Χωρίς πολιτική απάντηση Ο νεοθωμανισμός συναντά τα όριά του

Από τον καταναλωτισμό στην εγκράτεια

Θα ήταν 1985, λίγο πριν, λίγο μετά. Στο μπαρ Βιτόφσκι, στις παρυφές του λόφου Στρέφη, άκουσα μια κουβέντα: Προτιμώ έναν υγιή ηδονισμό από τη μίζερη άρνηση της υλικής ευημερίας. Τη θυμάμαι ακόμη αυτή την κουβέντα· ο άνθρωπος που την έλεγε ήταν διανοούμενος, αντικομφορμιστής, με συγκροτημένη σκέψη. Εξέφραζε με ενάργεια το πνεύμα της εποχής: οι Ελληνες έπλεεαν στην ευημερία και στην προσδοκία, στην ακλόνητη πίστη ότι όλα θα είναι διαρκώς καλύτερα, πίστευαν ότι τα φαντάσματα της φτώχειας χάνονταν μαζί με τις μνήμες της Κατοχής.

Για τα επόμενα πολλά χρόνια η εκτίμηση-προτίμηση του συνομιλητή μου εκπληρώθηκε. Η ελληνική κοινωνία βούτηξε στον ευδαιμονισμό, στην κατανάλωση, στον υλισμό, στην αυτοπραγμάτωση. Βούτηξε βαθιά. Τρεις δεκαετίες αργότερα, διαπίστωσε ότι είχε κολλήσει στον βούρκο του πυθμένα.

Η σημαντικότερη ίσως επίπτωση του σοκ της πτώχευσης σε ατομικό επίπεδο είναι η κατακρήμνιση των υλικών συνθηκών της ζωής, η μετάβαση από την υλική κατάσταση του μικρομεσαίου στην κατάσταση του νεόπτωχου ή του νεοπληβείου. Ο υποβιβασμός δεν είναι μόνο υλικός, συνοδεύεται από μια οδυνηρή διάψευση των προσδοκιών, από το γκρέμισμα της πίστης στη διαρκή πρόοδο, στην εξασφαλισμένη ευημερία. Το σοκ είναι υλικό και ψυχικό.

Ο υγιής ηδονισμός, που υποδεχόμασταν το μακρινό 1985, στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε νοσηρός καταναλωτισμός, έγινε εκβιασμένη χλιδή με δανεικά, έγινε υποταγή σε έναν τρόπο ζωής που αποθέωνε την ατσιδοσύνη και την κερδοσκοπία, έγινε λατρεία μιας κοσμοαντίληψης που απαξίωνε το εργασιακό ήθος και την ολιγάρκεια. Ιδίως στα χρόνια της πιστωτικής επέκτασης, όταν το δανεικό χρήμα έρρεε άφθονο από τις τράπεζες προς τους Ελληνες, τους Ευρωπαίους με τον χαμηλότατο δείκτη ιδιωτικού δανεισμού έως τότε. Με αυτή την ψυχοπνευματική σκευή και με αυτό το έθος μάς βρήκε η πτώχευση. Την απώλεια του εισοδήματος συνοδεύει η απώλεια του βολέματος σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής, η συντριβή των προσδοκιών, η προσγείωση σε μια άλλη υπαρξιακή συνθήκη.

Η ανάταξη δεν θα είναι εύκολη ούτε σύντομη· και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι επιστροφή στα πρότερα, αλλά μετάβαση σε άλλη κατάσταση, για την οποία απαιτούνται ριζικά άλλες προσεγγίσεις και παραδοχές. Απαιτείται να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τις ανάγκες και τις αξίες· απαιτείται να κάνουμε την αναγκαία διάκριση μεταξύ βιώσιμης ανάπτυξης και ποσοτικής μεγέθυνσης, μεταξύ ευημερίας και σπατάλης, μεταξύ αυτάρκειας και απληστίας. Να επιλέξουμε μεταξύ κοινόχρηστου δημόσιου πλούτου και ιδιωτικής χλιδής.

Εδώ πρέπει να κάνουμε επίσης μια διάκριση μεταξύ της επιβαλλόμενης άνωθεν νεοφιλελεύθερης λιτότητας, και μιας αυτόβουλης ενεργητικής εγκράτειας, όπως την χαρακτήριζε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ προφητικά το 1977, πολλά χρόνια πριν από την καπιταλιστική κρίση του 2008: «Ο άκρατος ατομικός καταναλωτισμός παράγει μόνο διασπάθιση πλούτου και στρεβλώσεις της παραγωγής, αλλά πέραν αυτών και δυσφορία, αποπροσανατολισμό, δυστυχία».

Στο ίδιο μήκος κύματος, τα ίδια χρόνια, οι Εναλλακτικοί και οι Πράσινοι προέκτειναν τα κινήματα του ’68 στην πολιτική σφαίρα προτάσσοντας έννοιες όπως βιώσιμη ανάπτυξη, αποανάπτυξη, βιοσυμβατές καλλιέργειες, αντικαταναλωτισμός. Η τότε μετασοβιετική αριστερά εισήγαγε ανανεωμένες έννοιες του ρομαντικού και του ελευθεριακού κινήματος, ποικιλοτρόπως εκφρασμένες ιστορικά από διαφορετικούς στοχαστές όπως ο Henry Thoreau, o R. Waldo Emerson, το κίνημα Arts and Crafts, ο Lewis Mumford, ο Ηerbert Μarcuse, o J. Κ. Galbraith, o Jacques Ellul, ο Μurray Bookchin, o Cristopher Lasch, o Claude Lévi-Strauss, ο Μ. Foucault και πολλοί άλλοι, όσοι ασκούσαν κριτική στο δόγμα της αιωνίας προόδου, στην λατρεία της τεχνολογίας και της κατανάλωσης, στον μετανεωτερικό ναρκισσισμό, στον κοινωνικό ντετερμινισμό και την κοινωνική μηχανική.

Ακούγονται ίσως σαν σκέψεις πολυτελείας αυτά, σε μια συγκυρία κοινωνικού σοκ, αλλά δεν είναι. Η ανακούφιση του πλήθους των πληγέντων και των σιωπηλών αποκλεισμένων είναι βεβαίως το πρώτο καθήκον της δημοκρατικής κοινωνίας. Ταυτοχρόνως όμως έχουμε κατά νου τι είδους κοινωνία ανασυγκροτούμε, με ποιες αξίες, σε ποια θεμέλια: ασφαλώς όχι στα σαθρά θεμέλια της ατομικής αυτοπραγμάτωσης εκτός κοινότητας, της καταναλωτικής κατασπατάλησης, της λεηλασίας των φυσικών πόρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς ― όλα όσα γεννούν ακαταπαύστως ανισότητα, αδικία, δυσφορία. Η ανασυγκρότηση με δημοκρατία και δικαιοσύνη, με αυτάρκεια, προϋποθέτει πνευματική αναδιάταξη, αναθεώρηση αξιών, διαπαιδαγώγηση και άσκηση. Για να φτάσουμε σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τον 21ο αιώνα.

6 Σχόλια
  • stavros
    REPLY

    Τυχαία έπιασα το βλέμμα σου. Κοιτάς και συ λοξά και κόντρα στα καθρεφτάκια του τίποτα. Κάθε λέξη που καρφώσανε οι διανοούμενοι – ακτιβιστές που μελετάς στην κάσα της φρεναπάτης μας, είναι ένα ακόμα βόλι στην καρδιά του κτήνους. Αρκεί να το ρίξουμε. Μαζί με όλα τ’ άλλα ούτε η έρμη γη δε μας αντέχει πια και το ξέρουμε. Το ξέρω κι άλλοι σκέπτονται σαν κι εσένα, σαν κι εμένα μα σα να ‘μαστε λίγοι ακόμα. Ψάχνω να βρω λέξεις απλές να μιλήσω το προφανές να μη αντικρύζω το κενό στα μάτια όσων πασχίζουν να χωρέσουν τον κόσμο στις άδειες πια κατηγορίες.
    Ιδιοκτησία, κέρδος, συσσωρεύω, παράγω εμπόρευμα, πουλάω, άρχω, ελέγχω, κυριαρχώ, ανταγωνίζομαι, επιβάλλομαι, άτομο, ξωφλήσαμε.
    Χάρηκα που σε βρήκα. Να τα λέμε.

  • Γιάννης
    REPLY

    Ὁ σύγχρονος καπιταλισμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρὶς (ὑπερ)καταναλωτισμό. Θὰ καταρρεύσει ἂν δὲν παράγει συνεχῶς νέα προϊόντα ἐπιδιώκοντας τὴν συνεχῶς μεγαλύτερη αὔξηση τῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ ἦταν τὸ τίμημα τῆς μετάβασης ἀπὸ τὴ φιλελεύθερη στὴ μαζικὴ δημοκρατία, καθὼς καὶ μιὰ λύση στὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ καθαρὰ οἰκονομικὰ ἀδιέξοδα τοῦ 19ου αἰώνα. Ἡ διάκριση, στὸ πλαίσιο αὐτό, μεταξὺ «ὑγιοῦς» καὶ «ἄρρωστου/ὑπερβολικοῦ» καταναλωτισμοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατη. Ὁ καπιταλισμὸς δὲν μπορεῖ ὑπάρχει ἂν δὲ δημιουργεῖ καινούργιες «ἀνάγκες» – ἡ φαντασιακὴ ἀπεριόριστη ὀρθολογικὴ ἐπέκταση ποὺ ἔλεγε ὁ Καστοριάδης. Ὅποιος πιστεύει ὅτι καπιταλισμὸς καὶ αὐτάρκεια εἶναι συμβιβάσιμα ἂς ὑποδείξει ποιὲς ἀνάγκες εἶναι ἐντὸς τοῦ καπιταλισμοῦ «φυσικὲς» καὶ ποιὲς «περιττές».
    Τὴν «ἀξία» τοῦ ἡδονισμοῦ καὶ τῆς συνεχῶς μεγαλύτερης παραγωγῆς καὶ ὀρθολογικῆς ἐπέκτασης συμμερίζονται ἐξίσου νεοφιλελεύθεροι καὶ μαρξιστές, ἀγωνιζόμενοι νὰ πείσουν ὅτι αὐτοὶ μποροῦν νὰ τὴν πραγματώσουν καλύτερα ἀπὸ τὸν ἐχθρό τους. Ἁπλῶς, οἱ μὲν τὴν ἐπεδίωκαν μὲ τὴν ἀταξικὴ κοινωνία ἐνῶ οἱ δὲ μὲ μιὰ φανταστικὴ διαρκὴ κοινωνικὴ κινητικότητα ποὺ θὰ ἐπέτρεπε στὸν φτωχὸ νὰ γίνει πλούσιος (ἴσες εὐκαιρίες κ.ἄ. ἀστεῖα). Ἂν ἡ μαρξιστικὴ οὐτοπία (=ἡ προσπάθεια νὰ πραγματωθεῖ ἡ ἀξία μὲ κομμουνιστικὰ μέσα) ἀπέτυχε, στὸν 21ο αἰώνα θὰ φανεῖ πόσο ἀκόμη πιὸ καταδικασμένη σὲ ἀποτυχία εἶναι ἡ νεοφιλελεύθερη οὐτοπία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.