To ΕΣΥ ξεγράφει τους καρκινοπαθείς Το αίμα των κοινωνιών

.

Μια ελληνική ταινία με έβαλε σε σκέψεις. Η Στρέλλα. Σκέψεις όχι για την κατασκευή της έμφυλης ταυτότητας, τη ζωή στο περιθώριο, τις στερεοτυπικές συμπεριφορές των αποκλεισμένων, τη σεξουαλική υποκρισία, τέτοια. Οχι. Η αριστουργηματική Στρέλλα του Πάνου Κούτρα, στο μεταίχμιο υπερνατουραλισμού, ψυχαναλυτικού δράματος, ονείρου, μελό, καμπαρέ, αστικού ντοκιμαντέρ και ηθογραφίας, με έβαλε προ πάντων σε σκέψεις για την αγάπη. Για το σκάνδαλο αγάπη.

Ολη η ταινία αρθρώνεται δεξιοτεχνικά, ακροβατικά, πάνω σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα: Ποιος μ’ αγαπά, ποιον αγαπώ; Στην πραγματικότητα, ποιος τολμά να θέτει τέτοια ερωτήματα σήμερα, εκτός από μερικούς σαλούς καλλιτέχνες, ίσως και κανέναν φιλόσοφο; Ο κόσμος μας κινείται ζαλισμένος γύρω από την οικονομία, τη γνώση, την ύλη, πυροδοτείται από την απληστία.

Ακόμη και ο λόγος περί αγάπης, στην πολλαπλή του εκδίπλωση ―έρως, amor, φιλία, αγάπη― φέρνει δυσανεξία στον σύγχρονο άνθρωπο, αμηχανία τουλάχιστον. «Το “σ’ αγαπώ” ακούγεται, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ασχημοσύνη ή κοροϊδία, έτσι που στην καλή κοινωνία, αυτή των μορφωμένων, κανείς πλέον δεν τολμά να ξεστομίσει στα σοβαρά τέτοιαν ανοησία», γράφει ο φιλόσοφος Ζαν-Λικ Μαριόν (Το ερωτικό φαινόμενο, εκδ. Πόλις).

Ο Κούτρας διαλέγει έκκεντρους ανθρώπους, λοξούς, σημαδεμένους, αμφίσημους, τρανς, για να δείξει το δράμα της αγάπης, τη δυνατότητα της αγάπης για εξανθρωπισμό, για υπέρβαση, για υποστασιοποίηση των προσώπων. Η τραβεστί Στρέλλα, καταγόμενη από τη μυθική περσόνα της κακογιάννειας Στέλλας του ’50 της ανοικοδόμησης, από την υπερμοντέρνα Τρέλα της μητροπολιτικής Αθήνας του 21ου αιώνα, αλλά και από την ντίβα Κάλλας, είναι το συναρπαστικό πρόσωπο που προσεγγίζει την αγάπη παράτολμα, υβριστικά. Με τη σφραγίδα του ενδιάμεσου φύλου (είναι ανδρόγυνο), με την αψάδα της νιότης, με το στίγμα του εγκαταλειμμένου και ορφανού παιδιού, με την προσωπική της τρέλα, διαπράττει την Υβρη, να ερωτευτεί τον απολεσθέντα και επανευρεθέντα πατέρα, σαν “όλα”.

Η Στρέλα από την απόρριψη, την απουσία, τη μοναξιά, την ερήμωση, περνά προς το άγγιγμα, το δόσιμο, το κάψιμο, τον κίνδυνο ― την αγάπη. Είναι ο γιος που έγινε κόρη, το παιδί που έγινε γυναίκα, το τέκνο που έγινε εραστής του πατρός, το ανδρόγυνο που υπερβαίνει τα φύλα σαν άγγελος, η Στρέλα που περνάει το κατώφλι του ταμπού της αιμομιξίας, εκούσα άκουσα: σπρωγμένη από αγάπη, εκδίκηση, αυτοτιμωρία. Και πάντα δίνει: η Στρέλα δίνει το σώμα της, τα νιάτα της, τα λεφτά της, το σπίτι της, τη στοργή της, τη ζωή της. Μόνο την ελευθερία της, την ελευθερία της αγάπης της, δεν παραχωρεί.

Η ταινία του Κούτρα, αισθητικά και ιδεολογικά, κατάγεται από τα υπαρξιακά μεταφυσικά δράματα του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, από τη βαθιά σαγήνη του μελοδράματος, από τον εξπρεσιονισμό, από τον αμφίσημο κόσμο του Ντ. Λυντς. Μόνο που στη Στρέλλα δεν αποθεώνεται ο προλετάριος ή ο περιθωριακός· ακόμη και οι γηρασμένες τρανς δεν εικονογραφούνται φολκλορικά, οι αστραφτερές ατάκες τους, τα καλιαρντά, οι μετωνυμίες, όλα εντάσσονται οργανικά στην ελεγεία και το δράμα, όπως οργανικά δένει με τα αισθήματα η έξοχη κινηματογράφηση της αρκαδικής φύσης, σε αντίστιξη με την αστική φαντασμαγορία της Αθήνας.

Στην καρδιά της τρανς φαντασμαγορίας χτυπάει η καρδιά της Στρέλλας· ατίθαση, αληθινή, δραματική, στρέιτ. Της Στρέλλας η καρδιά δίνει παλμό και πάλι στον πρώην κατάδικο Γιώργο, λούζερ πατέρα και εραστή, πιο έρημο και μόνο από όλους τους μοναχικούς. Της Στρέλλας η καρδιά ενώνει τα σκόρπια πρόσωπα γύρω της, σαν δορυφόρους γύρω από τον έρωτα ήλιο, σαν αστράκια γύρω από μια φάτνη, μια εστία, τόσο εφήμερη και εύθραυστη, μα και τόσο γνήσια και αληθινή.

Η Στρέλλα αξιώνει τη θέση της πλάι στα έργα τέχνης που στοιχειώνουν τον νεολληνικό βίο, έργα σκληρά, αληθινά, τρυφερά, λοξά· πλάι στην Στέλλα, την Ευδοκία, Το Δέντρο που Πληγώναμε, το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, τον Επιτάφιο Θρήνο του Γ. Ιωάννου. Ολα μιλούν για τον δύσκολο έρωτα, τη δυσκατόρθωτη αγάπη, τον δυσχερή Αλλο, τα πρόσωπα, την πτώση τους και τον μετεωρισμό τους. Το 2010, μια 25χρονη τρανς από την Αρκαδία, που ζει σε ένα ερείπιο στο Γκάζι, χαρίζει σε όλους εμάς τους κανονικούς ένα καραόκε αυτογνωσίας: Vissi d’arte, vissi d’amore, non feci mai male ad anima viva!

11 Σχόλια
  • παναγιώτης ιωαννίδης
    REPLY

    Ευχαριστούμε γιά μιάν από τις καιριότερες αναλύσεις της ταινίας και -σημαντικότερο ακόμα- την τοποθέτησή της, και την απόδοση της σημασίας της, εντός του πολιτισμικού περιβάλλοντος που -εκόν άκον- την κυοφόρησε – μέχρι να την γεννήσει ο Πάνος Κούτρας.

  • gritz
    REPLY

    Η αγάπη, όταν γίνεται ψυχική σχέση που διαρκεί, όταν πέρα από τον σωματικό είναι πνευματικός δεσμός ζωής, μπορεί να γίνεται ένα κομμάτι πραγματοποιημένης ουτοπίας, που θα ’λεγε ο Τέοντορ Αντόρνο.
    Κάτι λίγο από πράγματα που προσπαθούν να εισάγουν στον κόσμο άλλοι, άνθρωποι σοφοί, χρησιμοποιώντας θεωρίες ή σχήματα αφηρημένα, μπορεί να μπεί δειλά στη σφαίρα της πραγματικότητας μέσω της απλής ζωής δύο ανθρώπων, χωρίς σκέψη και πρόθεση. Θα χρωστά βέβαια στην τύχη της συνάντησής τους, αλλά πιό πολύ σ’ αυτό που κάποτε αποκάλεσαν εκλεκτική συγγένεια της ψυχής και του μυαλού.
    Η αγάπη όταν αντέχει στο χρόνο και παίρνει πολλές μορφές, γίνεται θαυμασμός και στοργή. Και ίσως, τότε δεν είναι ο σωματικός έρωτας αυτό που προέχει, όσο κι άν υπάρχει στο κέντρο της: Είναι που η αγάπη προσφέρει κάτι σταθερό και οικείο, ένα σχήμα σαφές και αναλλοίωτο, σ’ ένα κόσμο που γίνεται όλο και πιό χαοτικός, ευμετάβλητος, ανοίκειος και σκληρός. Δύσκολος να τον ζήσεις. Όταν όλα γύρω παραμορφώνονται, διαλύονται και το άμορφο είναι η ίδια η καταστροφή, διαρκής και καθημερινή, χρειάζεται ένα καταφύγιο, μια Κιβωτός για την καθημερινότητα. Όχι Κιβωτός για το έκτακτο γεγονός ενός Κατακλυσμού. Αυτό που χρειάζεται, είναι μια ουτοπία που θα είναι “a simple product of the common day” (Wordsworth). Όμως κανένα μεμονωμένο άτομο, κανένα εγώ, ούτε το ισχυρότερο και εξυπνότερο, δεν μπόρεσε ποτέ να πραγματοποιήσει μόνο του μια τέτοια ουτοπία ψυχολογικής φύσης, όπου ο κόσμος, η γή, η φύση, οι άνθρωποι και όλα τα άλλα όντα παίρνουν στα μάτια του την όψη του ωραίου, του αγαθού και αγαπητού. Χρειάζεται συντονισμός και μ’ ένα άλλο εγώ, μιά αδελφότητα ψυχής και μυαλού, εκλεκτική συγγένεια χαρακτήρων: Ο κόσμος εμφανίζεται με τέτοια καλή και ωραία όψη, μόνον όταν τον βλέπεις έτσι και για χάρη ενός άλλου προσώπου, εξαιτίας του, όταν προσπαθείς να τον δείς και με τα δικά του μάτια, πιστεύοντας ότι αυτή η προσπάθεια αξίζει πολλά.
    Για ν’ αντέχουμε χρειαζόμαστε την Άλλη ή τον Άλλο: Αυτόν που μας προσφέρει κάτι σαν άλλη, νοητή και ωραία δεύτερη ζωή μέσα σε τούτη την μίζερη πρώτη ζωή, χωρίς όμως να εξαπατά κανείς τον εαυτό του ή κάποιον τρίτο.
    Αυτά. πολύ γενικά και «προγραμματικά». Τώρα, ποιοί και πόσοι μπορούν να βιώσουν αυτή την αδελφότητα ψυχών, είναι επώδυνο ερώτημα και δεν έχει να κάνει με το «λοξό» ή straight των υποκειμένων. Για ν’ αποκτήσει μέσα στη συνείδηση κεφαλαίο Α ο άλλος ή η άλλη, χρειάζεται έλλογη επεξεργασία αυτού που έχει βιώσει κανείς ως προσωπικό μύθο του. Σε μιά ζωή εντελώς απομυθοποιημένη, στον σημερινό απομαγευμένο κόσμο (Max Weber), ο Άλλος δεν είναι ευπρόσδεκτος. Γι αυτό σήμερα «Το “σ’ αγαπώ” ακούγεται, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ασχημοσύνη ή κοροϊδία».
    Για να αναγνωρίσει κανείς μέσα στα βιώματά του τον Άλλο, χρειάζεται πρώτα να γίνει αυτεξούσιος, δηλαδή να λυτρωθεί από τους καταναγκασμούς που χωρίς να εγκρίνει, του επιβάλλονται από το σύστημα.

  • Ευδοκία
    REPLY

    Αγάπη σημαίνει: Πάση θυσία..Η ζωή διορθώνει κάθε λάθος σενάριο, (το υποψιαζόταν πάντα είπε), κι ένας καλλιτέχνης σαν κι εκείνον το κατάλαβε έστω και αργά..
    Η Ευδοκία τελικά δεν τον παντρεύεται κι ας κάνει εκείνος (κι όχι εκείνη)ένα σωρό θυσίες και προσφορές.Ο έρωτας υπάρχει εν δυνάμει αλλά ανέφικτος, απραγμάτωτος στην πράξη, και θα παραμείνει τέτοιος, ως θεική ποιότητα.Γιατί έτσι είναι.
    Κι η Ευδοκία,θα θυμάται πάντοτε τα άφιλτρα sante, τον ξεφτισμένο καναπέ, την απαγγελία του αρχαίου δράματος, τον ηρωισμό και το πάθος του, το πως συμπύκνωσε τον χρόνο συνειδητά,τα ταξίματα, το αμήχανο φιλί του μες το κρύο και το βλέμμα του στο ψέμμα που του είπε:»Θα ξανάρθω, αλήθεια»..
    Δεν τόκανε ποτέ. Κι αυτό το ψέμμα μετέτρεψε το βλέμμα του σε ενός πληγωμένου ζώου ακολουθώντας την ως το τέλος.
    Αγαπάει κανείς όσο δύναται;Την αγαπούσε χρόνια κι απλώς την βρήκε;Είναι ο έρωτας μια προβολή ενός σεναρίου;Είναι ο γάμος απόδειξη του έρωτα; Υπάρχει πνευματικός έρωτας;
    Ναί, η Ευδοκία τον αγάπησε πνευματικά.Η ένυλη απόδειξη δεν έπαιξε κανένα ρόλο..Το κατάλαβε μόνος του και το είπε.
    Αυτός της δίδαξε:Αγάπη πάση θυσία..Με κάθε εφικτό τρόπο.

  • annak
    REPLY

    den mporw na tin dw edw pou eimai alla kati se almodovar mou vgainei apo to keimeno sas kai trelenomai ya tis sklires pragmatikotites tou almodovar oi opoies katafernoun par’olh thn sklhrotita tous na dinoun elpida ya to poion tou anthrwpou kai tis koinwnias.

  • glasg
    REPLY

    entaksei yperbaleis sto sxolio sou. kalma. an thes na krineis tin tainia me anafora sti sygxroni (koinwnika xrewkopimeni) ellhniki pragmatikotita, h strella einai enas mikros paradisos.
    alla an deis tin tainia me to blemma enos ollandou gia paradigma, tha anagnwriseis oti i tainia exei adynamies p.x. oi erminies twn prwtagwnistwn.

    par’ola auta, simera eida tin tainia sto cinema, sti glaskobh, kai mou arese poly. xx

Leave a Reply

Your email address will not be published.