Η ιερή Ακρόπολη, το ιερό Αβέρωφ Βόμβες κατά της κοινωνίας

Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντον σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».

Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδωρούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο “Ονειρο στο κύμα”. Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.

Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».

Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. […] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις…»

Ημην ο Δάφνις, ο Ορφέας… Και είμαι δεσμώτης, ηττημένος, υπόδουλος και άπραγος. Το ένα άκρο της αφήγησης μάς φέρνει αβίαστα στο άλλο. Ο αφηγητής δεν νοσταλγεί μόνο, περιγράφει εναργώς την προδιαγεγραμμένη πορεία, από την αθωότητα προς τη γνώση, από την ανεμελιά του ευγενούς άγριου προς την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού. Ωστόσο η αποδοχή της σκληρής μοίρας, ο αυτοοικτιρμός και ο αυτοσαρκασμός, δεν αποτρέπουν τον στεναγμό και τη λαχτάρα της αναπολήσεως: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…». Ο πυρήνας είναι πυρακτωμένα ρομαντικός, είναι η αιώνια επιστροφή στη νιότη, ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχεται την προσγείωση στον «περιωρισμένο και ανεπιτήδειο» βίο, αντηχεί τον αιώνιο έφηβο Ρεμπώ, τον παράφορο Μπωντλέρ, τον ειρωνευτή Φλωμπέρ, τον ανατόμο Μπαλζάκ.

Παρόμοια πτώση και παρόμοια άρνηση βιώνει τώρα η γενιά της Μεταπολίτευσης ― όσοι τουλάχιστον μπορούν ακόμη να ανακαλέσουν τη νεανική αθωότητα και να την αισθανθούν. Ακόμη και τα χρόνια του ’70, ώς τις αρχές του ’80, η αθωότητα έμοιαζε με τα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Τα νησιά, τα χωριά, οι επαρχιακές πόλεις, είχαν δικούς τους ρυθμούς, χαρακτήρα. Η Αθήνα ήταν μια μεσογειακή πόλη, ράθυμη, με βραδύ βίο, φθηνή διαβίωση· δεν ήταν η σημερινή μητρόπολη των άκρων, των νεόπλουτων και των αποκλεισμένων, του εγκλήματος και της ασυμμετρίας, της φαντασμαγορίας.

Αλλαξαν οι άνθρωποι. Αλλάξαμε. Ξεχάσαμε το χωριό καταγωγής, κι όταν το θυμηθήκαμε είχε αλλάξει και μας πλήγωνε. Ξεχάσαμε τη γενέθλια γειτονιά, κι όταν επιστρέψαμε δεν την αναγνωρίζαμε. Ο τουρισμός κατέφαγε τα νησιά, οι επιδοτήσεις και η αστυφιλία σάρωσαν την επαρχία, οι καφετέριες και τα μπουζούκια κατακυρίευσαν τις πόλεις, οι ντοπιολαλιές σαρώθηκαν από τη lingua των τηλεοπτικών δελτίων και των σίριαλ, τα πρώην βοσκόπουλα μεταβλήθηκαν σε δικηγόρους «με δίπλωμα προλύτου», με δεύτερο ΙΧ, με διαζύγιο και βάρη, φυλή νεόχλιδων με ξεπουλημένες γαίες και δανεικά, με εκσυγχρονισμένα λάιφ-στάιλ.

Γινήκαμε άλλοι. Απληστοι, λιμασμένοι πάντα, και όλο περισσότερο περιωρισμένοι, με όλο και πιο κοντόν σχοινίον εις την αυλή του αυθέντου, αόρατο σχοινί σε αυλή αόρατου αφέντη, υπερτοπικού και διάσπαρτου. Η απώλεια της δικής μας αθωότητας συντελέστηκε αόρατα, δεν την είδαμε, δεν την νιώσαμε καν σαν απώλεια· ίσως τη βιώσαμε κιόλας σαν κέρδος, σαν νίκη, ότι παραχώσαμε βαθιά μες στο τσιμέντο την αθωότητα του χώματος, αυτή τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Γινήκαμε άλλοι. Αφεύκτως. Μα τη ζήσαμε ασυλλόγιστα αυτή τη μεταμόρφωση, χωρίς να τη στοχαστούμε, να τη ζυγίσουμε, να κρατήσουμε νήματα. Ωστε όταν τέλειωσε ο μετεωρισμός στην εικονική χλιδή, η πτώση ήρθε οδυνηρή, πάνω στο κάγκελο, μες στον κουβά ― του χρηματιστηρίου, των δανεικών, των υπερτροφικών προσδοκιών, της ματαίωσης.

Γινόμαστε άλλοι. Σχοινιασθήκαμε. Ας νοσταλγήσουμε τον φυσικό άνθρωπο, μήπως τον ξαναβρούμε στα πρόσωπα των παιδιών μας («ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος…») Είτα, θα προσφύγουμε στην παρηγορητική ανάγνωση του «Ξεπεσμένου δερβίση».

no comments
  • ΑΤΣ
    REPLY

    Ελάτε τώρα ΝικοΞ, που η απώλεια της αθωότητας συντελέστηκε αόρατα, δεν την είδατε, δεν την νιώσατε καν σαν απώλεια• κάποιοι σίγουρα τη βιώσανε σαν κέρδος, σαν νίκη.
    Δείτε τι λέει περί τούτου κι ο κύριος που μνημονεύσατε στο άρθρο σας:
    «Να παύση π.χ. η συστηματική περιφρόνησις της θρησκείας εκ μέρους πολιτικών ανδρών, επιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων και άλλων. Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθή με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκληματισθή εδώ. Να γίνη προστάτις των πατρίων, και όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μη περιφρονή αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μη νοθεύονται τα θρησκευτικά και τα οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόσμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μη μιμώμεθα ούτε τους Παπιστάς και ούτε τους Προτεστάντες. Να μη χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια. Είναι της εσχάτης εθνικής αφιλοτιμίας να έχωμεν κειμήλια και να μη φροντίζωμεν να τα διατηρήσωμεν. Ας σταθμήσωσι καλώς την ευθύνην των, οι έχοντες την μεγίστην ευθύνην».

    Είναι καιρός να καταλάβουν κάποιοι πόση ζημία κάνουν στους εαυτούς τους, στη χώρα, σε όλους όταν συστηματικά λοιδορούν αυτά που θα έπρεπε να τιμούν.

    ΑΤΣ

  • Δήμος
    REPLY

    Στις 3 Ιανουαρίου 2011 συμπληρώνονται 100 χρόνια από την εκδημία του «Αγίου των γραμμάτων μας». Το οφείλουμε στον εαυτό μας να ‘ναι το «έτος» του…Άλλωστε μη ξεχνάμε πως ο κυρ Αλέξανδρος έγραφε και για να εμψυχώσει τους Έλληνες που μόλις είχαν υποστεί την χρεοκοπία του 1893 και την ήττα του 1897, πρόδηλες οι παραλληλίες! Το 2021 –σε μια δεκαετία- συμπληρώνουμε 200 χρόνια ως κρατική οντότητα. Ας ξεκινήσει μια σοβαρή προσπάθεια διερεύνησης της ταυτότητάς μας σήμερα, ως προϋπόθεση για ένα όραμα κι ίσως για ένα θαύμα…
    Το γνωρίζω: έπειτα ξύπνησα…
    Να ‘στε καλά κύριε Ξυδάκη, σας παρακολουθώ με αγάπη!

  • Αρετή Καλεσάκη
    REPLY

    Σαν διάβασα το άρθρο σας, ήξευρα πως ήμην δυστυχής…
    Γι’ αυτή τη μεσογειακή και ράθυμη πόλη που εξελίχθηκε σε τέρας
    Γι’ αυτούς τους «άπληστους, λιμασμένους (και αμετροεπείς) πολίτες (;)» αυτής χώρας …Πληγή και αλάτι κάθε φράση. Αλλά και λύτρωση για όσους αγωνιούν να βγάλουν το κεφάλι έξω από τα στενά παράθυρα…, ή να βρουν μια χαραμάδα να χώσουν το πρόσωπο να ανασάνουν…
    Ανάρτησα το άρθρο σας σαν σημείωση στη σελίδα μου στο facebook. Για να μπορέσουν, ακόμα και ανθρωποι που δεν αγοράζουν την εφημερίδα ή δεν μπαίνουν στην ηλεκτρονική της έκδοση, να σας διαβάσουν.
    Σας ευχαριστώ

  • P.ziaka
    REPLY

    κ. Ξυδάκη

    με όχημα το «΄Ονειρο στο κύμα» τα λεγόμενα σας στο σημερινό άρθρο με συγκλόνισαν και αν κρίνω από το κλάμα ενοχής μάλλον δεν συνέβησαν όλα αυτά αφεύκτως. Συλλογικός βίος ασυλλόγιστος , το μόνο που θυμάμαι ότι ψελλίζαμε που και που πίνοντας αποστάγματα μήπως είναι ύβρις που περνάμε καλά: Είχαμε ήδη αλλάξει.

    Με ευγνωμοσύνη
    Π. Ζιάκα

  • λ.κ
    REPLY

    ¨ομως να μην τελειώσει ο «μετεωρισμός του Αυγούστου» γιατί τότε πράγματι δεν θα μας έχει μείνει τίποτα, -ούτε ο ξεπεσμένος δερβίσης.

  • thelastrealanwnymous
    REPLY

    » Ότι σώζει και συχνάκις μεγαλύνει αυτάς τας αλλοκότους συνθέσεις , είναι η διάθεσις , την οποίαν δι’ ασυλλήπτων μεθόδων γεννούν. »
    σχόλιο του Γ. Ξενόπουλου για τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη

  • dianathenes
    REPLY

    Δεν είναι ο έλληνας δεμένος με κοντό σχοινί. Η κυβέρνησή του είναι δεμένη με κοντό σχοινί και δεν μπορεί να ορθώσει το ανάστημά της στους αυθεντάδες της. Ο Παπαδιαμάντης ήταν πατριώτης.Η κυβέρνηση αυτή καθώς και οι προηγούμενες είναι, ήταν πατριώτις; Επειδή ανήκω στην γενιά της μεταπολίτευσης παραδέχομαι ότι «ζαλιστήκαμε» απ όσα λέτε ( τα νεοχλιδάτα) όμως έχουμε μέσα μας ακόμα τρόπους να χαλαρώσουμε πολύ το σχοινί μέχρι και να το κόψουμε. Ακριβή βενζίνη αυτοί, ποδαρόδρομο εμείς, ψωμάκι τοστ αυτοί ζύμωμα εμείς, καλοριφέρ αυτοί, ξυλόσομπα εμείς, αύξηση ΦΠΑ αυτοί, ανταλλαγή εμείς. Αυτό λέγεται κλεφτοπόλεμος και αυτό θα κάνουμε! Δεν σημαινει δηλαδή ότι επειδή πέσαμε στην παγίδα που μας καλοέστησαν ότι γίναμε και ίδιοι. Ούτε ότι επειδή μας κουνάνε μπροστά στην μούρη μας το ευρώ τους θα εξακολουθήσουμε να το πριμοδοτούμε τρώγοντας από τις σάρκες μας. Ο έλληνας θα διαφύγει έχει δικούς του τρόπου, άπιαστους.

    • gritz
      REPLY

      «Ο έλληνας θα διαφύγει έχει δικούς του τρόπους, άπιαστους».
      Το ίδιο πίστευε και ο Αλογοσκούφης, και ο Παπαντωνίου και άλλοι. Καί δώστου απογραφές. Και δώστου δημιουργική λογιστική. Και δώστου Ολυμπιακά έργα. Και δώστου τιμημένα Ομόλογα. Αλλά…
      Δεν υπάρχει τίποτε σωστό μέσα στο λάθος. Ακόμη και ο Έλληνας, μπροστά στο κουμάντο της διαβίωσης και τα λογιστικά βιβλία, είναι ότι και ο Ιρλανδός, ο Ιταλός, ο Ισπανός, ο Γερμανός…
      Αυτό το ήξερε καλά ο ταπεινός Παπαδιαμάντης, όπως και τα γυρίσματα της ζωής, για άτομα και κοινωνίες: «Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ».
      Εμείς όμως δυσκολευόμαστε να το αποδεχθούμε. Όντως «πήραμε τη ζωή μας λάθος», αλλά οι αυταπάτες ότι από τις συνέπειες του λάθος αυτού θα μας σώσουν πάλι οι (υπαρκτές) Ελληνικές ιδιομορφίες, είναι bon pour l’ Orient.

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Τα γραπτά μένουν. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, τα γραπτά το μόνο βέβαιο που κάνουν είναι πως μένουν. Τόνοι αμέτρητης σοφίας, παραμένει τυπωμένη. Είτε είναι για κάποιους σοφά είτε για άλλους ανόητα, τα όποια γραπτά (πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι με το οποίο γράφονται) μένουν ως αυτό που μόνο είναι – ως απολιθωμένες παραστάσεις, ανοιχτές στην όποια ανάγνωση. Γιατί αυτό που δεν μένει μαζί με τα γραπτά, είναι το πώς αυτές οι παραστάσεις θα ιδωθούν, θα διαβαστούν, θα κατανοηθούν, το πώς θα εμβολίσουν το περίβλημα της σκέψης που τα περιεργάζεται. Αλλά και το πώς η σκέψη που τα περιεργάζεται, δύναται να εμβολίσει η ίδια, το διανοητικό περίβλημα της σκέψης των γραπτών (κάτι που υποτίθεται πως επιχειρούν για παράδειγμα, τα κείμενα που κρίνουν άλλα κείμενα) κι αυτό ακόμα, είναι κάτι που απλώς… μένει, όπως ακριβώς μένουν και όλα τα υπόλοιπα γραπτά.

    Ας πάρουμε για παράδειγμα τα ευαγγέλια. Κείμενα είναι και τα ευαγγέλια. Και μάλιστα κείμενα, που δεν είναι λησμονημένα όσο τα κείμενα του Παπαδιαμάντη. Κείμενα που διαβάζονται, λειτουργούνται και ψηλαφιούνται κάθε Κυριακή, σε κάθε εσπερινό ή όρθρο, σε κάθε γωνιά της ελληνικής, ορθόδοξης επικράτειας. Η δε ανάγνωση, όσο και η λειτουργία και η ψηλάφηση αυτών των κειμένων, γίνεται σύμφωνα με τις αναλλοίωτες αξίες και μεθόδους της παράδοσης που συνεχίζει να παραδίδεται, μέσω αυτών των κειμένων, όπως παραδιδόταν πάντα. Κείμενα μιας παράδοσης, που σύμφωνα με «έρευνες επιστημονικές», τα αποδέχεται, τα μνημονεύει και τα πιστεύει ένα συντριπτικά μεγάλο, σχεδόν απόλυτο ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας. Κείμενα απλά, κατανοητά που αρθρώνουν ποιητική γλώσσα. Σε τι έχει ωφελήσει όμως αυτό το επί χιλιάδες χρόνια «άθλημα αληθείας», το συντριπτικά μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που αποδέχεται αιωνίως αυτά τα κείμενα και επιδίδεται σε αυτό το «άθλημα»; Αυτή η ίδια, η ορθοδόξως αθλούμενη κοινωνία, δεν θεωρείται παράλληλα, μια από τις πιο ανήθικες του πλανήτη; Οι ίδιοι οι ορθόδοξοι, δεν το κραυγάζουμε αυτό καθημερινά για τους εαυτούς μας; Ή μήπως φταίει το ότι δεν πηγαίνουμε πολύ στην εκκλησία, όπως ενδεχομένως φταίει και το ότι δεν διαβάζουμε πολύ Παπαδιαμάντη…;

    Όσο πιστεύουμε πως ο ποιητικός λόγος που αρθρώνει το ελεύθερο ήθος, ενυπάρχει στις απολιθωμένες μορφές των γραπτών ή άλλων μνημείων (όσο και θεσμών) και όχι στο τρόπο που εμείς βλέπουμε τα πάντα, όποια κείμενα και αν ανασύρουμε, όποια κείμενα και αν δημιουργήσουμε εκ νέου, όσο και αν διαδώσουμε τα όποια κείμενα θεωρούμε ως λυδία λίθο της διάνοιας, όσες σωτήριες ελίτ και αν ονειρευτούμε κι όσο «δικαιότερες» οικονομικές θεωρίες και αν επινοήσουμε, το πρόβλημα θα παραμένει πάντα το ίδιο.

    Οι μεγάλες διακυρήξεις του σοσιαλισμού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού, του χριστιανισμού (της βασιλείας των ουρανών) και όλων των θρησκειών, του αγνωστικισμού, της πίστης στα ανθρώπινα δικαιώματα και τόσες άλλες, σε τι κατάσταση έχουν φέρει τη ζωή στον πλανήτη; Εναντίον ποιών αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε ακόμα; Εναντίον όσων δεν είναι σοσιαλιστές, δεν είναι φιλελεύθεροι, δεν είναι χριστιανοί, δεν είναι αγνωστικιστές, δεν «σέβονται» τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.ο.κ.; Μα, εμείς οι ίδιοι δεν νομοθετούμε πάνω στους εαυτούς μας, ως κοινωνία, προκειμένου να ζούμε καλύτερα; Πώς είναι δυνατόν να πρέπει να πιστεύουμε σε έναν νόμο που κάνουμε από μόνοι μας και αυτός ο νόμος να είναι εναντίον μας;

    Το ελεύθερο ήθος, αναπτύσσεται και εμπεδώνεται δια ζώσης. Βιωματικά. Και χρειάζονται συνήθως, τεράστια ποσά ηθικής δράσης (απείρως περισσότερα απ’ όσα μπορούν να αναγνωρίσουν μέσα σ’ ένα κείμενο τα μάτια ανίδεων αναγνωστών), προκειμένου να παραχθεί το ελάχιστο ποσό ηθικής αντίδρασης (αν παραχθεί – αφού η φυσική εξέλιξη του ελεύθερου ήθους, ακολουθεί τους φράκταλ χρονικούς ρυθμούς της φυσικής εξέλιξης των ειδών της φύσης, στην οποία συνυπάρχουν και αναμοχλεύονται ταυτόχρονα όσο και ετερόχρονα, όλα τα υλικά, «ευγενή» και «χρήσιμα» ή «ποταπά» και «άχρηστα»).

    Το να λέμε τι είναι ηθικό, δεν έχει καμία σχέση με το να δρούμε ηθικά. Και αν κάποιοι λειτουργούν με ελεύθερο ήθος γράφοντας (γιατί και το γράψιμο, όπως και η ανάγνωση, είναι ένα βίωμα που όπως το κάθε βίωμα, δύναται να χωρά τα πάντα), οφείλουν να μην αυταπατώνται. Το ελεύθερο ήθος τους, θα αναγνωσθεί μόνο απ’ όσους μπορούν και διαβάζουν ήδη με ελεύθερο ήθος. Οι υπόλοιποι, θα προσλαμβάνουν πάντα τις λέξεις του όποιου κειμένου, μέσα στα όρια υπακοής τους σε στερεότυπες και αγοραίες ερμηνείες των ίδιων των λέξεων, ανεξαρτήτως σειράς τους.

    Μαθηματικώς και λογικώς, μόνο η επικράτηση των ηθικών δράσεων, δύναται να αντικαταστήσει την επικράτηση των ανήθικων. Όσο καταφέρνουν οι από εμάς τους ίδιους ορκισμένοι λογιστές μας να μας πείθουν, ότι είναι αναπόφευκτη η τρέχουσα ανηθικότητα, ως η μόνη πραγματικότητα που νομιμοποιούμαστε να διαχειριστούμε και πως η αυστυρώς και μόνο ‘προσωπική’ ηθική μας περιορίζεται, στο να μπορούμε να μετέχουμε με «αβρότητα» και «νομιμότητα» σε αυτή τη βλαβερή και ανήθικη επικράτεια «κάνοντας έντιμα και σωστά τη δουλειά μας», τόσο οι όποιες δράσεις μας, ακόμα και οι ουσιαστικές δράσεις καταγγελίας του συστήματος, θα λειτουργούν υπέρ της συντήρησής του.

    Η αναμόρφωση του συστήματος, απαιτεί αλλαγή στον πυρήνα και στον τρόπο σκέψης όλων των αντιληπτικών μονάδων/πυλών που το συν-αποτελούν. Αλλιώς, την όποια ρήξη και ανατροπή του, θα την ακολουθήσει μια μορφή ανασύστασής του.

    Η πολιτική αισθητική, διαφέρει από την εικαστική κατά τούτο: στην πολιτική, η φόρμα που αναδεικνύεται και παρίσταται από το σύνολο των μερών, οφείλει να είναι (και είναι πάντα) η μορφή κάθε μέρους του συνόλου (όπως ακριβώς συμβαίνει και στις εικονικές αναπαραστάσεις μαθηματικών φράκταλ). Ηθική κοινωνία, συνιστούν μόνο ηθικοί άνθρωποι (οι οποίοι γνωρίζουν βιωματικά ότι μπορούν να διαφέρουν στα πάντα από τους άλλους, ότι μπορούν να πιστεύουν σε ό,τι και όπου θέλουν, αλλά επίσης γνωρίζουν ότι οφείλουν ως έκφραση του ελεύθερου ήθους, να μπορούν να ζουν μαζί με τους υπόλοιπους ειρηνικά, αποδεχόμενοι έναν φορμαλισμό κοινής, ελεύθερης συμβίωσης, ο οποίος ούτε θα επηρεάζει ούτε θα επηρεάζεται από τις μεταφυσικές/ιδεολογικές δοξασίες του καθενός). Και ανήθικη κοινωνία, συνιστούν οι ανήθικοι (οι οποίοι πιστεύουν στον φορμαλισμό της συμπεριφοράς, ως ενδεικτικό της ενοχής ή αθωότητας τους, της αποδοχής ή της απόρριψής τους από το σύνολο).

    Στη ζωγραφική μονάχα, δύνανται να υπάρχουν λιβάδια με λουλούδια και πετρώματα, που δεν είναι φτιαγμένα από λουλούδια και πετρώματα, αλλά με χρώματα (αν και, ακόμα και στη ζωγραφική, τα χρώματα μπορούν να γίνονται από λουλούδια και από πετρώματα, και να στηρίζουν τις ιδιότητές τους, ως χρώματα, στις φυσικές ιδιότητες των υλικών από τα οποία παράγονται, όσο όμως αυτά τα πρωτογενή υλικά εξακολουθούν να παρίστανται εν αισθητική χρήσει και δεν έχουν αντικατασταθεί παντελώς στην αντίληψή μας, από χάρτινες ή ψηφιακές αναπαραστάσεις του ‘εφέ’ τους). Ωστόσο η τέχνη, είναι μια ιδιαίτερη και σπάνια περίπτωση που αφορά ελεύθερους ανθρώπους, που δεν έχουν καμία σχέση με την «ελεύθερη» αγορά αντιλήψεων και ερμηνειών και που μπορούν να επικοινωνούν μέσω της αισθητικής δημιουργίας, δια μέσου των αιώνων, ανεξαρτήτως της τεχνολογίας της κάθε εποχής, ανεξαρτήτως του νόμιμου κτήτορα των έργων και ανεξαρτήτως του ‘ισμού’ στον οποίο καταχωρούνται τα έργα από τους διάφορους «ερμηνευτικούς» οργανισμούς που βγάζουν χρήμα για να επιβάλουν τις απόψεις τους σε ό,τι αφορά διανοητικά ζητήματα που δεν κατανοούν και βιωματικές, δημιουργικές δράσεις στις οποίες δεν επιδίδονται. Αλλά και δυστυχώς, ανεξαρτήτως από το πόσο μπορεί μια τέτοια επικοινωνία να επηρεάζει το παράλληλο κοινωνικό σύμπαν που αναπτύσσεται, αιωνίως, γύρω μας. Έχουμε να κάνουμε εδώ, μάλλον με την ουτοπία της μεταξύ παράλληλων και ασύμπτωτων ερμηνευτικών συμπάντων, επικοινωνίας.

    Ωστόσο… Τι Παπαδιαμάντης τι Παπανδρέου; Τι Μεγαλέξανδρος τι Τζούλια Αλεξανδράτου; Απέναντι σε κάθε δυϊσμό, απέναντι σε κάθε παράλληλο ερμηνευτικό σύμπαν, ο ελεύθερος άνθρωπος, μπορεί να αρθρώσει ηθικό λόγο και ηθική στάση ζωής προς όλα τα μέρη, είτε αυτή γίνεται κατανοητή (πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο) είτε δεν γίνεται. Δεν οφείλουμε, ωστόσο, λιγότερα ή περισσότερα σε κάποιους, απ’ ό,τι στους υπόλοιπους. Αυτά τα πιστεύουν οι τραπεζίτες και οι θιασώτες τους, που κτίζουν φυλακές για τους κακούς πληρωτές και τοκίζουν τον χρόνο για να πλουτίσουν εις βάρος τόσο της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης, τόσο του κοινού ορθολογισμού, όσο και αυτής της φυσικής, άγριας και χαοτικής ισορροπίας του οικοσυστήματος του πλανήτη μας. Διότι δεν τους λείπει μόνο το ανθρώπινο μυαλό και το ελεύθερο ήθος που πηγάζει από αυτό, αλλά ακόμα και αυτό το φυσικό και άγριο ένστικτο του λύκου, που δεν διαβάζει Παπαδιαμάντη, αλλά που δύναται να ρυθμίζει τις γεννήσεις της αγέλης του, προκειμένου αυτή να έχει τον απαιτούμενο μικρό αριθμό μελών που ωφελεί τόσο το οικοσύστημα όσο και προστατεύει τους λύκους από την εξαφάνιση.

    Είναι μεγάλη η υποτίμηση για τη δημοκρατία, (αλλά και για όποιο άλλο πολίτευμα θα ήταν αναλόγως μεγάλη υποτίμηση, όπως και για την ίδια την κοινή λογική), όταν οι έγκυροι εκπρόσωποί μιας πολιτείας παραδέχονται πως η αγορά, βρίσκεται υπεράνω της δημοκρατίας τους (ή του όποιου πολιτεύματός τους) και πως αυτό, νομιμοποιείται να συμβαίνει, επειδή η δημοκρατία (ή το όποιο πολίτευμα) έχει αποφασίσει να αφήσει ελεύθερη την αγορά.

    Ποιους κοροϊδεύουμε;

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Για τη Μεγάλη Κυρία που συμποσιάζεται εδώ και κάτι αιώνες, πρώτο τραπέζι πίστα στην πολιτιστική μας σκηνή και αφήνει την εθνική γλυπτοθήκη ανοιχτή τα μεσάνυχτα, επειδή οι ‘πνευματικοί’ όπως τους ονόμασε η ίδια, καλεσμένοι ενός γάμου που γινόταν σε παράπλευρο στρατιωτικό άλσος, ήθελαν να θαυμάσουν τον πολιτισμό μας, θα μιλήσουμε; Ή θα τα βάζουμε μόνο με την απείρως ουσιαστικότερη και αυθεντικότερη περσόνα της Άντζελας Δημητρίου;
    Εμείς οι υπόλοιποι που επισκεπτόμαστε την Εθνική Γλυπτοθήκη τις νόμιμες ώρες, δεν είμαστε πνευματικοί άνθρωποι;
    Ή μήπως επειδή έπιασε στο στόμα του τη Μεγάλη Κυρία του πολιτιστικού πενταγράμμου, ο κακός Μάκης, είμαστε υποχρεωμένοι να ταχθούμε υπέρ της;

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Εάν υπάρξουν άνθρωποι που θα οφεληθούν από το νομοσχέδιο της υπουργού οικονομίας, έναντι των τραπεχών, παράλληλα με ό,τι άλλο ισχύει, αυτό θα σημαίνει (και θα του οφείλουμε δημόσια αναγνώσριση) έμπρακτη και θεσμοθετημένη άρθρωση του ελεύθερου ήθους.

  • no frost
    REPLY

    Μας επισκέφθηκε ο Παπαθεμελής ως Ανώνυμος;Μας άγγιξε το πέτο ο ..Θεός; Θού Κύριε!!

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Και για του λόγου το αληθές, όσον αφορά τους παράλληλους και ασύμπτωτους αντιληπτικούς και ερμηνευτικούς κόσμους, μέσα στους οποίους δύνανται να «βλασταίνουν» τα όποια κείμενα, ο no frost «κατάλαβε» διαβάζοντας το σχόλιο στο οποίο αναφέρθηκε παραπάνω, πως ο συγγραφέας του σχολίου είναι θρήσκος, πως ομοιάζει του Παπαθεμελή και πως νομίζει πως το πέτο του «ρούχου που φορά», είναι αγγιγμένο απ’ τον θεό.

    Αν δηλαδή δηλώσω ευθαρσώς στον no frost πως έχω τον θεό των ιγκουάνα χεσμένο, μπορεί να νομίσει πως θεωρώ το χέσιμο ως έκφραση θρησκευτικής λατρείας. Και αν με δει ολόγυμνο στο δάσος, με τις κοτσίδες μου πλεγμένες ως τα πόδια και τη φαρέτρα μου γεμάτη μανιτάρια, μπορεί να νομίσει πως είμαι ο νέος ασφαλιστής της γιούρολάιφ και να μου ζητήσει την κάρτα μπόνους που «δικαιούται».

    • no frost
      REPLY

      @ανώνυμε
      Ολόγυμνο στο δάσος με τις πλεγμένες σου πλεξούδες ως τα πόδια να κουβαλάς στην φαρέτρα σου πλευρώτους;
      Ώ Θεέ των παραλλήλως ερμηνευτικών συμπάντων! Μά τον Τουτάτη σε πρόλαβε άλλος! Λεγόταν Τότσικας και απαύτωνε καρπούζια ολόγυμνος στο Δάσος, όταν ο Λύκος δεν ήταν εκεί.
      Απουσίαζαν δε τόσο η Μαρινέλλα, όσο κι ο Μέγας Αλέξανδρος φευ!!!

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Οφείλω να δηλώσω δημοσίως, πως δεν έχω κάτι να διευθετήσω ή να μοιράσω με τον θεό των ιγκουάνα, όπως επίσης και με οποιονδήποτε άλλον θεό ή οντότητα, πέρα από τη διατήρηση του ελεύθερου της επιλογής και για τα δύο μέρη, της όποιας μορφής επικοινωνίας μας. Ακόμα δηλαδή και αν υπάρχουν κρυμμένοι ή μη θεοί, οφείλουν να καταλάβουν, όπως και όλες οι άλλες υπαρκτές, αναγκαίες, δυνατές, φαντασιακές ή ιδεατές οντότητες, πως αν επιθυμεί και επιλέξει ο ελεύθερος νους να ανοίξει διάλογο μαζί τους και το επιθυμούν κι εκείνοι, τότε μόνο μπορεί να υπάρξει διάλογος. Ο ελεύθερος νους, διατηρεί και αναγνωρίζει προς όλους, το αυτόβουλο της επιλογής, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης θέσης που αναλογεί στον καθένα, στην ειδολογική κλίμακα των πάσης φύσεως οντοτήτων. Όπως επίσης θα πρέπει να καταλάβουν όσοι προσέρχονται σε διάλογο, ανεξαρτήτως της οντολογικής περίπτωσης του καθενός, πως η μόνη συζήτηση που μπορεί να λάβει χώρα, πριν από κάθε άλλη, είναι η συζήτηση που αφορά στην από κοινού διερεύνηση και επιλογή των κοινών αντιληπτικών και επικοινωνιακών μέσων. Αν νοούμε διαφορετικά τις ίδιες, κοινές λέξεις, διάλογος δεν μπορεί να υπάρξει. Θα πρέπει, δηλαδή, σε ενδεχόμενη συζήτησή μας με τον θεό (των ιγκουάνα ή όποιον άλλο), προτού συνεχίσουμε την όποια συζήτηση αφορά οποιοδήποτε αντικείμενο, να συμφωνήσουμε μαζί του σε όσα αφορούν το εύρος της ίδιας της έννοιας του αντικειμένου.

    Οφείλω να δηλώσω επίσης, πως δεν έχω τίποτα εναντίον της ιερότητας της βιολογικής διαδικασίας της ανακύκλωσης που διενεργείται μέσω της λήψης της τροφής, της μεταβολής της σε ενέργεια και της αποβολής των περιττωμάτων της όλης διαδικασίας, από τον κάθε οργανισμό. Η ιδέα των περιττωμάτων δεν μου είναι αποκρουστική. Η ιδέα του άγονου λιπάσματος, είναι μια θλιβερή έννοια για μένα…
    αλλά πιστεύω πως ο καθένας μπορεί να βρει άπειρους δημιουργικούς τρόπους να μετουσιώνει τη θλίψη του, αν τον ενοχλεί.

    Αυτά ως προς την χρήση της φράσης «έχω χεσμένο τον θεό των ιγκουάνα», που έγραψα ποιητική αδεία και χωρίς τη διάθεση να κατακρίνω τον συγκεκριμένο θεό ή το συγκεκριμένο ενέργημα.

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Το «…σε όσα αφορούν το εύρος της ίδιας της έννοιας του αντικειμένου.» στο παραπάνω σχόλιο θα ήταν σαφέστερο αν το έγραφα «…σε όσα αφορούν το εύρος της ίδιας της έννοιας ‘αντικείμενο’.».

  • Ανώνυμος
    REPLY

    @ no frost

    Με πρόλαβε άλλος; Σε τι με πρόλαβε άλλος; Δεν μαστίζομαι από τη μανία της πρωτοτυπίας no frost, ώστε να στενοχωρηθώ επειδή με πρόλαβε άλλος. Η αγοραία, κεντρική «ιδέα» του μοντερνισμού, να κάνεις κάτι πρώτος για να μη σε προλάβουν οι άλλοι, δεν ενοικεί πια στα διαμερίσματα της διάνοιάς μου. Της έκανα έξωση κατά την περίοδο της εφηβείας (κι όποτε ξαναγυρίζει και ζητιανεύει, της δίνω λίγο από το χρόνο μου μέχρι να τη διώξω μακριά). Τον Τότσικα και την ιστορία του, δεν τα έχω ακουστά. Τα μανιτάρια, επίσης, δεν ήταν πλευρώτους. Αλλά, μήπως έχει καμιά σημασία αν σου πω τι μανιτάρια ήταν ή αν σου πω οτιδήποτε άλλο; Εσύ ο ίδιος είχες αναρωτηθεί σε παλαιότερο σχόλιό σου: « Γιατί δεν πιστεύω πλέον σε ευθεία αντιστοιχία λέξεων και εννοιών με το δήθεν αντικειμενικό προσδιορισμό της ουσίας τους;». Και το θυμάμαι γιατί μου είχε κάνει ευχάριστη εντύπωση, αυτό που είδα με τα δικά μου μάτια, μέσα σε αυτή σου τη φράση. Ευθεία αντιστοιχία με τον αντικειμενικό προσδιορισμό της ουσίας των εννοιών, δεν μπορεί να υπάρξει, και καλά κάνεις κατά τη γνώμη μου και δεν πιστεύεις σε αυτήν. Ούτε κι εγώ πιστεύω, γιατί απλούστατα, ο αντικειμενικός προσδιορισμός της ουσίας των εννοιών, είναι μια ευρεία, κριτική, αισθητική και ποιητική διαδικασία που εξελίσσεται επ’ άπειρον και όχι μια έννοια με πάγιο εύρος, προς την οποία μπορεί να υπάρξει ευθεία αντιστοιχία.
    Ωστόσο, εσύ, σε ποια εγκυρότητα στηρίζεις τα όσα γράφεις ή κρίνεις, με τόση βεβαιότητα; Πιστεύεις πως με όσα γράφεις, για παράδειγμα, ως απάντηση στα δικά μου σχόλια, αποκαλύπτεις δημοσίως μια έγκυρη αντιστοιχία, ανάμεσα στις λέξεις που χρησιμοποιώ και στο τι λένε αυτές οι λέξεις «αντικειμενικά»; Μα, δεν πιστεύεις, καθώς μας λες, ο ίδιος, σε μια τέτοια αντιστοιχία, κι εγώ μάλιστα, συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Ωστόσο ο αποκαθηλωτικός λόγος που μου απευθύνεις, προϋποθέτει μια ευθεία αντιστοιχία λέξεων και εννοιών με μια «αντικειμενική ουσία» που υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι όσων πιστεύουν σε τέτοιες ουσίες και στην ευθεία αντιστοιχία με την οποία οι ουσίες αυτές, γίνονται αντιληπτές.
    Λαμβάνω ετερόκλητα σήματα από τον τρόπο που εκφράζεσαι no frost και αυτό δεν στο λέω επειδή πιστεύω πως είναι σφάλμα, αλλά επειδή πιστεύω πως πολλές φορές είμαστε δέσμιοι προβλημάτων που αναγνωρίζουμε μόνο όταν τα βλέπουμε να τα κάνουν άλλοι. Το παθαίνουμε διαρκώς όλοι μας, ανεξαρτήτως του αν το συνειδητοποιούμε ή όχι και ανεξαρτήτως του αν έχουμε καταφέρει σε πολλές περιπτώσεις να αποφύγουμε αυτή τη λούμπα. Και δεν στα λέω, επίσης, αυτά, επειδή πιστεύω πως εκφράζω κάτι που είναι πάγιο και αντικειμενικό και προς το οποίο οφείλεις να ευθυγραμμιστείς, αλλά στα λέω, μήπως καταφέρω και σκιαγραφήσω ένα ενδιαφέρον, για σένα, τοπίο. Είτε βρεις μια διάβαση εδώ, δική σου, είτε αυτά που λεώ σου είναι παντελώς αδιάφορα και στις δύο περιπτώσεις, τα όσα γράφω δεν είναι τίποτα και οφείλουμε να τα προσπεράσουμε. Με αυτό το πνεύμα γράφω. Με το πνεύμα του «ό,τι γράφεται, δεν αποτελεί σημείο, αλλά πύλη διάβασης».

  • no frost
    REPLY

    Επειδή λοιπόν απάντησες με στοργικό -θάλεγα- τρόπο και με την ευφυία κάποιου που δεν θίγεται έντονα προσωπικά, πράγμα που εκτίμησα σου απαντώ.
    Ναί υπάρχει αναντιστοιχία και μη συνέπεια σε όσα γράφω, τόσο στο ύφος μου-κυρίως- όσο και στο περιεχόμενο.
    Σου απάντησα με προκλητικό χιούμορ, σχεδόν σεχταριστικά, ίσως και κυνικά το παραδέχομαι. όμως γιατί το έκανα αυτό;
    Δεν το έκανα τόσο για το περιεχόμενο των λεγομένων σου, όσο για τον τρόπο που τα εκφέρεις.
    Έχω την εντύπωση οτι το ευφυιές μυαλό σου και την εκτενή αναζήτησή σου στα πράγματα, την εμποδίζουν να ολοκληρωθεί η έντονη αυτοαναφορικότητα του λόγου σου, που δημιουργεί ανακυκλώσεις και πρωθύστερα σχήματα, χωρίς στο διάβα των λογικών συνειρμών να υπάρχει ο κατάλληλος έλεγχος. Ο λόγος σου έχει ενδιαφέροντα περάσματα και συμπεράσματα αλλά καθώς δείχνεις εσωστρεφής δημιουργείς, εντέλει λίμνες εννοιών που δεν μπορεί ή και βαριέται να αντλήσει ο αναγνώστης.
    Ισως δεν έπρεπε να περιπαίξω τον τρόπο σου, αλλά να που ίσως η πρόκληση,δικαιη-άδικη να έπιασε τόπο, χάριν της ψυχραιμίας σου.
    Δεν είμαι ξερόλας τύπος, ισως και να κάνω λάθος σ΄αυτά που υποστηρίζω για σένα, αλλά φίλε μου, καμμιά φορά στην ζωή μετράνε περισσότερο αξίες, όπως η εντιμότητα, η η ψυχραιμία, απο οποιοδήποτε συμπέρασμα.
    Κοντολογίς, no problem with me, και εαν γράφοντας, σε κάθε σου φράση, έχεις στον νού σου οτι μιλάς σε δημόσιο ακροατήριο, κι όχι οτι μονολογείς, αν την ίδια στιγμή που γράφεις, αισθάνεσαι σαν να μιλάς στους άλλους, Βλέπεις τις αντιδράσεις τους νοερά,αν νοιάζεσαι να σε καταλάβουν, αν δεν διαχωρίζεις το κοινό σου σε διανοούμενους και μή, τότε, πίστεψέ με, κανένας no frost δεν θα έχει τα κότσια να σε ειρωνευτεί..Μπράβο σου πάντως, έχεις δύναμη.

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Χαίρομαι πολύ που συνομιλώ μαζί σου no frost. Κι όχι μόνο επειδή, αντί για ειρωνείες έχουμε αρχίσει και ανταλλάσσουμε χάδια μεταξύ μας, αλλά επειδή γίνεται εντέλει φανερό πως είτε ανταλλάσσουμε χάδια είτε ειρωνείες, δεν το κάνουμε για να φιλοτεχνήσουμε ισχυρά και γοητευτικά πορτρέτα των εαυτών μας, όσο για να συμβάλλουμε από κοινού στην «έξοδο» όλων μας, προς ένα ξέφωτο, δημόσιο τοπίο. Σε κάθε τοπίο βέβαια και ανεξαρτήτως της «ομορφιάς» του, θα υπάρχουν πάντα λιμνάζοντα νερά, μονοπάτια βαρεμάρας ή και στενωποί που άμα μπεις μέσα τους, δύσκολα ξαναβγαίνεις έξω στο φως και στον καθαρό αέρα. Ωστόσο δεν είμαστε μόνο μόνοι για να ανταγωνιζόμαστε αλλά και μαζί για να συνεργαζόμαστε. Άσε που στο δρόμο για το ξέφωτο, κάποιες φορές που έχουμε χαθεί μέσα στο πυκνό δάσος, μπορεί να μας οδηγήσει ακόμα και ο κακός ο λύκος που μας κυνηγάει να μας φάει (και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, να μας είναι τελικώς ιδιαιτέρως συμπαθής, παρά την αγριότητά του!) Αλλά πλατειάζω πάλι και ανοίγω με άτσαλο τρόπο μονοπάτια ή λάκους που λιμνάζουν τα νερά και που όπως λες κι εσύ, μπορεί αυτό να κάνει τον συνομιλητή μου να με βαριέται (ή τον λύκο να με προφτάσει). Γι’ αυτό και σταματώ το τσάπισμα… αν και… μου είναι δύσκολο, το βλέπεις… Εξ άλλου, κι ο καημένος ο κακός ο λύκος, να πεθάνει από την πείνα; Να μην προλάβει να δαγκώσει τουλάχιστον… έναν μεζέ;

  • no frost
    REPLY

    Kαι με το νέο σου κείμενο βεβαιώνομαι ακόμη περισσότερο οτι έκανα λάθος ασκώντας σου κριτική. Τώρα καταλαβαίνω πως έχεις μια ενδιάθετη τάση περισσότερο να περιγράφεις τάσεις, συσχετισμούς και δυναμικές γραμμές σε ένα νοητικό «τοπίο» παρα να ασκείς μια στενή δοκιμιογραφία που είναι πιό στεγνή, λιτή και συμπερασματική.Είσαι δηλαδή περισσότερο συγγραφέας παρά δοκιμιογράφος.Περισσότερο «φωτογράφος» παρα πολιτικός ή ρήτορας.Οπότε τί νόημα είχε η κριτική μου στο ύφος σου;
    Επίσης πάνω στην παιγνιώδη μου διάθεση, που αποτελεί μια τελευταία οπισθοφυλακή άμυνας για να επιβιώσω στις δύσκολες ψυχολογικά μέρες μας, ε σε πήρα σβάρνα. Συγγνώμη φίλε μου, κρίμα που ο διάλογός μας περιορίστηκε σε αυτά.
    Πάντως θα σου πώ, πως για μένα, ακόμα και το δάσος είναι απατηλό, κι η κοκκινοσκουφίτσα κι ο λύκος.Ζούμε απλά στην σχιζοφρένεια ενός ηλίθιου δυϊσμού που μας εξυπηρετεί στην αγελαία μας καθημερινότητα.Οταν κλείσεις τα μάτια, ο κόσμος χάνεται κι ας υπάρχει!Σου στέλνω 3 σταγόνες αγάπης, κι είναι αρκετές για απόψε..

Leave a Reply to thelastrealanwnymous Cancel Reply

Your email address will not be published.