image Την πολιτική της ΕΕ έναντι της Τουρκίας οφείλει να διαμορφώνει το αξιακό της πλαίσιο, όχι μόνο η οικονομία -στην ΕΡΑ1 image Τι εστίν αλήθεια; -στη «Νέα Σελίδα»

Απέναντι στον Ερντογάν: Συγκροτημένοι, σοβαροί, ολιγόλογοι -στην «Εποχή»

Στην κυριακάτικη «Εποχή» της 1ης Απριλίου 2018 και το δημοσιογράφο Παύλο Κλαυδιανό έδωσε συνέντευξη ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ξυδάκης.

Οι δηλώσεις ύστερα από τη σύνοδο της Βάρνας δημιούργησαν την εντύπωση αποκλιμάκωσης των εντάσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι μετέπειτα δηλώσεις από τον Ερντογάν θόλωσαν αυτό το συμπέρασμα. Ποια η εκτίμησή σου;

Στη Βάρνα επιβεβαιώθηκε -και είναι πολύ σημαντικό αυτό- η απροθυμία και της Τουρκίας και της Ευρώπης να οδηγηθούν σε κάποια μορφή ρήξης. Χρειάζονται ο ένας τον άλλον. Η Τουρκία, δεν θέλει να απομονωθεί, να μείνει με μόνη σύμμαχο τη Ρωσία, που ακολουθεί τη δική της ατζέντα. Ήδη βρίσκεται σε κατάσταση βαθιάς καχυποψίας με τις ΗΠΑ, ενώ αντιμετωπίζει την επιφυλακτικότητα -έως εχθρότητα- των περιφερειακών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, δηλαδή του Ιράν, του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου. Συνεπώς, χρειάζεται την Ευρώπη.

Δύο είναι οι μεγάλοι δεσμοί της Ευρώπης με την Τουρκία. Από τη μια, ο εμφανής ομφάλιος λώρος του προσφυγικού και, από την άλλη, τα μείζονα οικονομικά συμφέροντα. Σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, μέχρι και το 2017, το 75% των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Τουρκία προέρχονται από την Ευρώπη. Επιπλέον, η αγορά της Τουρκίας είναι πολύ μεγάλη και ανερχόμενη, ενώ τα μεγάλα βιομηχανικά κράτη της Ευρώπης έχουν επενδύσει τα συμφέροντά τους εκεί.

Στους αντίποδες, η Ευρώπη γνωρίζει ότι το προσφυγικό λειτούργησε ως καταλύτης για να αναδειχθούν μεγάλες ακροδεξιές δυνάμεις και χρειάζεται την Τουρκία για να συγκρατήσει τις προσφυγικές ροές. Παρά την αμηχανία και τη νευρικότητα που προκαλεί στην Ευρώπη η τακτική του Ερντογάν, ας μην περιμένουμε να εκδηλωθούν, στο άμεσο μέλλον, θεαματικές αλλαγές. Ωστόσο σε δεύτερο χρόνο η αμηχανία μπορεί να οδηγήσει σε δεύτερες και τρίτες σκέψεις.

Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ βρίσκονται, όπως είπες, σε μια εύθραυστη καμπή, παρότι είχε σταθερή συμμαχία με την Αμερική και το ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ εν τω μεταξύ εγκαταλείποντας, όπως είπε ο Τραμπ, τη Συρία, αφήνει και τους Κούρδους απροστάτευτους; Που θα καταλήξει αυτή η ένταση;

Πράγματι δίνεται η εντύπωση της εγκατάλειψης των Κούρδων. Όμως η πολιτική που ακολουθεί ο Τραμπ είναι φαινομενικά αντιφατική και ενδεχομένως ασυνεχής. Κανείς δεν περίμενε ότι θα αποπέμψει τον υπουργό Εξωτερικών του, αμέσως μετά τα ταξίδια που έκανε ο Τίλερσον στην Τουρκία και την Ανατολή. Ακόμα, να θυμίσω ότι πρόσφατα στον ισραηλινό Τύπο γράφτηκε ότι οι ΗΠΑ θα μεταφέρουν τις δύο μεγάλες βάσεις που έχουν στη Μέση Αντολή, μια στο Ιντσιρλίκ της Τουρκίας και μια στο Κατάρ.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε ένα γεωστρατηγικό αναπροσανατολισμό, που πρέπει να ερμηνεύσουμε. Την περασμένη βδομάδα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τη Συρία. Αυτό σημαίνει άραγε ότι οι ΗΠΑ μετατοπίζουν το κέντρο του ενδιαφέροντός τους από τον Περσικό Κόλπο προς τη νοτιανατολική Μεσόγειο και δυτικότερα; Πρόκειται ενδεχομένως για μετατόπιση στην εξωτερική πολιτική της περιόδου Ομπάμα, που όμως ακόμα δεν ξέρουμε πού θα καταλήξει, με την ανυπακοή που δείχνει ο Τραμπ απέναντι στους παραδοσιακούς ελεγκτικούς μηχανισμούς του βαθέος κατεστημένου των ΗΠΑ και την απροθυμία του να τους ακολουθήσει. Γι’ αυτό ουσιαστικό είναι να δούμε ποιες συμμαχίες έχει η Τουρκία, άρα τι περιμένει να πάρει και τι περιμένουν οι σύμμαχοι να τους δώσει.

Η κατεύθυνση του Ερντογάν παραμένει φιλοευρωπαϊκή; Πριν τη σύνοδο στη Βάρνα δήλωσε ότι στρατηγικός στόχος της Τουρκίας παραμένει η ένταξη στην Ε.Ε.

Η ρητορική του Ερντογάν είναι πάντα διπλή. Στο εσωτερικό ακροατήριο λέει «μας επιβουλεύονται οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι, θέλουν να μας καθυποτάξουν, να μας ταπεινώσουν και δεν κατανοούν ότι είμαστε μια περήφανη υπερδύναμη». Στο εξωτερικό υιοθετεί και άλλα επιχειρήματα, αυτά που θέλει η Ευρώπη να ακούσει.

Ο Ερντογάν δεν είναι πια αυτός που γνωρίσαμε τη δεκαετία του 2000, που ήταν ο κατεξοχήν συνομιλητής της Δύσης και πρωτοστατούσε στη συγκρότηση του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ. Σταδιακά απεγκλωβίζεται από το κεμαλικό κοσμοείδωλο και προτείνει το Ισλάμ σαν ενοποιητική ουσία της Τουρκίας. Σε αυτή την κατεύθυνση όμως ενσωματώνει και όλο τον επιθετικό εθνικισμό των κεμαλιστών. Τώρα αναζητά βηματισμό, ώστε να διασφαλίσει τη νίκη του στις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές που έρχονται σε ένα χρόνο. Την προηγούμενη φορά εκλέχτηκε και με την ψήφο πολλών Κούρδων, τώρα αναζητά ψηφοφόρους σε μια βαθιά διαιρεμένη κοινωνία, υπό στρατιωτικό νόμο.

Είναι πολλοί οι παράγοντες που πρέπει να μπουν στην εξίσωση για να αναλύσουμε τον τρόπο που διαμορφώνονται οι ελληνοτουρκικές, αλλά και οι ευρωπαϊκοτουρκικές σχέσεις. Και αυτές πάνε και σε βάθος χρόνου…

Οι μεγάλες κινήσεις του Ερντογάν δεν είναι πρωτότυπες. Υπάρχει μια εσωτερική συνέχεια στην πολιτική αμφισβητήσεων και προσεκτικού ή και επιθετικού επεκτατισμού από το ’55 έως το 1974, με την εισβολή στην Κύπρο. Για να κατανοήσουμε το γκριζάρισμα ζωνών ή την άρνησή τους να πάνε συναινετικά σε καθορισμό υφαλοκρηπίδων και ΑΟΖ, κατά τη γνώμη μου πρέπει να πάμε πίσω στο χρόνο, στο πογκρόμ του 1955 κατά τα «Σεπτεμβριανά»: τότε αρχίζει η αμφισβήτηση των μεγάλων ιστορικών συμφωνιών Ινονού-Βενιζέλου, και έκτοτε κλιμακώνεται.

Αυτή η ιστορική αναδρομή είναι αναγκαία για να καταλάβουμε τον Ερντογάν και τα κέντρα που παράγουν πολιτική στην Τουρκία, διαφορετικά θα προσπαθούμε να διαχειριστούμε αποσπασματικά μόνο τις εξωτερικές τους εκφράσεις. Πρέπει να εμβαθύνουμε και να είμαστε πολύ πιο πραγματιστές. Αν δούμε τη συνολική εικόνα, θα δούμε ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνει ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη. Και δυστυχώς για μας, προς το παρόν, η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε κοινή εξωτερική πολιτική ούτε κοινή αμυντική πολιτική.

Το Κυπριακό, με αυτή την πολιτική που περιγράφεις, θα μπορέσει να λυθεί;

Τρία στοιχεία πρέπει να δούμε, προκειμένου να αναλύσουμε τη στάση που θα κρατήσει η Τουρκία στο Κυπριακό. Το ένα είναι η εσωτερική επισφάλεια του Ερντογάν, που περιγράψαμε και πριν. Το δεύτερο είναι ότι έχει αποτύχει η μεγάλη του προσπάθεια να επιλυθεί το Κουρδικό πολιτικά και βρίσκεται πάλι στο μηδέν, στα πεδία των μαχών. Το τρίτο -και κρισιμότερο- είναι η ανησυχία του μην τυχόν και η επαναχάραξη των ενεργειακών δρόμων και η εκμετάλλευση των νέων ενεργειακών κοιτασμάτων γίνει χωρίς την Τουρκία.

Αυτά καθορίζουν εν πολλοίς και τη στάση του Ερντογάν απέναντι στην Ελλάδα. Δεν τον ενδιαφέρει, κατά τη γνώμη μου, να καταλάβει ένα νησί. Τον ενδιαφέρει να είναι μέσα στη συνεκμετάλλευση. Και αυτή θα αρχίσει από την Κύπρο. Γι’ αυτό εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε ραγδαίες εξελίξεις, με επανεκκίνηση των τετραμερών, αφού το κοινό ταμείο που έχει υποσχεθεί ο Αναστασιάδης για τους πόρους δεν θα είναι αρκετό ως γεωπολιτικό μερίδιο για τον Ερντογάν. Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανό όσο πλησιάζουμε στην ημερομηνία εξορύξεων, να πιεσθούν όλοι οι συμμετέχοντες να βρουν μια λύση. Να σας θυμίσω αυτό που είχαν πει οι Ισραηλινοί εγκαίρως στις αναλύσεις τους ότι η ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων σε ένα μικρό κράτος μπορεί να αποδειχτεί γεωπολιτική κατάρα. Εδώ χρειάζεται λοιπόν πολύ μεγάλη προσοχή και για την πορεία που θα έχει το Κυπριακό και για τη συμφωνία της ΑΟΖ με την Αλβανία.

Και η Ελλάδα θα χρειαστεί να αναζητήσει τρόπους ώστε να παίξει ρόλο κλειδί σε αυτές τις εξελίξεις…

Πράγματι. Εμείς στην περιοχή μας πρέπει να δουλέψουμε για την εδραίωση, την ενίσχυση και διεύρυνση κάθε συμμαχίας. Το πρώτο πλεονεκτικό πεδίο για εμάς είναι οι γείτονές μας στα Βαλκάνια. Οσάκις βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την Τουρκία σε διάστημα ενός αιώνος είχαμε στο πλάι μας κάποιους συμμάχους, όχι μόνο τις μεγάλες δυνάμεις, αλλά και τις περιφερειακές.

Γι’ αυτό πρέπει να λυθεί το Μακεδονικό, άμεσα;

Το κράτος των Σκοπίων, όπως είχε πει ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου το 1992, αν δεν υπήρχε έπρεπε να το εφεύρουμε. Έχουμε ανάγκη μια ζώνη φιλικών και σταθερών κρατών στη βόρεια μεθόριο.

Ασκείται κριτική ότι δεν προκύπτει μια ενιαία γραμμή εξωτερικής πολιτικής από την Ελλάδα, αλλά ότι αντίθετα θεσμικοί παράγοντες διατυπώνουν αντιφατικές γραμμές.

Να το προσεγγίσουμε διαφορετικά; Η Ελλάδα είναι δημοκρατία. Με όλες της τις αδυναμίες, λειτουργεί πλουραλιστικά και δημοκρατικά· όλοι ελέγχονται, έως και ο πρωθυπουργός. Τον Ερντογάν δεν τον ελέγχει κανένας. Ελέγχει τον Τύπο και κάθε κρατική δομή, έχει φυλακίσει τους αντιπάλους του. Είναι απόλυτος ηγέτης, ανατολικού δεσποτικού τύπου και μπορεί να μιλά στον τουρκικό λαό δύο και τρεις φορές τη μέρα, αδιαμεσολάβητα, και να λέει πράγματα που έχουν και πολιτικό βάθος και συναισθηματική επήρεια.

Αν η ελληνική πλευρά απαντά διαρκώς σε αυτά που λέει ο Ερντογάν, μόνο εμείς βγαίνουμε χαμένοι. Οι δικές μας απαντήσεις πρέπει να είναι μετρημένες, σοβαρές, στιβαρές, επεξεργασμένες. Να μην απαντούμε σε οτιδήποτε λέγεται. Θα πρέπει να είμαστε πιο συγκροτημένοι, σοβαροί και ολιγόλογοι. Όταν λες πολλά, δεν σε παίρνουν στα σοβαρά.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Στοιχεία επικοινωνίας
Twitter