Forever young A song for 2010 (when we were young)

Το ταξίδι του ’60 μες στο ‘70

Για εκδρομείς του Εξήντα μίλησε ο Διονύσης Σαββόπουλος, και μας έβαλε να σκεφτούμε. Οσους έζησαν τα σίξτις κι όσους δεν τα έζησαν, μα παραδόξως τα νοσταλγούν, με ένταση. Ετσι γίνεται: ο καλλιτέχνης ερεθίζει, προκαλεί, το κοινό ανταποκρίνεται και ανατροφοδοτεί. Και να, με ρώτησε προ ημερών τριαντάρης συνάδελφος: Τι είναι τα σίξτις; Απάντησα με υπεκφυγές: εγώ δεν είμαι των σίξτις, είμαι των ύστερων ’70s και των ’80s. Επέμεινε: Αλλά το πνεύμα, ποιο είναι το πνεύμα; Κάτι θα ξέρεις. Ναι, κάτι ξέρω· το πνεύμα των σίξτις διεμβόλισε και τη δική μου νιότη, την ωρίμανση και τη διαμόρφωση, καλλιτεχνικά, αισθητικά, ιδεολογικά, πνευματικά εντέλει. Μας σφράγισε με τις μακριές απολήξεις του το ’60, ετεροχρονισμένα, βραδυφλεγώς και διαρκώς, με τις μυθολογίες του και τα άνθη της τέχνης. Αρχισα ήδη να του απαντώ…

Τα σίξτις για μας είναι εν πολλοίς η μυθολόγήσή τους, αλλά είναι κυρίως το ταλέντο, που εκτινάχθηκε ελεύθερο και παρήγαγε καταπληκτική μουσική, ταινίες, βιβλία, θεωρίες, ντυσίματα, σχέσεις και στυλ, κι όλα μαζί συνέθεσαν μια νέα γενική διάνοια, μια διάχυτη ελευθεριακή συμπεριφορά. Αυτό το νέο δεν έγινε αντιληπτό ούτε υιοθετήθηκε από όλους, ούτε καν από τους πολλούς· πυρπόλησε όμως τους νέους, κι αυτό ήταν αρκετό, τόσο αρκετό που θεωρητικοί όπως ο Μαρκούζε άρχισαν να αναζητούν τα νέα ιστορικά υποκείμενα ανάμεσα στη νεολαία, τους φοιτητές, τους περιθωριακούς.

Για να καταλάβεις τα σίξτις, πρέπει να τα αισθανθείς. Δηλαδή; Δηλαδή, άκου τη μουσική τους, δες τις ταινίες, εμείς έτσι ποτιστήκαμε, ακούγοντας Χέντριξ, Στόουνς και Ζάππα, Τζέφερσον Αίρπλεϊν, Μπόουι και Κινκς, βλέποντας Γκοντάρ, Πέκινπα και Αντονιόνι, Γούντστοκ και Μοντερεϊ Ποπ, ξανά και ξανά, φθαρμένες κόπιες σε θερινά και ταινιοθήκες, ξανά και ξανά ώσπου να λιώσουν τα βινύλια. Δεν ξέρω αν αυτή είναι η βασιλική οδός, ξέρω μόνο πώς ποτιστήκαμε στη μυθολογία, πώς βρήκαμε τη δική μας ουσία, πώς καθρεφτιστήκαμε στην ψυχεδέλεια, στις δυστοπίες και τις ενοράσεις του Φίλιπ Ντικ, του Τζ. Τζ. Μπάλαρντ και του Γκρέιλ Μάρκους. Και πώς από κει οδηγούμασταν στον Νίτσε, τον Μπαρτ και τον Φουκώ, στον Μπενγιαμιν και την Αρεντ.

Δαίδαλοι, αναπηδήσεις, σκεδασμοί, υβρίδια, λοξές προσλήψεις. Τα σίξτις στην Ελλάδα έζησαν κολοβωμένα, μισά. Η χαμένη άνοιξη άνθισε (όχι ματαίως) ώς το ’67, ώς τη δικτατορία· η φωτοχυσία του ’68 (ουσία των σίξτις) συνέβη εδώ με χρονοκαθυστέρηση, το ’73 καταρχάς, ματωμένα, δραματικά, κι ύστερα στην παραζάλη του ’74. Μπουκωμένοι τυπική ελευθερία, μετά το ’74, αρχίσαμε να αναζητούμε και την άλλη, τη βαθύτερη ελευθερία, την υπερβατική, την απόλυτη. Να νοσταλγούμε τα σίξτις, ακόμη κι αν δεν τα ζήσαμε, και γι΄αυτό ακριβώς να τα νοσταλγούμε βολονταριστικά, φανατισμένα, υπερβολικά. Τουλάχιστον έμενε ο σπόρος του ρομαντισμού τους, και μαζί ο σπόρος της αμφισβήτησης, της γόνιμης αμφιβολίας. Μαζί και η malaise της ώριμης νεωτερικότητας, που δεν είχε ονομαστεί ακόμη μεταμοντέρνο.

Δεν ξέρω ακριβώς πώς βιώθηκε το ροκ, ο χιπισμός, η ψυχεδέλεια, από τη νεολαία του ’60 μες στη χούντα· σίγουρα αρκετοί ένιωσαν τους κραδασμούς και τους αναπαρήγαγαν. Υποθέτω βάσιμα όμως ότι δεν βιώθηκε μαζικά και φανερά· και πάντως μένει να τεκμηριωθεί η διάχυση του υπερβατικού αμφισβητησιακού πνεύματος στους τότε νέους.

Τα πολιτισμικά σίξτις στην Ελλάδα βιώθηκαν στα σέβεντις· χονδρικά, από το ’74 έως το ’81, όταν η χώρα υποδέχτηκε την Αλλαγή. Σε αυτή την αδρή επταετία, η μετά το Πολυτεχνείο νεολαία, άφησε πίσω της τον μετεμφύλιο και επιδόθηκε στη βακχεία που κληροδότησε η περασμένη δεκαετία, ξεθυμασμένη έστω. Ο χιπισμός και το κουλ στυλ ανακατεύτηκαν με ταγάρια και αξύριστες γάμπες, τα μαυροντυμένα φρικιά των αθηναϊκών συνοικιών συγχρωτίστηκαν με μοντερνοέξαλλα επαρχιωτάκια στα ίδια ελάχιστα κλαμπ, στις ίδιες χλομές Εβγες, στα λιγοστα βιβλιοπωλεία και δισκάδικα. Στα πανεπιστήμια, ισχυρά ακόμη και “αριστεροκρατούμενα”, παραμερίστηκαν για λίγο τα αντάρτικα εμβατήρια και οι αριστεροί παιάνες της ήττας· ακούστηκαν ηλεκτρικά ριφ, Τζιμ Μόρισον, Sympathy for the devil. Ελάχιστο χρόνο μετά το ’74, το ρομαντικό πνεύμα των σίξτις συνέπαιρνε τη νεολαία και την έστελνε πέραν των κομμάτων της κραταιάς πλην ταριχευμένης αριστεράς.

Φορείς, τελετάρχες και φαν των σίξτις ήταν μια άλλη νεολαία, απείθαρχη, μη λενινιστική. Προτού τελειώσει η δεκαετία, μεταξύ ’77 και ’79, αυτή η μειοψηφική τσογλανοπαρέα θα κατέλυε την παντοκρατορία των κομμάτων στα πανεπιστήμια, θα αποχωρούσε ή θα εξεδιώκετο από τα κόμματα, θα μπόλιαζε στο σώμα της νεολαίας την αμφιβολία, την ειρωνεία, τον υπαρξισμό, την αυτονομία, την αντιεξουσία, τον υποκειμενισμό των σίξτις.

Δεν ήταν όλα ρόδινα, όπως δεν είναι ποτέ ρόδινη κάθε απόληξη των πρωτοποριών. Οι συλλογικότητες δεν κατατρόπωσαν τον ατομικισμό, ο γιάπικος υλισμός των ’80s σάρωσε ψευδαισθήσεις και νουάρ ήρωες των μπαρ· άλλους έστειλε στον αλκοολισμό και τα ντραγκς, άλλους στον κυνισμό και το πιο χυδαίο βόλεμα, άλλους στην παραμυθία της θρησκείας και new age δοξασιών, όλους σχεδόν στην ιδιώτευση. Στις παλίρροιες των ιδεών δεν υπάρχουν πολλοί κερδισμένοι.

Τι μένει από την αναχώνευση των σίξτις μέσα στα σέβεντις; Μια νέα ευαισθησία: μετακομμουνιστική, ήδη πρίν από το ’89, μεταμοντέρνα, αποενοχοποιημένη έως και πατροκτόνος απέναντι στις βαριές κληρονομιές (λ.χ. της Γενιάς του ’30, του ΕΑΜ), με έγνοια για την αισθητική, σπαταλημένη γόνιμα στη συναίσθηματική αγωγή, με ψυχαναλυτικές καταδύσεις, με επιλεκτική επανοικειοποίηση της παράδοσης.

Αναζήτηση συλλογικότητας και περιπέτεια αυτοπραγμάτωσης, αυτά περίπου.

8 Σχόλια
  • Βασιλίκα
    REPLY

    Σήμερα, μπροστά στον απολογισμό της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, με νωπές τις μνήμες απο οικονομική κατάρευση, ηθικό ξεπεσμό, επιδημίες πολλαπλών μορφών, μόλυνση,aids,τρομοκρατία, τσουνάμι, τυφώνες,μεταναστευτικά κύματα, βομβαρδισμούς στο Ιράκ, Αφγανιστάν κλπ,κλιματική αλλαγή, μεταλλαγμένα τρόφιμα κι ανθρώπους πως είναι δυνατόν να μην βιώνει κανείς ως «απώλεια» και νοσταλγία το υπέροχο φαινόμενο των σίξτυς;
    Ποιά είναι άλλωστε η πιό επιτυχημέναη τηλεοπτική σειρά παγκοσμίως που βλέπουνε εκατοντάδες εκατομμύρια τηλεθεατές και αποτελεί το τηλεοπτικό φαινόμενο της τελευταίας πενταετίας σαρώνοντας όλα τα EMMY και τις χρυσές σφαίρες; Το Mad Men. Που αναβιώνει με εξοργιστική λεπτομέρεια τα σίξτυς. Οι New York Times κι άλλες εφημερίδες απέδωσαν το φαινόμενο αυτό, ακριβώς στο αίσθημα απώλειας αξιών και χαλαρού τρόπου ζωής που αναπολούν οι Αμερικανοί.Στην πραγματικότητα όμως, η μανία για το vintage, που αναφέρεται κυρίως στα σίξτυς είχε χτυπήσει κι απο πρίν κατακέφαλα το design και την αρχιτεκτονική.
    Το φαινόμενο των ’60ς δεν αφορά επι της ουσίας μόνο στην δεκαετία του ’60 αλλά τουλάχιστον τα μισά της δεκαετίας του ’70.
    Η έννοια της «Επιστροφής» γενικά, τώρα, λίγο πριν την επαλήθευση της Μεγάλης Πτώσης και των αλληγορικών προφητειών, επανέρχεται.
    Στην τέχνη μάλιστα επανέρχεται δριμύτερη και εντελώς ανενδοίαστη η μεγάλη «Επιστροφή». Να πρόκειται και για μια νέα Στροφή;Δεν θεωρώ για παράδειγμα καθόλου τυχαίες τις μεγάλες εκθέσεις αφιερώματα στο Bauhaus και την περσινή εμμονή στον κονστρουκτιβισμό, απο τον οποίο βλέπω να ξαναεπηρεάζονται αρκετοί νέοι καλλιτέχνες!

    Στην πραγματικότητα, ο βαθύτερος λόγος που συμβαίνουν όλα αυτά είναι απλούστατα..η Αλήθεια. Κάποια στιγμή, όλοι κατάλαβαν οτι το παραμύθι της χαρούμενης μεταμοντέρνας παγκοσμιοποίησης, δεν δημιούργησε ένα «ευτυχισμένο πολύχρωμο γαλατικό χωριό» αλλά ανεργία, κρίση, πολέμους, μετανάστες, αποτυχία. Επίσης οτι οι δήθεν επιτυχημένοι γιάπηδες και τα γκόλντεν μπόυς δημιούργησα μια παγκόσμια κατάρευση κι ότι τα καθεστώτα πολιτικά κόμματα κι οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις δεν μπορούν να μας προστατέψουν.
    Ποιά λυτρωτική κοντινή μας αναμνηση προσωπικής αλλά και κοινωνικής επανάστασης απομένει αν όχι η δεκαετία του 60;
    Δύο μεγάλες επαναστατικές περιόδους είχαμε στον 20ό αιώνα.
    Η Σοβιετική επανάσταση είναι εξ αντικειμένου μακριά απο τις ζώσες γενιές. Αλλά ο Τσέ, ο Μάης του ’68, το ροκ, η γυναικεία απελευθέρωση,το στοπ στο Βιετνάμ, το νεο ντηζάιν, η ωραιότατη ψυχεδέλεια, η τζάζ, η συνήθεια των κλαμπς,οι παρέες, ο χρυσός μοντερνισμός,το αθώο μίνι,η μεταφυσική, η πνευματικότητα κι οι φιλοσοφικές συζητήσεις..και πολλώ μάλλον η μουσική εκείνη, όλα αυτά εξακολουθούν να μας εμπνέουν έστω και κρυφά..
    Αλλωστε κι εγώ γι’ αυτό έχω βάλει ως σχόλιο για μένα στο fb «My other self is Robert Plant». Γιατί δεν ντρέπομαι να το πώ πως τον ανακάλυψα πέρισυ!
    Χρόνια Πολλά σε όλους. Μακάρι να μπορέσουμε να ξαναφέρουμε κάποια στιγμή την ομορφιά και την ουσία στην ζωή μας!

  • skoug
    REPLY

    Το τρόλεϊ γραμμή Καλλιθέα-Κυψέλη, Φωκίωνος Νέγρη, πρώιμη γενιά ιmo, με Joplin, Hendrix, Rolling Stones, Lee Hooker, ακυκλοφόρητοι βινίλιου στη στοά της Πανδρόσου, στην Πλάκα στο “Χρυσό Κλειδί”· κι ύστερα το νόημα: “Φορτηγό”, στη Σκουφά “Pop 11” “Φράουλες κι αίμα”, Βιετνάμ, Μάης του ’68, διαδήλωση με τους κρήτες φοιτητές στη Σόλωνος, κλομπ στην Ομόνοια, “Νομική”, “Πολυτεχνείο” Γιάννενα, καταλήψεις· το δικό μου ταξίδι του ’60 μες στο ’70.
    Χρόνια μας πολλά!

  • l.k
    REPLY

    ε, όχι Νίκο, τί θα πει ταριχευμένη αριστερά, δεν το δέχομαι αυτό.
    ταριχευμένο μπορεί να είναι κόμμα, η αριστερά ποτέ.

  • gritz
    REPLY

    Προς όσες/όσους ενδιαφέρονται για τη βίωση των sixties και των seventies (απολύτως σωστή η χρονολογική επισήμανση της Βασιλίκας), αλλά και όσων ήρθαν μετά, από τη σκοπιά όχι της Πρωτεύουσας αλλά της «επαρχιακής» Ελληνικής μεγαλούπολης: Θα τολμούσα να (αυτο)προτείνω μιαν απόπειρα υποκειμενικής καταγραφής, ελαφρώς αποκλίνουσας, με τα μάτια ενός μετεφήβου του 1970.

    http://www.evonymos.org/greek/viewarticle.asp?id=4924

    • nikoxy
      REPLY

      @gritz:
      Εξαιρετική η επισήμανση του άρθρου.
      Ευχαριστώ και χρόνια πολλά.

      • gritz
        REPLY

        Καλή χρονιά, εύχομαι να μας δίνετε πάντοτε με την εξαιρετική αρθρογραφία σας τέτοια ερεθίσματα, για να σκεφτόμαστε και να γινόμαστε πιό ευαίσθητοι.

  • Πιγκουίνος
    REPLY

    Κι εγώ εκδρομέας του 60 είμαι. Έχω ετοιμάσει καλαθάκι με τυράκια λαβασκιρί και κεφτεδάκια. Έχω πάρει και γκαζόζες.

    Βάλε εκδρομικά τραγούδια στο κασετόφωνο και φύγαμε.

  • mao
    REPLY

    θαυμάσια η γραφή σου, ίσως όμως να μη συμφωνώ στο πως καταλήγεις: φαντάζει σα να πρέπει να «δικαιολογήσεις»/κληροδοτήσεις μια κάποια (οποιαδήποτε) ουσία νέας ευαισθησίας σε μια γενιά, που φρόντισε επιμελώς να διαγράψει κάθε έννοια ουσίας από ότι κι αν ακούμπησε στο πέρασμα της. Κι αυτή η αυτοκρατορία της επιφάνειας και του αυτονόητου, που εγκαθίδρυσαν τα 80s και απογείωσαν τα 90s, νομίζω πως περιγράφει όλη την ουσία αυτής της μαλθακής εποχής.

    Οι αναζητήσεις και οι περιπέτειες υπάρχουν απλά για να χρυσώνουν τα χάπια της κάθε ιστορικής συνείδησης, εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν.
    μφχ

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Στοιχεία επικοινωνίας
Twitter