Μόνον από κοινού Συνέντευξη, Παν/μιο Κύπρου

Τις νύχτες η Αθήνα είναι σιωπηλή και αργόσυρτη, σχεδόν ακίνητη. Οι πιάτσες ταξί φυτρώνουν παντού, μικρές κίτρινες αποικίες. Παρ’ όλ’ αυτά, κίνηση βουβή, αραιή. Η άνοιξη καταφέρνει να ζωηρέψει την πόλη μόνο πέριξ του Σαββάτου, και μόνο στις ορισμένες ζώνες διασκέδασης. Πολλά μπαρ φτάνουν τη happy hour με φτηνά ποτά έως τις 9 και 10, για να πείσουν την πελατεία να κεραστεί κάτι· οι νεότεροι ψωνίζουν μπίρες και κρασιά χύμα από το περίπτερο, τα πίνουν σε σκαλάκια και παγκάκια, σε αστικά ξέφωτα.

Στις λεωφόρους έχουν ελαττώσει τις περατζάδες ακόμη και οι κάγκουρες, η πολυπληθής πλην ανομοιογενής φυλή των λαϊκών που ιππηλατούν στην πόλη πάνω σε παπιά με κομμένες εξατμίσεις ή σε πειραγμένα αυτοκινητάκια φορτωμένα μπάσα, με σαμπγούφερ που πιάνουν όλο το πορτμπαγκάζ. Στις αντλίες παραγγέλνουν βενζίνη τρία ή πέντε ευρώ, όσο για μια βόλτα το σαββατόβραδο.

Στις κεντρικές συνοικίες, ακόμη και στα θεματικά πάρκα της διακσέδασης, Γκάζι και Ψυρρή, το χρώμα και η αύρα έχουν αλλάξει, τα αλλάζει ραγδαία η κρίση και η φτώχεια. Μια βαλκανίλα τα σκεπάζει όλα, ημιορατή ακόμη, σαν τούλινος μαδύας, που όμως επιμένει και εντείνεται, σταθερά.

Δεν εννοώ μόνο τα μικρομπακάλικα και τα πρόχειρα στέκια φαγητού με τις εξωτικές αλλόγλωσες επιγραφές, τα πακιστάνικα κουρεία, τα τηλεφωνικά-ιντερνετικά μαγαζάκια. Είναι κι αυτά ασφαλώς, ανεπτυγμένα σε διάρκεια σχεδόν μιας εικοσαετίας. Εννοώ περισσότερο μια υποχώρηση του επιδεικνυόμενου πλούτου δυτικού τύπου, στα αυτοκίνητα, στα ρούχα, στα αξεσουάρ, στον τρόπο που ξεχώριζαν οι πολίτες ευρωζώνης από τους τριτοκοσμικούς και τους ανατολικοευρωπαίους. Τα διακριτικά γνωρίσματα συγχέονται, διότι η αγοραστική δύναμη των ανέργων είναι παντού ίδια, μηδαμινή. Η βαλκανική αύρα, ίσως και ανατολικομεσογειακή, απλώνεται πολύχρωμη, μελαγχολική, με υποβόσκουσα επιθετικότητα, πλανάται πάνω σε ρημαγμένες βιτρίνες και φαλιρισμένα μαγαζιά, σε θορυβώδη γκράφιτι και μαρκαρίσματα, σε καφενεία ανάγκης με φωναχτές επιγραφές «καφές 1€», σε φούρνους που ξεφυτρώνουν διαρκώς, στα κλειστά περίπτερα και τις πολλαπλασιαζόμενες τυφλές ζώνες του κέντρου. Ιδίως μετά το δειλινό, όταν τα χρώματα ξεβάφουν και τα φώτα είναι λιγοστά.

Η πτώχευση επιτάχυνε δραματικά την κατάρρευση του παλαιού εμποροβιοτεχνικού κόσμου, ήδη κλονισμένου, που κρατιόταν με τα δόντια μέχρι τη σύνταξη. Η βίαιη αποχώρηση των γηρασμένων παραγωγικών θυλάκων άλλαξε αναλόγως βίαια την ψυχογεωγραφία του άστεος: ολόκληρες πιάτσες επαγγελματιών και εμπορίου εξατμίζονται. Τα δέρματα και η υποδηματοποιΐα απ’ του Ψυρρή, τα υφάσματα και τα ραφεία στο ιστορικό τρίγωνο Αιόλου, Σταδίου, Αθηνάς, τα είδη υγιεινής στην Γ’ Σεπτεμβρίου, τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος, τα αστικά εμπορικά της Σταδίου, ακόμη και τα σιδηρικά της οδού Αθηνάς αραιώνουν. Σε όλα τα κτίρια γραφείων του κέντρου, στην είσοδο, κολημμένες ανακοινώσεις: το ασανσέρ δεν λειτουργεί λόγω απλήρωτου λογαριασμού, η ΔΕΗ έκανε διακανονισμό, πληρώστε τα κοινόχρηστα. Αντιστέκονται η Βαρβάκειος και δυο-τρία πολυκαταστήματα. Παντού αλλού, όπου δεν χάσκουν άδειες βιτρίνες, φυτρώνουν καφενεία για άεργους και ευκαιριακά φτηνομάγαζα ― η επιχειρηματικότητα της ανάγκης.

Στα καφενεία, στα μπαρ, στους δρόμους: τα ντυσίματα άλλαξαν, τα ρούχα είναι παλιά, κι είναι φτηνά. Πληθαίνουν τα τατουάζ και τα πιρς, σημάδια ενός διάχυτου, άμορφου κύματος νεοτριμπαλισμού: αναζητείται ταυτότητα. Η πτώχευση ήταν απότομη, δεν έχουν επινοηθεί ακόμη τρόποι να αποτυπωθεί αισθητικά και συμπεριφοριολογικά η νέα συνθήκη. Μια υπαρκτή διέξοδος: η γενίκευση της καγκουριάς, του χύμα, του λαϊκού flâneur που περιφέρεται με τα ελάχιστα, με τσιγάρα ρεφενέ, χωρίς ή με σποραδικό μεροκάματο, με θρυμματισμένη ή διακοπείσα μόρφωση, και καταλαμβάνει ό,τι διατίθεται ακόμη δωρεάν: τον δημόσιο χώρο. Με θόρυβο εξατμίσεων ή σούπερ μπάσα, ο κάγκουρας μαρκάρει προσωρινές ζώνες, όπου για λίγο αισθάνεται κυρίαρχος ή ανεκτός.

Οι μηδενικές προσδοκίες, το άνυδρο μέλλον, ο αποκλεισμός, οδηγούν σε εσωστρέφεια, αυατοναφορικότητα, ατυπική οργάνωση ανά αγέλες, προσκόλληση σε υποκουλτούρες. Το στυλ του κάγκουρα, αισθητικά και ανθρωπολογικά, εκφράζει τη νέα φτωχογειτονιά, αυτή που έως πρόσφατα πίστευε ότι ήταν μικροπλούσια. Ο κάγκουρας ήταν φτωχός, τώρα είναι πληβείος· είχε λιγοστό μέλλον, τώρα δεν έχει καθόλου. Δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε καινούργιο, έχει τους κώδικες, άλλωστε είναι εύκολοι και ρευστοί, του αρκούν για να αποικίσει το αστικό κενό. Είναι ήδη μια εκδοχή βίου, για πολλούς η μόνη.

video: DJ Mehdi – Signatune (via Sergios)

8 Σχόλια
  • Ελένη Αποστολίδου
    REPLY

    Κύριε Ξυδάκη,

    Προκαλεί τεράστια κατάπληξη ότι ένας διανοητής του δικού σας διαμετρήματος με τις εγνωσμένες ευαισθησίες (συνεχίζει να) επιδεικνύει αυτόν τον άκρατο ρατσισμό έναντι των λοιπών βαλκανικών λαών.

    Χωρίς να αίρεται ο σεβασμός μου προς τα κείμενα και τη δημόσια παρουσία σας, επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι εντέλει επικυρώνετε εκείνη την αυτοκαταστροφική τάση και στάση της ελλαδικής κοινωνίας των τελευταίων 25 ετών που συνοψίστηκε στη φράση ‘Αλβανό εργάτη και Ρωσίδα στο κρεβάτι’. Σκέφτομαι ότι ίσως στη δική σας στάση εντέλει αντανακλάται -με δεδομένο ότι είστε δεινός μελετητής της Ιστορίας- η γνωστή ρατσιστική υπεροψία των παροικιακών ελληνόφωνων μεταπρατικών στρωμάτων της περιόδου από τις μέσα του 17ου αιώνα έως και το Μεσοπόλεμο.

    Σας ζητώ να αναρωτηθείτε, τώρα που προσωπικά συμβάλλετε στη συγκρότηση ενός νέου εθνικού αφηγήματος, μήπως συστατικό στοιχείο του θα έπρεπε να είναι η πλήρης αποδοχή της γεωγραφικής θέσης της χώρας και συνεπώς η ισότιμη αντιμετώπιση των γειτόνων της Ελλάδας;

    Ενδεχομένως αυτό το έξοχο βιβλίο της Άννας Αγαθαγγέλου συμβάλει να αναθεωρήσετε και να αναστοχαστείτε τη θέση σας ως προς το συγκεκριμένο θέμα.

  • Ελένη Αποστολίδου
    REPLY

    Κύριε Ξυδάκη,

    Προκαλεί τεράστια κατάπληξη ότι ένας διανοητής του δικού σας διαμετρήματος με τις εγνωσμένες ευαισθησίες (συνεχίζει να) επιδεικνύει αυτόν τον άκρατο ρατσισμό έναντι των λοιπών βαλκανικών λαών.

    Χωρίς να αίρεται ο σεβασμός μου προς τα κείμενα και τη δημόσια παρουσία σας, επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι εντέλει επικυρώνετε εκείνη την αυτοκαταστροφική τάση και στάση της ελλαδικής κοινωνίας των τελευταίων 25 ετών που συνοψίστηκε στη φράση ‘Αλβανό εργάτη και Ρωσίδα στο κρεβάτι’. Σκέφτομαι ότι ίσως στη δική σας στάση εντέλει αντανακλάται -με δεδομένο ότι είστε δεινός μελετητής της Ιστορίας- η γνωστή ρατσιστική υπεροψία των παροικιακών ελληνόφωνων μεταπρατικών στρωμάτων της περιόδου από τις μέσα του 17ου αιώνα έως και το Μεσοπόλεμο.

    Σας ζητώ να αναρωτηθείτε, τώρα που προσωπικά συμβάλλετε στη συγκρότηση ενός νέου εθνικού αφηγήματος, μήπως συστατικό στοιχείο του θα έπρεπε να είναι η πλήρης αποδοχή της γεωγραφικής θέσης της χώρας και συνεπώς η ισότιμη αντιμετώπιση των γειτόνων της Ελλάδας;

    Ενδεχομένως αυτό το έξοχο βιβλίο της Άννας Αγαθαγγέλου συμβάλει να αναθεωρήσετε και να αναστοχαστείτε τη θέση σας ως προς το συγκεκριμένο θέμα.

    • nikoxy
      REPLY

      @Ελένη Αποστολίδου

      Ενδεχομένως η έκφραση «βαλκανίλα» δεν είναι πολιτικώς ορθή, ίσως ούτε ακριβής, εφόσον δεν καταφέρνει να μεταδώσει αυτό που επεδίωκα: τη μελαγχολική ατμόσφαιρα κατά τα χρόνια του ύστερου υπαρκτού, και κυρίως το μίγμα αμηχανίας-αταξίας-διαψευσης-μελαγχολίας μετά την πτώση του υπαρκτού, στις βαλκανικές χώρες αλλά και στη Μεσευρώπη, την οποία επισκέφθηκα πολλάκις προ και μετά..

      Εξ ου για την πολυχρωμία πρόσθεσα την ανατολικομεσογειακή απόχρωση της ιστορικής αιώρησης, ας πούμε το Κάιρο, το Τελ Αβίβ ή τη Βυρηττό μετά τον πόλεμο.
      Υπονοώ επίσης την μετάβαση από την πίστα της Ισχυράς Ελλάδος στην πίστα της Βαλκανικής Ελλάδος.

      Στον περιορισμένο χώρο μιας επιφυλλίδας δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν ούτε καν να περιγραφούν επακριβώς οι προκείμενες. Απλώς παίρνουμε το ρίσκο να παρεξηγηθούμε.
      Στο συγκεκριμένο κείμενο μάλιστα τα ρίσκα ήσαν πλείονα του ενός. Ακόμη και η κατηγορία-habitus «κάγκουρας» είναι ολισθηρό έδαφος.
      Αλλά προσπαθώ να συλλάβω τους πολλαπλούς μετασχηματισμούς, την ώρα που (νομίζω) συμβαίνουν. Δόξες και περιγραφές, με ρίσκα, άρα.

  • aftercrisis
    REPLY

    Αδικείτε κάπως τους λοιπούς συν-Ευρωπαίους μας από τις άλλες χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η Σόφια, το Βελιγράδι, τα Σκόπια, η Φιλιππούπολη, το Σεράγεβο, η Ποντγκόριτσα ή το Μπρασόβ δεν έχουν (και δεν είχαν, ούτε κάν στις πιό δύσκολες περιόδους), το παρακμιακό κλίμα της σημερινής Ελληνικής μεγαλούπολης. Ο λόγος είναι ότι εκεί ποτέ δεν είχαν φούσκα, ώστε τώρα να έχουν σκασμένη φούσκα, όπως έχουμε εμείς.
    Η Ελλάδα δεν έχει μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες και χρηστικές υποδομές από τις λοιπές χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σε σχέση με αυτούς, προηγηθήκαμε στην ΕΕ και στο Ευρώ μόνον για πολιτικούς και κυρίως ιστορικούς λόγους (δεν είχαμε την ατυχία να ζήσουμε υπό υπαρκτό «σοσισλισμό»). Μεγαλοπιαστήκαμε όμως, γίναμε υπερόπτες και αλαζόνες – και η ιστορία δεν συγχωρεί την αλαζονεία.
    Κατά τα άλλα, πολύ σωστά το γράψατε: «Το στυλ του κάγκουρα, αισθητικά και ανθρωπολογικά, εκφράζει τη νέα φτωχογειτονιά, αυτή που έως πρόσφατα πίστευε ότι ήταν μικροπλούσια».
    Τώρα πληρώνουμε, λάθος άνθρωποι και λάθος κοινωνικά στρώματα, την μικροπλούσια «ισχυρή Ελλάδα» (που θα «επανιδρύονταν», από πάνω): Του 2000, του 2004, του 2007…

  • vassozacharof
    REPLY

    http://ciaoant1.blogspot.gr/2013/04/blog-post_8606.html
    Ηταν, αλήθεια, θαυμάσια η αλλαγή που είχε φέρει στο Παρίσι η Κομμούνα! Ούτε ίχνος πια από το ακόλαστο Παρίσι της δεύτερης αυτοκρατορίας. Δεν ήταν πια το Παρίσι τόπος συνάντησης για τους Βρετανούς τσιφλικάδες, τους Ιρλανδούς άμπσεντιρς, τους Αμερικάνους πρώην δουλοχτήτες και νεόπλουτους, τους Ρώσους πρώην φεουδάρχες και τους μπογιάρους της Βλαχίας. Δεν εκθέτανε πια πτώματα στα νεκροτομεία για αναγνώριση, δε γίνονταν πια νυχτερινές διαρρήξεις και σταμάτησαν σχεδόν ολότελα οι κλοπές. Για πρώτη φορά από τις μέρες του Φλεβάρη του 1848 οι δρόμοι του Παρισιού ήτανε πάλι πραγματικά ασφαλείς, κι αυτό χωρίς κανενός είδους αστυνομία. «Δεν ακούμε πια να γίνεται λόγος – είπε ένα μέλος της Κομμούνας – για φόνους, ληστείες και επιθέσεις σε πρόσωπα. Φαίνεται πραγματικά σαν να τράβηξε μαζί της η αστυνομία στις Βερσαλίες όλους τους συντηρητικούς φίλους της». Οι κοκότες ξαναβρήκαν τα ίχνη των προστατών τους που το είχαν σκάσει, τους ανθρώπους της οικογένειας, της θρησκείας και πάνω απ’ όλα της ιδιοχτησίας. Στη θέση τους ξαναβγήκαν στην επιφάνεια οι πραγματικές γυναίκες του Παρισιού – ηρωικές, ανοιχτόκαρδες και αφοσιωμένες σαν τις γυναίκες της αρχαιότητας. Ηταν το Παρίσι που εργαζόταν, που σκεφτόταν, που μαχόταν, που μάτωνε, που αφοσιωμένο όπως ήταν στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, ξεχνούσε σχεδόν τους κανίβαλους που βρίσκονταν έξω από τις πύλες του, που αχτινοβολούσε μέσα στον ενθουσιασμό της ιστορικής του πρωτοβουλίας».

Leave a Reply

Your email address will not be published.