image Ο κ. Μητσοτάκης εκπροσωπεί μία ολιγαρχική πολιτική προσέγγιση- Στο Πρώτο Πρόγραμμα image Μέριμνα για τη μεγάλη κοινωνική πληγή: τους μακροχρόνια άνεργους- στην Ολομέλεια

Όποτε μιλάει ο κ. Μητσοτάκης, η συσπείρωση του προοδευτικού κόσμου εκτοξεύεται -στην Ολομέλεια

Ο Νίκος Ξυδάκης μίλησε ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος στην Ολομέλεια για το νομοσχέδιο που αφορά την κατασκευή του αεροδρομίου στο Καστέλλι Ηρακλείου:

Όλοι καταλαβαίνουν, ξεκίνησε ο Ν. Ξυδάκης, την ανάγκη αυτού του έργου και τα οφέλη που θα προσκομίσει στο νησί και στην εθνική οικονομία.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι οι παράπλευρες πολιτικές συζητήσεις, οι οποίες ασφαλώς γίνονται στο περιθώριο μιας μεγάλης πολιτικής αντιπαράθεσης που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μια-δυο εβδομάδες και αφορά κυρίως στο πώς πολιτεύεται η κάθε πολιτική δύναμη, πώς διαλέγει να παρουσιάσει το πολιτικό της πρόγραμμα και τη στρατηγική της για τη χώρα ή αν δεν έχει πρόγραμμα σε ποια λασπομαχία οδηγεί το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Εξ όνυχος τον λέοντα.

Ο κ. Τασούλας, Βουλευτής Ιωαννίνων, μάλλον ένας Βουλευτής που χαρακτηρίζεται από έναν ευπρεπή κοινοβουλευτικό λόγο, αναπαρήγαγε την ανακοίνωση του αθλητικού σωματείου ΠΑΣ Γιάννινα, το οποίο με απρεπή τρόπο και με υπερβολές και πολιτικό παραλογισμό επετέθη στον πρωθυπουργό, διότι ο πρωθυπουργός επισκεπτόμενος την πόλη των Ιωαννίνων και μιλώντας για το αεροδρόμιο έκανε μία νύξη, έναν υπαινιγμό, μία φιλοφρόνηση για την ομάδα της πόλης. Χρησιμοποίησε πρώτο πληθυντικό -πόσο ανοίκειο πράγμα να μιλάει ένας Έλληνας σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για την ομάδα της πόλης, την οποία επισκέπτεται, τιμά και τιμάται από την πόλη- και είπε ότι «του χρόνου θα ανέβουμε».

Λίβελος εναντίον του Πρωθυπουργού, γιατί μιλάει σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, γιατί τόσο καιρό δεν είδε ένα ματς. Κατηγορείται ο πρωθυπουργός γιατί δεν παρακολουθεί τα ματς! Κατηγορείται γιατί δεν παρενέβη, ώστε να μην υποβιβαστεί η ομάδα και να αλλάξει τη νομοθεσία. Είναι πράγματα ανήκουστα. Και είναι ανήκουστα, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει από την πλευρά της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης μία ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την Ελλάδα που βγαίνει από την κρίση και πρέπει να ξαναδεί τον εαυτό της. Πώς δηλαδή με αισιοδοξία, με ρεαλισμό, με πρόγραμμα, με πραγματισμό θα εργαστούμε για να πάμε μπροστά. Είναι η απόλυτη φτώχεια πολιτικού επιχειρήματος.

Η μόνη κινούσα δύναμη στη Νέα Δημοκρατία αυτήν τη στιγμή, όπως την διαπιστώσαμε και την περασμένη εβδομάδα, είναι η λύσσα του ρεσάλτου στην εξουσία, η λύσσα των φυλών της συντηρητικής παράταξης, οι οποίες έχουν χάσει πια κάθε πρόσχημα. Είτε για λαϊκή δεξιά μιλούν χωρίς να εννοούν τίποτα, είτε για φιλελευθερισμό τον οποίο έχουν τσαλαπατήσει εδώ μέσα σε αυτήν την Αίθουσα σε κάθε νομοσχέδιο που αφορούσε πολιτικά ή ατομικά δικαιώματα.

Και, βεβαίως, αυτό το οποίο παρουσιάζεται διαρκώς με ένα δήθεν αφελή τρόπο, αλλά στην πραγματικότητα δείχνει την απέχθεια της παρούσας ηγεσίας της συντηρητικής παράταξης για τους Έλληνες, για την ελληνική κοινωνία, για την ελληνική εργατική τάξη, για τον κόσμο της εργασίας και του μόχθου, για τον κόσμο της παραγωγής είναι αυτά τα οποία ξεστομίζει ο Πρόεδρός της, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Όταν είχε ανέβει στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης είχε περιγράψει το όραμα του περί ίσων ευκαιριών λέγοντας πώς στο παιδί από τη λαϊκή συνοικία θα εξασφαλίσουμε ίσες ευκαιρίες με το παιδί από το Πανόραμα. Το ίδιο προχθές το επανέλαβε με έναν αποκρουστικό τρόπο, το παιδί από το Περιστέρι να μπορέσει να γίνει ψυκτικός ή τεχνικός ανελκυστήρων.

Δεν γνωρίζει, όμως και την κοινωνία, δεν γνωρίζει πρόσωπα. Η άγνοια αυτή είναι επικίνδυνη. Ο τρόπος που βλέπει την κοινωνία είναι απεχθής και αποκρουστικός. Γιατί δεν ρωτάει διευθύνοντα σύμβουλο και πρόεδρο συστημικής τράπεζας που έχει χρηματίσει, από ποια γειτονιά είναι; Από το Περιστέρι είναι.

Έχει ιδέα με ποιους συνομιλεί ο κ. Μητσοτάκης; Έχει ιδέα ότι όλη η μεταπολεμική Ελλάδα και όλος ο 20ος αιώνας στηρίχθηκαν σε μία δύσκολη, αλλά υγιή κοινωνική κινητικότητα, σε μία χώρα η οποία επέτρεψε έστω και με δυσκολίες στα παιδιά των λαϊκών συνοικιών, στα παιδιά της λαϊκής τάξης, στα παιδιά της εργατιάς να σπουδάσουν;

Αυτό είναι το όραμα του ελληνισμού από τον καιρό των μεγάλων ευεργετών της Ηπείρου για τα άρματα και τα γράμματα μέχρι την Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 και του ’60 της ανοικοδόμησης όταν η εργατική τάξη, οι εργατικές συνοικίες έβγαλαν τους καλύτερους γιατρούς, τους καλύτερους νομικούς, τους καλύτερους μηχανικούς και τους καλύτερους πολιτικούς. Αυτή είναι η ελληνική κοινωνία. Έπαψαν οι φυλές, οι φατρίες και οι δυναστείες. Δυναστείες έχουν οι Φιλιππίνες και το Πακιστάν, που πρέπει να είσαι γιος, ανιψιός, εγγονός για να έχεις δικαίωμα να πολιτευτείς.

Στη δική σας παράταξη, όμως, ακόμα πολιτεύεστε με τη μαγκούρα του παππού κομματάρχη, την οποία τη στέλνει στα χωριά για να φοβηθούν και να ψηφίσουν το κόμμα.

Αυτά τα οποία λέει διαρκώς η συντηρητική παράταξη περί αριστείας είναι ο φερετζές της πίστης της στην ολιγαρχία. Απορώ, οι βουλευτές στη συντηρητική παράταξη οι οποίοι και νουνεχείς είναι και προέρχονται από τις λαϊκές τάξεις με τι μούτρα θα αντικρύσουν τους εντολείς, τους συμπολίτες τους, όταν ο Αρχηγός τους επιφυλάσσει ένα τέτοιο ταξικό κολαστήριο για τους ανθρώπους τους οποίους καλεί να τον ψηφίσουν.

Δηλαδή, θα πείτε σ’ έναν άνθρωπο: «εσύ, επειδή είσαι από τον Αλμυρό ή από τη Νέα Ιωνία, το μέλλον σου είναι βοηθός πιστολάκι στο κομμωτήριο, δεν θα γίνεις ποτέ γιατρός, δεν θα γίνεις ποτέ φυσικός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθηματικός»; Είναι επιτρεπτό στη νεωτερική κοινωνία που ζούμε να απευθύνεστε με αυτό το όραμα στους ανθρώπους του ελληνικού λαού; Δεν το αντιλαμβάνομαι.

Όμως, ας δούμε τι κρύβεται από πίσω. Αυτό το οποίο πια δεν μπορεί να αποκρυβεί από τη συντηρητική παράταξη με αυτά τα στερητικά σύνδρομα από την πολύχρονη αποχή από την εξουσία, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης, είναι μια ωμή ταξικότητα, απέχθεια για την κοινωνική κινητικότητα και ένα αποκρουστικό υποκρυπτόμενο σχέδιο για την οργάνωση της εργασίας της κοινωνίας και για της κοινωνικής ασφάλισης.

Ο Αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας δεν αντιλαμβάνεται ότι η οργάνωση της εργασίας, όπως προέκυψε τουλάχιστον στους δύο πρόσφατους αιώνες της νεωτερικότητας, έχουν προκύψει μέσα από τεράστιες διεκδικήσεις, πολύ μεγάλες μάχες και θεσμικές αναρρυθμίσεις-μεταρρυθμίσεις όλου του πολιτικού πλαισίου για να υπάρχει οκτάωρο, για να υπάρχει πενθήμερο, για να υπάρχει πληρωμένη άδεια. Η πρώτη πληρωμένη άδεια θεσμοθετήθηκε το 1936 οργανωμένα από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία.

Στο Χάρβαρντ τι μάθαινε ο Πρόεδρος; Το trickle-down effect, να πέφτουν τα ψίχουλα από το τραπέζι της μεγάλης επιχείρησης και να παίρνει ένα ψίχουλο ο εργαζόμενος; Μπορεί μια πολιτική παράταξη να τα λέει αυτά σε κοινωνία πληγωμένη από οκτώ χρόνια μεγάλης ύφεσης, η οποία προσπαθεί να συντάξει ένα όραμα συγκρότησης, ένα όραμα παραγωγικής ανασυγκρότησης αλλά και αναγέννησης της Δημοκρατίας; Αντιλαμβάνεται, όταν εισηγείται ατομικές ή επιχειρησιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ επιχειρηματία και εργαζόμενου για επταήμερη εργασία;

Υπάρχουν επιχειρήσεις, υπάρχουν οργανισμοί που δουλεύουν 24/7. Τα μαιευτήρια δουλεύουν είκοσι τέσσερις ώρες επί επτά μέρες, τα νοσοκομεία το ίδιο. Τα μεγάλα ξενοδοχεία, επίσης, το ίδιο και αυτά είναι ρυθμισμένα από το εργατικό δίκαιο, από την εργατική νομοθεσία. Υπάρχουν ρεπό, κυλιόμενα ωράρια, επιπλέον αμοιβές.

Τα έχει αυτά στο σκεπτικό του και σπεύδει να οχυρωθεί από μια σύμβαση με μια εταιρεία η οποία αυτό ακριβώς έβαζε στο πλαίσιο για επταήμερη εργασία και εικοσιτετράωρη εργασία του εργοστασίου, σεβόμενη τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις δύο αιώνων πάλης, συγκρούσεων και θεσμίσεων;

Νομίζω ότι οι μόνες απαντήσεις που μπορεί να δώσει η Νέα Δημοκρατία -και το ακούσαμε και από τον κοινοβουλευτικό της εκπρόσωπο- είναι περισσότερες προσλήψεις αστυνομικών, δηλαδή πάλι το φάντασμα της τάξης και της ασφάλειας. Και ο κ. Μητσοτάκης από αυτό το Βήμα, δύο φορές την περασμένη εβδομάδα, απηύθυνε πρόσκληση στην κυβέρνηση και στον ελληνικό λαό να φυλάμε τα σύνορα. Το αυτονόητο για οποιαδήποτε έννομη τάξη και δημοκρατικό κράτος.

Θα του θυμίσω λοιπόν το εξής. Τις σκληρότερες κατηγορίες εναντίον της Ελλάδος ότι δεν φυλάσσει τα σύνορά της τις απηύθυναν ο Κουρτς και ο Όρμπαν τη στιγμή που έσκαγε το μεγάλο προσφυγικό πρόβλημα στην Ευρώπη. Αυτό κάνει ο κ. Μητσοτάκης, ένα «μιζάρισμα» πάνω στον φόβο του πολίτη, στον φόβο για τα μεγάλα εθνικά ζητήματα, όπου υπάρχει μια ανησυχία.

Οι ευρωπαίοι ακροδεξιοί, οι οποίοι δεν έχουν θαλάσσια σύνορα να υπερασπιστούν, όσοι δεν πρόσφεραν ούτε μια κουβέρτα στον μηχανισμό πολιτικής προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μισέλληνες, οι εχθροί της Δημοκρατίας, οι αρνητές του Ολοκαυτώματος, οι αρνητές οποιασδήποτε δημοκρατικής παράδοσης στην Ευρώπη, αυτοί κατηγορούσαν την Ελλάδα.

Και στη ελληνική δεξιά, τη ΝΔ: Περαστικά σας. Όποτε μιλάει ο κ. Μητσοτάκης, η συσπείρωση του προοδευτικού κόσμου στην Ελλάδα εκτοξεύεται.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Στοιχεία επικοινωνίας
Twitter