image Το κίνημα του Σεπτέμβρη – «Ένα βλέμμα» στο Έθνος της Κ. image Σύνεση, όχι μόχλευση μίσους -«Ένα βλέμμα» στο Έθνος της Κ.

Προσωρινή σβέσις φανού

Γύρισα στη γενέθλια γειτονιά, στον Πειραιά, μετά από χρόνια. Είπα να πάω από το ποτάμι και την Πέτρου Ράλλη, όπως συνήθιζα με το χόντα και την μπε-εμ-βε R51, στα βάθη του 70 και του 80. Όμως το Google maps έδειχνε τράφικ στην Πέτρου Ράλλη, και βέβαια θυμήθηκα ότι πια δεν υπάρχει ποτάμι, Κηφισός, υπάρχει εθνική οδός που με αγχώνει με τις πολλές λωρίδες και τις αιφνίδιες εξόδους: δεν βλέπεις πια τα οδόσημα, τον ναό της Κοιμήσεως για τη Λένορμαν-Περιστέρι, τις κλωστές Πεταλούδα, και μετά το Ροσινιόλ να ενώνει Σεπόλια και Μπουρνάζι. Κάποτε το ποτάμι ήταν μια ουλή, χώριζε τις απέραντες συνοικίες από την Α’ Αθηνών, με μποστάνια· τώρα δεν είναι ούτε αυτό, είναι παμφάγος αυτοκινητόδρομος σαν καλιφορνέζικος.

Πήγα από Πειραιώς, που μ’ αρέσει, παρότι κι αυτή αλλάζει, μα μου θυμίζει τον παπαδιαμαντικό μπαρμπα-Πίπη που την κατέβαινε πεζή να κάνει Πάσχα στον Πειραιά, είχε τάμα. Ρουφούσα εικονίτσες του δρόμου, έγνεψα στην αγαπημένη Καλών Τεχνών, μπήκα Καμίνια, στην οδό Ρετσίνα μνημόνεψα τον παππού Αναστάση μεταλλοχύτη στο ιστορικό μηχανουργείο Αχιλλέως Κούππα, ανέβηκα από τη γέφυρα Αγίου Διονυσίου, έφτανα, με δύσπνοια, στηθαλγία, αρρυθμίες, οικεία δήγματα του δαίμονος της μεσημβρίας, ανέβαινα την Αναπαύσεως κι ήμουν δέκα χρονών, όσος έφυγα, μα δεν υπήρχε σινέ Ολύμπια ούτε λατερνατζής Αρμάος, σκέφτηκα μια αστραπή, και προσπέρασα στα χαμένα τη δική μου Υπαπαντής, αναγκαστικά κύκλωσα την τεράστια ΚΟΠΗ («Οι Ινδοί του Σκόμπι πολυβολούσαν από τις σκοπιές… Η θεία Πουλουδώ πήγαινε για ψωμί, την πήρε σφαίρα, έπεσε, κι έμεινε εκεί μεσόδρομα, την πήραν σε μια πόρτα…»). Το σιδερένιο πουλί κατέβαινε υπό τον μαύρο ήλιο και μου πατούσε οδυνηρά το στήθος.

Πάλι Υπαπαντής, στο βάθος ο ομώνυμος βαπτιστήριος ναός, Μεθώνης, ο ΟΤΕ πάντα εκεί, Γκούρα: εδώ ας σταθώ. Στη γωνία το ταβερνομπακάλικο Πέππα είναι καφενείο, μικρό. Πέρασαν πενήντα χρόνια. Το σπίτι είναι το μόνο που έχει ξεμείνει περίπου ίδιο από τις αρχές του 20ού αιώνα, με επίστεψη ακροκεράμων, έχει πωλητήριο. Νησιώτες και μικρασιάτες αποίκισαν τούτη τη γειτονιά, οι Μανιάτες παραδίπλα στην ομώνυμη, οι πιο παλιοί ήταν αρβανίτες. Τα ράδια παίζουν αναζητήσεις Ερυθρού Σταυρού, ινδομιγή, ματς, οδηγίες προς ναυτιλλομένους Μάρσα Ματρούχ, προσωρινή σβέσις φανού… 

Στο καφενεδάκι συνταξιούχοι πειράζονται, αν αντέχουν το κρασί, το έχουν με πρόγραμμα λένε. Γράφουν τζόκερ, πίνουν ημίδιπλο καφέ σε ποτηράκι, σαββατοκύραικο πάνε στα Σελήνια, Κούλουρη. Σερβίρομαι καφέ σε ποτηράκι, μεταλλικό τραπέζι, μεταλλικές καρέκλες. Απέραντη Ελλάδα, έσω, μισοκρυμμένη, αγνοημένη απ’ τα αφρώδη μήντια και τους άριστους, μαζικά πλειοψηφούσα, άφωνη, οικονομεί τα στερνά με ολίγα.

 Πριν από δέκα χρόνια, 2009, έγραφα: «Ξαναγυρνάμε ειρωνικά και τραγικά, αντεστραμμένα, στο ‘50 και το ‘60, μείον την ελπίδα: στη γραφικότητα μιας χώρας γερόντων και δημογερόντων, χωρίς μυαλά, χωρίς νιότη. Η Ελλάδα του 2020 δείχνει από τώρα το πρόσωπό της: χωροφύλακες, θυρωροί, σεκιούριτι, ντελίβιρι, λιμενοφύλακες, τσιτσερόνε, γκαρσόνια, ημιαπασχολούμενοι, χασομεράνε σε απέραντα καφενεία μη καπνιστών. Είναι το ίζημα του ελληνισμού.»

Είμαι ο μόνος ημικαπνιστής στο καφενείο των γερόντων. Είμαι στην τρίτη ηλικία, άρτι πανικοβληθείς από τη φθινοπωρινή επίσκεψη στον παιδικό τόπο. Είμαι το ίζημα του ελληνισμού; Σαν να μυρίζει χώμα. Ψιχαλίζει αργά, διστακτικά, χοντρές. Ο Τέλλος Αγρας ψιθυρίζει:

“Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ’ ολίγους ήχους / βρέχει, «επί δικαίους και αδίκους»… / βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή, / – οικουμενική βροχή, ευαγγελική. // 

Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία) / που γυρνάνε απ’ τα Nοσοκομεία· / και στις προφητείες του Kαζαμία / («τροπή του καιρού προς νότον… τρικυμία…»).”

Γύρισα στη γενέθλια γειτονιά. Γύρισα στα χρόνια.

Leave a Reply

Your email address will not be published.