεί, όχι από εμάς, όπως είμαστε σήμερα, αλλά από αυτούς που ήμασταν τότε. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ζήσει την Ελλάδα του τότε. Όντας παιδιά. Όχι σήμερα. Η νοσταλγία τους είναι πολλές φορές συγκινητική (δεν το λέω ειρωνικά αυτό) αλλά όχι παραγωγική. Μια επαφή τους μερικών μηνών με την δική μας σημερινή πραγματικότητα (όχι αυτή των σύντομων διακοπών ανάμεσα σε αγαπημένους συγγενείς και φίλους), συνδυασμένη με απόπειρες επαγγελματικής ενασχόλησης και εμπλοκή με τις «αρχές», είναι ικανή να την διαλύσει και να τους κάνει να τρέχουν έντρομοι στην δεύτερη πατρίδα τους προσπαθώντας να ξεχάσουν τον εφιάλτη. Να μου επιτρέψετε να επιμείνω ότι η γνώση είναι φαινόμενο εμπειρικό και δεν μεταφέρεται με νοητικά σχήματα. Η αναμονή στον βρώμικο προθάλαμο επαρχιακού βουλευτικού γραφείου, για δουλειά, μόνον με θεατρικά σχήματα ταλαντούχων σκηνοθετών και στο πλαίσιο μαύρης κωμωδίας μπορεί να μεταφερθεί ως εικόνα στον μέσο γερμανό ή αμερικάνο.

    ///Κι ας προσέξουμε επίσης ότι όταν βρίσκεσαι μέχρι τη μύτη στο λάκκο, δεν βλέπεις και τόσο καθαρά το βίωμά σου, της λάσπης. Δεν βλέπεις τον λάκκο, δεν βλέπεις ούτε έξω από τον λάκκο.///

    Απολύτως σωστό. Πρέπει να βγεις έξω από τον εαυτό σου για να τον δεις καθαρά. Για να αποκτήσεις την αυτογνωσία που θα σε βοηθήσει να αποβάλλεις τα άσχημα και να προσπαθήσεις για τα καλά. Σήμερα κινούμεθα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο στον εαυτό μας και αναζητούμε τις λύσεις, εκτός λόγου, στα πιο σκοτεινά μας ένστικτα. Οι πολιτικές μας ελίτ μας οδηγούν εκεί. Ένας ολόκληρος λαός θα πληρώσει το κόστος της ποινικής ασυλίας μια ολιγάριθμης τάξης εγκληματιών.

    Πριν ένα χρόνο περίπου, στο ξεκίνημα αυτής της περιπέτειας, έγραψα αυτά τα δύο κείμενα. Για το «Εθνικόν» και για τον Πατριωτισμό. Αν θέλετε ρίξτε τους μια ματιά.

    http://ermippos.blogspot.com/2010_02_01_archive.html

    http://ermippos.blogspot.com/2010/03/blog-post_13.html

    Να σας εξομολογηθώ και κάτι. Τα τελευταία 5 χρόνια ανήκω και ο ίδιος στην διασπορά. Έφυγα βέβαια σε ώριμη ηλικία και σχεδόν κυνηγημένος από την πατρίδα. Δεν είχα ακολουθήσει από μικρός όλους τους υπόλοιπους επειδή πίστευα βαθιά ότι είχα υποχρέωση να μείνω και να την υπηρετήσω. Γιατί να μην φτιάξουμε ένα Harvard και δω, έλεγα. Έτσι έλεγα.

  • Μύρων Κατσούνας
    REPLY

    Αν βουλιάξει η Ελλάδα, τι θα είμαστε;
    Of remote Greek origin.

    Είναι κι αυτή μία από τις απαντήσεις που δεν θα πρέπει να λείψει από την ανάλυσή σας, η οποία θα πρέπει να ανιχνεύσει και τους πιθανούς εκφορείς μιας τέτοιας απάντησης.

    Αλλ’ ας μην κάνομε δίκη φρονημάτων..

Leave a Reply

Your email address will not be published.