Νομοθέτηση κατά συρροήν Βούληση και ευθύνη για το μέλλον

Αναζητώντας νόημα στο Πρότζεκτ Μεζονέτα

Μέχρι πού φτάνει το Χαλάνδρι; Μέχρι τους πρόποδες της Πεντέλης. Το έμαθα την περασμένη Δευτέρα αναζητώντας το νεκροταφείο Χαλανδρίου· τοποθετημένο στην απόληξη μιας γλώσσας γης που εκτείνεται βαθιά μες στα Βριλήσσια, μου εξήγησε ένας φίλος. Είχα χαράξει διαδρομή από Φάληρο έως τις εσχατιές της Δουκίσσης Πλακεντίας.

Οδηγώντας τη βέσπα σε αστικούς και περιαστικούς αυτοκινητόδρομους έχεις την ευκαιρία να δεις την πόλη σε άλλη προοπτική, άλλη από τις γνωστές διαδρομές στο πυκνοκατοικημένο κέντρο. Να δεις άλλη πόλη. Αντικρίζεις τις προεκτάσεις της μητρόπολης, τις παραφυάδες, τα προσαρτήματα, την ποικίλη και αχανή ενδοχώρα που ενσωματώνεται κοπιαστικά ή καρκινικά στον καθαυτό αστικό κορμό, αντικρίζεις έναν μεταβατικό χώρο, ας την πούμε suburbiana.

Στην αρχιτεκτονική τυπολογία, κυριαρχεί η προαστιακή πολυκατοικία και η μεζονέτα, μόνη της ή σε συστάδες. Η προαστιακή πολυκατοικία κατάγεται προφανώς από την τυπική αθηναϊκή αλλά έχει αέρα, piloti, παρτέρια, μοντέρνα υλικά. Μέχρι εκεί. Ο κατεξοχήν αρχιτεκτονικός και κοινωνιολογικός τύπος των προαστίων είναι η μεζονέτα: φιλοδοξεί να υπερπηδήσει το στάδιο της μεταπολεμικής μικροαστικής πολυκατοικίας, αυτής που φθάρηκε από τον υπερκορεσμό και την πληθωριστική χρήση των εσωτερικών μεταναστών, πολύ πριν καταληφθεί από τους έξωθεν μετανάστες. Η μεζονέτα αφήνει πίσω την «μεταναστευτική» πολυκατοικία και φιλοδοξεί να πλησιάσει τον τύπο της έπαυλης, της βίλας, του μεγάλου σπιτιού με κήπο, σαν αυτά του Ψυχικού, της Φιλοθέης, της Εκάλης. Αυτή είναι η φιλοδοξία, ο στόχος, υπόρρητα.

Στην πράξη βεβαίως δεν ανασυστήνονται Ψυχικά και Εκάλες· το κοινωνικό και υλικό περικείμενο δεν αναπαράγεται με παραγγελία σε αρχιτέκτονα ή εργολάβο. Στην πράξη δημιουργούνται αποικίες ομοιόμορφων λίγο-πολύ κτισμάτων σε περιοχές με υποτυπώδη ρυμοτομία, με ελλιπείς δημόσιους χώρους, με πολλούς θύλακους μικτών χρήσεων και αδόμητα κενά, με τα μαγαζιά, παλιά και καινούργια, παρατεταγμένα στους διελαύνοντες αυτοκινητόδρομους. Αποικίες-υπνωτήρια, ακριβό real estate.

Είναι η Ελλάδα μετά τη δεκαετία ’80, η Ελλάδα της πιστωτικής επέκτασης, του οικοδομικού οργασμού, της φούσκας ακινήτων, της προαστιοφιλίας. Ο,τι χτίστηκε ώς το 2005 περίπου, ό,τι πρόλαβε να κατοικηθεί, ό,τι πιαθνότατα δεν θα αποπληρωθεί. Και είναι η πιο απτή αποτύπωση του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης έως την τομή της κρίσης: συγκοινωνιακές υποδομές, οικοδομή, κατανάλωση.

Προσπαθώ να δω το Πρότζεκτ Μεζονέτα όχι με αισθητικούς ή αρχιτεκτονικούς όρους, αλλά σαν ιδεότυπο και σαν αναπαράσταση. Τι σήμαινε η μετοίκηση ενός μικροαστού από το αθηναϊκό κέντρο στα παρθένα εδάφη στις ρίζες των βουνών, μακριά από τη θάλασσα, σε νεόδμητες κατοικίες αγορασμένες από τα σχέδια. Μεταξύ άλλων σήμαινε φαντασιακή μετακόμιση, όχι μόνο προς τα βόρεια προάστια, αλλά και προς την αρχετυπική suburbiana του αμερικανικού σινεμά, τα αυτόνομα σπίτια της μεσαιοανώτερης τάξης, με γκαζόν και φράχτη. Εστω ως ντόπιο υβρίδιο, με σωμόν επίχρισμα και ριχτή στέγη, σμίγοντας τη hacienda με το χαγιάτι, το τζάκι με το μπάρμπεκιου και το playroom.

Προσπαθώ να δω ποιο αστικό ήθος, ποιο ανθρωπολογικό habitus παράγεται στο Πρότζεκτ Μεζονέτα, στο μέτρο που προβάλλει ως διάδοχη κατάσταση στο αθηναϊκό κέντρο, δηλαδή στον αστικό βίο που διαμορφώθηκε επί ενάμιση αιώνα γύρω από εμβληματκούς λόφους και ποτάμια. Θα ‘λεγα ότι πάνω που διαμορφώθηκε ένας συμπαγής και ευρύς αστικός πολιτισμός μετά τον Β’ Πόλεμο, όταν πια αφομοιώθηκαν οργανικά οι επήλυδες της αστυφιλίας, πάνω που το κέντρο απέκτησε μακρά μνήμη και μητροπολιτικό βάθος, άρχισε μια ιδιόμορφη αποκέντρωση, μια αραίωση νοήματος, μια διάχυση ζωτικότητας.

Η υλική γήρανση της αθηναϊκής πολυκατοικίας δεν αρκεί ως μόνη εξήγηση. Ο χαλαρός δεσμός που συγκροτεί κοπιαστικά ο έπηλυς με τον αθηναϊκό ιστό και που εύκολα σπάει, είναι ίσως μια μερική εξήγηση. Η σφοδρή κρίση, που πρόλαβε τον επανεποικισμό και την ανανοηματοδότηση του αθηναϊκού κέντρου, είναι άλλη μια μερική εξήγηση. Η άσκοπη και ασυλλόγιστη μεταφορά μεγάλων δημόσιων υπηρεσιών εκτός κέντρου, για να εξυπηρετούνται οι υπάλληλοι κάτοικοι των προαστίων, συνέβαλε κι αυτή στο μαρασμό του Σίτυ και στον πολλαπλασιασμό της μεζονέτας.
Ωστόσο το Πρότζεκτ Μεζονέτα παραμένει χωρίς πλήρη ερμηνεία, πολύ περισότερο που η λογική του και η μορφολογία του έθαλλε και εκτός Αττικής.

Επιστρέφοντας το σούρουπο, βιάζομαι να αφήσω πίσω τα μελαγχολικά κενά ανάμεσα στις μεζονέτες και τους άξενους αυτοκινητόδρομους. Στο παλιό Χαλάνδρι νιώθω σε γνώριμα μέρη· κατεβαίνω την Αλεξάνδρας με φώτα, μπαίνω στο φαράγγι της Ιπποκράτους.

5 Σχόλια
  • Βασίλης
    REPLY

    «αφομοιώθηκαν οργανικά οι επήλυδες» Κανένα στοιχείο για αυτό υπάρχει; Η Αθήνα σε κανένα χρονικό σημείο της δεκαετίας του 80 (και του 90) δεν έδειχνε να κατοικείται από αφομοιωμένους κατοίκους.

  • Κατερίνα Σ.Μ.
    REPLY

    (το σχόλιο είναι για την συγκεκριμένη περιοχή που λειτούργησε ως ερέθισμα για την συγγραφή του άρθρου, και όχι γενικώς για το «project μεζονέτα)

    Aπό τα παράξενα της οριοθέτησης των δήμων είναι και η εισχώρηση του Χαλανδρίου μέσα στα Βριλήσσια, για τα οποία Βριλήσσια δεν ισχύει ότι “o κατεξοχήν αρχιτεκτονικός και κοινωνιολογικός τύπος” αυτού του προαστίου είναι η λεγόμενη μεζονέτα (τουλάχιστον για το μέγιστο της γης που καταλαμβάνουν). Οι ντόπιοι επιχειρηματίες, όπως και οι κάτοικοι, που μεγάλωσαν στα Βριλήσσια, το απέφυγαν. Σημειωτέον, ότι πολλοί παλαιοί κάτοικοι – όταν ακόμα το προάστιο ήταν για ανθρώπους και όχι για αυτοκίνητα, και για τράπεζες και πολυκαταστήματα χωρίς χώρους πάρκινγκ για τους πελάτες τους που έρχονται και από άλλους, όμορους δήμους -, αντιστάθηκαν ενεργά και οργανωμένα όταν ο μακαρίτης Βαγγέλης Κουλουμπής – υπουργός ΠΕΧΩΔΕ τότε – προσπάθησε να αλλάξει τον ΓΟΚ, καταργώντας το πανταχόθεν ελεύθερο, και δίνοντας μεγαλύτερο συντελεστή και μεγαλύτερο ύψος (περισσότερους ορόφους). Αυτοί οι κάτοικοι, με επιμονή και πιέσεις το κατάφεραν στο τέλος, και έτσι πρόλαβαν να υψωθούν μόνον λίγες μετρημένες 5όροφες πολυκατοικίες, ευτυχώς όχι κολλητές η μία πλάι στην άλλη. Οι ίδιοι αυτοί κάτοικοι και τα μεγάλα πια παιδιά τους, εξακολουθούν και σήμερα να νοιάζονται για την πόλη τους, αν και ξέρουν ότι η συντελεσθείσα καταστροφή, με μεγάλη ευθύνη της Τ.Α., δεν είναι αναστρέψιμη.

    Για την περιοχή Πατήματος Χαλανδρίου, όπου και το Κοιμητήριο, αυτό που πιθανόν δεν γνωρίζετε είναι ότι το πρότζεκτ μεζονέτα δεν εφαρμόστηκε λόγω «φιλοδοξίας να πλησιάσει τον τύπο της έπαυλης» αλλά λόγω ανάγκης, επειδή στην συγκεκριμένη περιοχή, όπως και σε μία μικρή των Βριλησσίων που άργησε να ενταχθεί στο Σχέδιο Πόλεως, τα οικόπεδα δεν ήταν άρτια (ήταν μικρά και αγοράστηκαν όταν ήταν ακόμα εκτός σχεδίου) και ένας όροφος δεν κάλυπτε τον συντελεστή δόμησης, ούτε αρκούσε για την ανάπτυξη μιας κατοικίας ικανής να ανταποκρίνεται στις ανάγκες στέγασης μιας οικογένειας. Επίσης, στην ίδια περιοχή δεν επιτρέπονται πολλοί όροφοι, ώστε οι οικοδομικές επιχειρήσεις να έχουν τη δυνατότητα να υψώσουν 4όροφες πολυκατοικίες πάνω σε 5-6 μικρά γειτονικά οικόπεδα και να αποφύγουν έτσι τις συστάδες μεζονετών. Κήποι δεν υπάρχουν σ’ αυτές τις μεζονέτες – οι χώροι που ονομάζετε έτσι δεν είναι παρά μικροί ακάλυπτοι καλυμμένοι με δένδρα και φυτά. Υποθέτω ότι δεν θεωρείτε τους κατοίκους αυτής της περιοχής τόσο σχιζοφρενικά φιλόδοξους που να φαντασιώνονται μέχρι και τους κήπους των Βερσαλλιών. Προσωπικώς δε, δεν πιστεύω ότι οι κάτοικοι της βορειοανατολικής αυτής περιοχής της Αττικής φαντασιώνονται ότι μετακόμισαν στην βόρεια. Τους υποτιμάτε, νομίζω, γενικεύοντας κάτι που ισχύει για κάποιους ψωνισμένους. Όλοι μαζί φαντασιώνονται» όπως «Όλοι μαζί τα φάγαμε»;

    Τέλος, κάτι ακόμα που αφορά στην διοικητική ένταξη του Πατήματος στον Δήμο Χαλανδρίου, αν και χωροταξικώς ανήκει στα Βριλήσσια. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, ίσως και μέχρι σήμερα – δεν γνωρίζω αν συμβαίνει ακόμα-, οι κάτοικοι αυτής της περιοχής έκαναν χρήση των υποδομών του Δήμου Βριλησσίων (σχολεία, υπηρεσίες, αθλητικούς χώρους κ.λπ) , και όσοι εξ αυτών δραστηριοποιούνταν στα κοινά, συμμετείχαν σε βριλησσιώτικους φορείς και δημοτικούς συνδυασμούς. Έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Δήμος Χαλανδρίου αδιαφορούσε γι αυτή την περιοχή, καιι υποψιάζομαι πως ο λόγος για τον οποίο δεν προσαρτάται στον Δήμο Βριλησσίων, είναι τα έσοδα από το Νεκροταφείο, στο οποίο, παρεμπιπτόντως, βρισκόμουν κι εγώ την ίδια μέρα, την ίδια ώρα και για τον ίδιο λόγο μ’ εσάς. (Καλό του κατευόδιο.)

Leave a Reply to Βασίλης Cancel Reply

Your email address will not be published.