image Ανησυχία και αθυμία – «Ένα βλέμμα» στο Έθνος της Κ. image Η νήσος θα κείται μακράν; -«Ένα βλέμμα» στο Έθνος της Κ.

Τα δέντρα μιλούν – «Ένα βλέμμα» στο Έθνος της Κ.

Τι γυρεύεις να βρεις μακριά απ’ το άστυ; Ο Σωκράτης απαντά στον Φαίδρο ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα δέντρα, αλλά οι εν τω άστει άνθρωποι. Α, αυτό το ‘χω γραμμή! Όταν όμως είναι βροχερός καρπερός Φλεβάρης και αποβιβάζεσαι στην ηρεμοτάτη κομψή Πάφο πρωί φουριόζος για ομιλία, το πρώτο που βρίσκεις είναι άνθρωποι. Εφηβάκια από όλες τις άκρες της Ευρώπης, δασκάλους, φίλους, προπάντων φίλους. Φίλους φίλων Αθηναίων, φίλους που γνωρίζουν καλά άλλους φίλους Κυπραίους. Από τα πρώτα λεπτά αισθάνεσαι τη θέρμη κοντινών σου ανθρώπων, πνευματικά ψυχικά συγγενών. 

Μα έρχονται και τα δέντρα. Κι αυτά οικεία, ομιλητικά, με χαρακτήρα. Δεν τα περίμενα τέτοια αλλεπάλληλα επιφάνεια. 

Μια τερμιθιά, πρώτα, παμπάλαιη, φυτρωμένη μές στον βράχο, στολίδι περήφανο της πολυστρωματικής αρχαίας νεκρόπολης. Πιστακιά η τερέβινθος, μια ταπεινή τσικουδιά ή κοκκορεβυθιά, ευλογημένη σαν τα μεσογειακά εξαδέλφια της τον σχίνο και τη φυστικιά, δοτική σε καρπούς και ρετσίνι, ανάμεσα σε υπόγειους τάφους ταπεινών και αρχόντων, μια διαρκής υπόμνηση ζωής κάτω απ’ τη φορτωμένη συννεφιά, στο ψυχρό της φως που αναδεικνύει όγκους, λεπτομέρειες και χρώματα.

Τ’ απόγευμα μια νεραντζιά, αγρίμι που περιμένει μπόλιασμα, να γίνει πορτοκαλιά ή φράπα, αγριμάκι ανθεκτικό που ξεφεύγει απ’ τους εύτακτους οπωρώνες των ποικίλων κίτρων, αδέσποτη φουντωτή, βαθυπράσινη και πορτοκαλιά, ευωδιαστή μεθυστική, ολόπικρη. Μια Αθηναία γνώριμη απ΄τα παλιά, πολυτραγουδισμένη, μια μεσογειακή νύμφη, εδώ Παφίτισσα. Την έχουν ξεχάσει σ’ ένα αστικό οικόπεδο, και στέκει αυτάρκης και παράδοξη, ερωτική καταλαμβάνει το κενό.

Το πρωί, η Κτίσις, όμορφη καστανή με αμυγδαλωτά μάτια, ελληνορωμαία χριστιανή, υπενθυμίζει την συγκρητική Οικουμένη που μιλά ελληνικά. Στέκει μωσαϊκή στην αλίπληκτο έπαυλη του Ευστόλιου, πάνω απ’ την παράλια κοιλάδα, αγναντεύει τη Μεσόγειο. Στρέφοντας το βλέμμα απ’ το πέλαγος, η ελιά… Να η Κτίσις, να η καλλονή, στη μαλακή πλαγιά, η ώριμη ελιά, ριγεί πλαγιασμένη απ’ τον θαλασσινό άνεμο, ξετσουλουφιασμένη, λάγνα, λαχανιάζει σιγαλά, καθώς περιμένει τον Δία βροχή να την γονιμοποιήσει, ν’ ανοίξει ο φορτωμένος ουρανός τα σύννεφα, το φως να γίνει ροή. Ελιά ιερή, ερωτική, παραστάδα σε κάθε πόλισμα, ναό, μαντείο, ασκληπιείο.

Στον αυτοκινητόδρομο έστεκαν πειθαρχημένα πλήθη εσπεριδοειδή, έλαμπαν λεμόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια, πόμελα. Στις παρυφές της πόλης, ψηλόκορμες κουκουναριές ομπρέλες, στα ρέματα γίγαντες ευκάλυπτοι, σε πλακόστρωτες πλατείες φίκοι σαν πλατάνια, όλα ωραία μα όχι τόσο ομιλητικά.

Το χειμωνιάτικο φως δείχνει τα μνημεία και τα πλάσματα στο μέτρο τους, στη δόξα τους, όσα είναι. Πίσω απ’ τους ψίθυρους του ανέμου, το τραγούδι της βροχής, ακούς διαυγείς τους ψίθυρους των δέντρων, τους στεναγμούς της ιστορίας, ελληνικούς, ρωμαϊκούς, φράγκικους, βενετσιάνικους, παγανιστικούς και χριστιανικούς, η νήσος πλέει στην ιστορία κατάφορτη, με φορτία τουριστικών καταλυμάτων, villas real estate mall restaurants όλα εφήμερα όσο οι ελληνορωμαϊκοί ερειπιώνες με τα περίτεχνα λουτρά και τα vomitoria, αιώνια όσο οι πολυσυλημένοι τάφοι, κομψά όσο ένα αρχαίο ωδείο, μια νεοκλασική μικροφαντασμαγορία, μια κεραμοσκεπή που ξεφτάει. Γάτες ιερές, ανεξιχνίαστες ακόμη κι όταν χαϊδεύονται, στέκουν παντού ακοίμητοι φύλακες σε πύλες και περάσματα: εμείς βλέπουμε μόνο το αβέβαιο παρόν.

Η αφροδίτεια Πάφος, ήσυχη καταχείμωνο, διακριτική, με την αγκαλιά των ανθρώπων της, μου αποκάλυψε άλλη μια φορά την Κύπρο, σαν καλλονή και ασυνάρτητη Ελλάδα, κατάφορτη με ιστορία, ζωηρό παρόν, πάντα αμυδρό μέλλον. Κρατώ μια τελευταία αποσπερίδα ζωγραφική, γεμάτη ώχρες και φρυγμένα καλοκαίρια, θάλασσες τυρκουάζ και θερμά κυβόσπιτα, βαθιές λυμένες κουβέντες, υποσχέσεις για αντάμωμα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.