Πάμφωτος έρως Μουζικούλες της Σόλωνος

Η τέχνη δεν είναι θέμα γούστου

Η αναδρομή στους καλλιτέχνες του κοντινού παρελθόντος, όσο ακόμη δεν έχει σβήσει η ανάμνηση του προσώπου τους, είναι ποικιλοτρόπως χρήσιμη, κυρίως διότι δοκιμάζει τις δικές μας ικανότητες να διαβάσουμε τον καιρό μας, τη δική μας ικανότητα να δούμε τον εαυτό μας μέσα στην ιστορική διάρκεια. Η αναδρομή δοκιμάζει βεβαίως και την ικανότητά μας να διαβάσουμε το ίδιο το έργο των εκλιπόντων: στη δική του, την τότε συγκυρία, να καταλάβουμε δηλαδή την πρόσληψή του, αλλά να το δούμε και υπό το φως των σημερινών κριτηρίων – ή του σημερινού γούστου…

Το πρόσφατο συνέδριο για τον Γιάννη Ρίτσο, στο Μπενάκη, και μια ημερίδα για τον Φώτη Κόντογλου, στην Παιανία προσφέρουν ισχυρές αφορμές· για να δούμε όχι μόνο τι κληροδοτούν αυτοί οι τόσο γόνιμοι δημιουργοί, αλλά για να αναμετρηθούμε εμείς ως προς την παράδοση που οικοδομεί το έργο τους. Κυρίως, για να δούμε πώς τοποθετούμαστε απέναντι σε δημιουργούς και έργα με τόσο ισχυρή ιδεολογική φόρτιση. Φορτισμένο, ή μάλλον διαποτισμένο, από την Oρθοδοξία και την ελληνική Ανατολή, το έργο του Κόντογλου· από την Αριστερά, το έργο του Ρίτσου.

Στρατευμένοι; Ναι. Για τον Ρίτσο το κατανοούμε πιο εύκολα, στρατεύθηκε κάτω από τη σημαία του κομμουνισμού, που σκέπασε ολόκληρο τον 20ό αιώνα. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τον Κόντογλου, ο οποίος στρατεύθηκε πιο ιδιόρρυθμα: κάτω από μια σημαία που τη διαμόρφωνε, σε μεγάλο βαθμό, ο ίδιος, κυρίως τις αισθητικές της πτυχώσεις.

Ο Ρίτσος πορεύτηκε με έναν ήπιο μοντερνισμό και μια διαρκή ανασκαφή της λαϊκής λαλιάς. Πάσχισε για τη χάρη του απλού, για το ποίημα-τραγούδι του λαού, φθάνοντας έως τον πυρήνα της προσωπικής εξομολόγησης, έως την καρδιά ξεγυμνωμένη. Ο Κόντογλου εκκίνησε από τον μοντερνισμό, ανέσκαψε την παράδοση και βαθμιαία βυθίστηκε εντός της, αφού προηγουμένως επηρέασε βαθιά το βλέμμα των συγκαιρινών του, τους φανέρωσε πράγματα παλαιά, άδηλα, θαμμένα, παρ’ ότι απολύτως προσιτά: τη βυζαντινή τέχνη όπως σώζεται στα μνημεία και στη ζώσα λατρεία.

Και οι δύο υποφέρουν, ακόμη σήμερα, από τη βαριά σκιά της ιδεολογίας πάνω στο έργο τους. Πολλοί θα χαρακτήριζαν εύκολα τον Ρίτσο «αριστερό ποιητή που έγραψε πολλή σαβούρα με ιδεολογική στόχευση», έτσι απλά, και θα ξεμπέρδευαν μαζί του. Και τον Κόντογλου θα τον χαρακτήριζαν θρησκόληπτο, αντιδραστικό, μονομανή αντιδυτικό – πάει κι αυτός…

Ναι, το έργο τους, η στάση τους, σκιάζεται από ιδεοληψίες και καθηλώσεις. Ομως μόνο των άκαπνων και των ακίνδυνων το έργο έμεινε «καθαρό» μέσα στον βρώμικο, τον βίαιο και συναρπαστικό 20ό αιώνα. Ας τους δούμε, λοιπόν, αλλιώς: σαν μείζονα ιστορικά πρόσωπα, που διέσχισαν δημιουργικοί, δραματικοί και δρώντες τον καιρό τους. Με ρίσκα, με λάθη, με ισχυρές πίστεις, με εμμονές. Και με πληθωρικό έργο, παρακαταθήκη για τους επερχόμενους. Αυτή είναι η μόνη δυνατή θέαση.

Ο ποιητής Ρίτσος δεν ταπεινώνεται από τα «κομματικά» του marginalia· βρίσκεται ακέραιος στα σπαρακτικά λυρικά του, στην υπαρξιακή αγωνία της Ελένης και της Σονάτας, «βαθιά μέσα στη νύχτα». Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μετράμε τα κομματικά γραψίματα του Κώστα Βάρναλη ή της Μέλπως Αξιώτη, για να τους αισθανθούμε και να ευφρανθούμε από το έργο τους. Η Αριστερά μπορεί να ηττήθηκε στο τέλος του 20ού αιώνα, η ποίηση όχι.

Και αντιστοίχως: Δεν ζυγίζει περισσότερο στη ζυγαριά η αγιολογική παραδοξολογία του Ν. Γ. Πεντζίκη από τα μονάκριβα επιτεύγματα της τέχνης του. Η ζηλωτική αρθρογραφία του Κόντογλου στον ορθόδοξο Τύπο δεν αμαυρώνει τον μοναδικά άγριο στα ελληνικά Γράμματα Πέδρο Καζάς και την παλλόμενη ζωγραφική του, πολύ περισσότερο: την κατορθωμένη επανεμβάπτιση στην παράδοση, δική του και δική μας.

Οι αναγνώσεις τέτοιων προσωπικοτήτων με διάθεση κανονιστική, νεο-correct, εκτός από ρηχή και ανιστόρητη, είναι εντέλει κουτή και άχρηστη. O καλλιτέχνης δεν χωράει κάτω από ανθρωπολογίζουσες ή κοινωνιολογίζουσες ταμπελίτσες· η τέχνη δεν είναι μόνο μια κατασκευή. Εκφράζει τα αθέατα, τα άρρητα, το διαρκές μεταφυσικό ρίγος, επερωτά τη ζωή έναντι του θανάτου. Ετσι γράφει ο ποιητής Ρίτσος, έτσι γράφει και ζωγραφίζει ο Κόντογλου. Ετσι αξίζει και να τους διαβάζουμε: Τα έργα τους έχουν τη δύναμη ν’ αλλάζουν τη ζωή μας; Η τέχνη δεν είναι απλώς θέμα γούστου…

Eνα Bλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 02.10.05

3 Σχόλια
  • Ζουρούδης Δημήτρης, εικαστικός
    REPLY

    φαινεται οτι αν και `τα καλλύτερα παιδια κουραστικαν και γύρισαν στο σπίτι`η συζήτηση αργα το βραδυ, δεν ειναι τελικα κι τοσο καθυστεριμένη,εγω συμφωνώ μαζι σου και το λεω η ποπ τεχνη δεν μπορει να ειναι σεχταριστική ούτε να απευθύνεται στα κεντρα τεχνης ιδιωτικου δικαιου,ποσο μαλλον να εκπορευεται απ αυτά. Η ποπ τεχνη-και γιατι οχι η τεχνη- πρεπει να εκπορευεται οπως και να απευθύνεται εκει που παντα ήταν ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ (ετσι ισως παει καπου).
    ειναι οπως ολα αυτη την εποχη
    σαν αμφισβήτηση
    σαν επανάσταση
    σαν τέχνη

    σαν λέκτορες-επίκουροι

    σαν να μας εφαγε η μανια αποφυγης του εγχωριου.

  • nikoxy
    REPLY

    Θενξ Δημήτρη.
    Κοίτα και τα άλλα κείμενα περί τέχνης.
    Εχουν φαϊ για αντιρρήσεις , προσθήκες κ.λπ.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Στοιχεία επικοινωνίας
Twitter