Αλήθεια, θυγατέρα του Χρόνου Το χρωστάμε στην Ιστορία και στα παιδιά μας

Τσιμέντα μπεζ και γαλανόλευκη

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.

no comments
  • Ανώνυμος
    REPLY

    Εκτίθεται ο αείμνηστος Βλάσσης, εκτιθέμεθα (ξεβρακωνόμαστε) κι εμείς ενώπιον των εκθεμάτων του. Ολόγυρά μας, τα καζάνια της αισθητικής κόλασης. Σε ποιο απ’ όλα είναι ο ελεύθερος, πλέον, Βλάσσης, σε ποιο απ’ όλα σιγοβράζουμε εμείς, οι δούλοι της πραγματικότητάς μας; Πού βρίσκεται ο Παράδεισος, τα Ηλύσια Πεδία; Τα φρουρούν οι Εκατόγχειρες «Τιτάν-ες», εγκλωβισμένα μέσα στα σακιά τους;

    Σκίσατε κάποιο σακί; Ευωδίασε ο τόπος; Άλλαξε κάτι;

    Εγώ είμαι βλάσφημος. Δεν έχω χρήματα για τον βαρκάρη. Τα μάτια του νεκρού εαυτού μου, δεν τα σφαλίζουν χρυσά νομίσματα, παρά βλαστήμιες. Θα με περάσει ο βαρκάρης απέναντι; Θα με πάει στα τάρταρα ή στα Ηλύσια Πεδία; Πληρώνω με «χρυσές/πολύτιμες» βλαστήμιες το αιώνιο ταξίδι. Κι αν είναι ο Βλάσσης στη θέση του πορτιέρη των Ηλύσιων Πεδίων; Θα φάω πόρτα ή θα με εκτιμήσει (ίσως) για το θράσος μου να μην αποδίδω τα του καίσαρος τω καίσαρι;

  • ilias
    REPLY

    »Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.»
    Με αναγραμματισμό και μια μικρή προσθήκη το νόημα επανέρχεται.
    ΝΑ ΤΙΤΑΝΕ :)

  • Left G700
    REPLY

    Φίλε nikoxy,

    Έχουμε την εντύπωση, για να ‘‘παίξουμε’’ κι εμείς με τον Κανιάρη όπως εσύ, ότι ‘‘διάβασες’’ το συγκεκριμένο έργο του μόνο «από μπρος» κι όχι και «από πίσω». Τι εννοούμε; Μα τι άλλο από το ότι σου διέφυγε πως ο Κανιάρης έστησε την πικρή ειρωνεία του κατάμουτρα και απέναντι σε αυτό το υποσύνολο που εσύ επιμένεις να αποκαλείς «μεσαία τάξη», για τα πάθη του οποίου συχνά-πυκνά γράφεις, κρούοντας ταυτόχρονα και τον κώδωνα του κινδύνου πως, αν χαθεί αυτή, θα ανοίξει μετά ο (κοινωνικός) ασκός τού Αιόλου. Γιατί, βέβαια, δεν φανταζόμαστε να φαντάζεσαι ότι ο Κανιάρης, μ’ αυτούς τους τσιμεντόσακους, ειρωνευόταν τον πατέρα σου ο οποίος, πιθανόν, σ’ όλα αυτά τα«40 χρόνια ένσημα βαρέα και ανθυγιεινά» να ονειρεύτηκε κάποτε να βάλει πάνω από το κεφάλι του ένα δικό του κεραμίδι˙ ένα δικό του κεραμίδι για την οικογένειά του και, βέβαια, τον γιό του, όταν έρθει η ώρα… Κι όμως, χωρίς να το καταλάβεις, ανεπαισθήτως, ‘‘τσουβάλιασες’’ και τον πατέρα σου μέσα σ’ αυτούς τους τσιμεντόσακους. Μαζί με πολλούς άλλους που είχαν κι αυτοί «40 χρόνια ένσημα βαρέα και ανθυγιεινά»…

    Φίλε nikoxy, συνηθίζεις να κεντάς τη μορφή των κειμένων σου ψιλοβελονιά. Με τα χρόνια έγινες εξπέρ. Δεν είναι καιρός να δείξεις λίγη περισσότερη φροντίδα και για το περιεχόμενό τους;

    Τα λέμε

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Κ. Π. Καβάφης
    1863–1933

    Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

    Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
    δεν μέν’ η ελάχιστη αμφιβολία,
    και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
    ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
    να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

    Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
    είναι που κάμνουνε μια ιστορία
    μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
    αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
    δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
    για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
    κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
    με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

    Έχουνε και μια κλίσι στις θυσίες.
    Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
    η κατοχή σας είναι είν’ επισφαλής:
    η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τις Αποικίες.
    Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
    κι από την άλληνα τη συναφή,
    κι από την Τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
    είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
    σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

    Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
    βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
    πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

    Κι όταν, με το καλό, τλειώσουνε την εργασία,
    κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
    απέλθουν, παίρνοντας και τη δικαία μισθοδοσία,
    να δούμε τι απομένει πια, μετά
    τόση δεινότητα χειρουργική.–

    Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
    Να μην βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
    Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
    Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
    Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
    Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

    Το ποίημα αυτό γράφτηκε από τον Καβάφη το 1928 (τη χρονιά που γεννήθηκε ο Κανιάρης) και αναφέρεται «…σε πλευρές από το κατρακύλημα του Ελληνισμού, κατά τις ιστορικές στιγμές της φθίνουσας πορείας του ελληνιστικού κόσμου». Αναφέρεται δηλαδή σε μια περίοδο, 2128 ετών πριν από τη γέννηση του Κανιάρη.

    Κι όμως, δεν έχει αλλάξει τίποτα ακόμα. Μόνο η «τέχνη» έγινε ακόμα πιο βαρετή, ακόμα πιο …τίποτα..

Leave a Reply

Your email address will not be published.