Το μη χείρον Επιθετική αποχή

Δεν σχεδιάζω τη ζωή μου, τη ζω! Αυτό απάντησε ο 19χρονος στον πατέρα του όταν ρωτήθηκε πώς σχεδιάζει τις σπουδές του τα προσεχή χρόνια. Αναυδος ο πατέρας, ελαφρώς ζαλισμένος, αποσύρθηκε για περαιτέρω επεξεργασία της συνταρακτικής ατάκας, εκ του Λωτρεαμόν και του dada καταγόμενη. Η επεξεργασία ξεκίνησε με ανάκληση του ξεχασμένου 19άρη που υπήρξε και ο ίδιος. Υπήρξε; Μα ναι, ασφαλώς, και μάλιστα με θράσος ατάκας εφάμιλλο του νυν 19χρονου, με βαριά περιφρόνηση για το σχεδιασμό και το πρόγραμμα, με απόλυτη προσήλωση στο χάζι, τη σχόλη, τη σπατάλη, την κραιπάλη, τον έρωτα, τη ζωή εντέλει. Λούφαξε. Τι να διδάξει; Τι να κανοναρχήσει;

Ξανασκέφτηκε. Οι σημερινοί πατεράδες των μετέφηβων είκοσι-κάτι υπήρξαν ανάλογοι σε εποχές πολύ πιο εύκολες, σε εποχές αισιοδοξίας και ανοιχτού ορίζοντα: δεκαετία ’70, δεκαετία ’80, μεταπολίτευση, αλλαγή, μεταχρονισμένα Γούντστοκ και Μάηδες, πανκ, μετα-αριστερά, τέτοια. Και προ πάντων ευμάρεια: το σύνδρομο της Κατοχής ξεχάστηκε ακριβώς απ΄αυτή τη γενιά, των baby boomers της μεταπολίτευσης.

Η υλική προϋπόθεση της ευμάρειας και η επικρατούσα δόξα της αιώνιας προόδου, μαζί με το άνοιγμα ολόκληρης της κοινωνίας στα πελάγη του καταναλωτισμού και της αισθητικής, μαζί με την αυξανόμενη πλησμονή πληροφορίας και πολιτιστικών αγαθών, αυτά διαμόρφωσαν τη γενιά των σημερινών 50 παρά κάτι, 50 και κάτι, αυτών που σήμερα παράγουν πλούτο (έως τώρα τουλάχιστον…), διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Οι 20 παρά κάτι, 20 και κάτι, σκάνε μύτη σε ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό από το περιβάλλον αισιοδοξίας, αυξανόμενης ευμάρειας και πνευματικής ελευθεριότητας που υποδέχτηκε τους γονείς τους, μια γενιά νωρίτερα. Η ευμάρεια, ναι, υπάρχει, αλλά χωρίς δυναμική πια: δεν είναι υπόσχεση, δεν συνιστά προσδοκία, δεν εξελίσσεται· είναι απλώς ένα στατικό κεκτημένο της προτέρας γενιάς, το οποίο τώρα απειλείται εκ θεμελίων και η ύφεση το κατατρώει. Στο πνευματικό κλίμα: του ’75-’90 η νεολαία ήταν ιερή αγελάδα, αμφισβητούσε τους πάντες και δεν την αμφισβητούσε κανείς, η φοιτητική ιδιότητα ήταν περίπου εύσημο προόδου. Η δίψα για δημοκρατία και ένας λαϊκισμός ιστορικά εξηγήσιμος φούσκωναν τα πανιά της θρασείας νεότητος.

Πώς αντιμετωπίζεται η νεολαία σήμερα με πνευματικούς όρους; Τουλάχιστον η πολιτικά και αισθητικά ανήσυχη νεολαία, αυτή που δίνει τον ζωηρό τόνο της τελευταίας δεκαπενταετίας, η νεολαία των καταλήψεων, των διαδηλώσεων, της αυτοδιαχείρισης, του νεορομαντισμού, ενίοτε και του μηδενισμού. Πώς αντιμετωπίζεται; Πολύ αδρά: σαν αντικοινωνικό στοιχείο. Μυθολογημένος “προοδευτικός” στη μακρά μεταπολίτευση· κουκουλοφόρος σήμερα, στον βίαιο θάνατο της μεταπολίτευσης.

Η υπογεννητική και γερασμένη Ελλάδα του 2010, δημογραφικά φθίνουσα, κυριευμένη από το ήθος της απληστίας και του καταναλωτισμού, ακόμη και τούτη τη στιγμή της βίαιης πτώσης, εσωστρεφής και φοβική πια, απέναντι στους νέους, τα παιδιά της, φέρεται ταυτοχρόνως εχθρικά και υπερπροστατευτικά. Τα παραχάιδεψε, τα έκλεισε σε ένα κουκούλι, χρυσωμένο, γεμάτο ανέσεις και γκάτζετ, τα έκανε να πιστέψουν όλα ότι είναι πριγκιπόπουλα, ότι τα ψυγεία και τις πιστωτικές τις γεμίζει το τζίνι και όχι η εργασία ή ο δανεισμός. Κι ήταν πολύ λιγότερα τα παιδιά αυτής της γενιάς· σπανίζουν πια ακόμη και οι δίτεκνες οικογένειες στη μεσαία τάξη, μοναχοπαίδια είναι τα περισσότερα, κι όλα μεγάλωσαν σαν μοναδικά.

Αυτό όμως το κουκούλι είναι και φυλακή· περιέχει καταναγκασμό, δυσβάστακτα φορτία προσδοκιών, προβολές γονεϊκής ματαιοδοξίας, συμπυκνωμένο το μετακατοχικό σύνδρομο της απληστίας και του υλισμού: τα παιδιά, αυτά τα μοναδικά, τα οιονεί πριγκιπόπουλα, των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων, του πλέιστέισον και του iPhone, έμαθαν να ζουν σαν τους γονείς τους: υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με δανεικά από το μέλλον, χωρίς γείωση στο παρόν. Ιδού το ηθικό και πνευματικό κλίμα που τους παρέχουμε για να ωριμάσουν. Και να το τρομακτικό αντίτιμο που τους ζητάμε έναντι του χρυσωμένου κουκουλιού-φυλακής: Δεν έχουν το δικαίωμα να αποτύχουν, δεν έχουν το περιθώριο να δοκιμάσουν τα δικά τους ατελή φτερά και να πέσουν.

Αυτό το κουκούλι-φυλακή απορρίπτουν τώρα· από αυτή τη χρεοκοπημένη, σαστισμένη και έμφοβη κοινωνία των γονιών τους αποστρέφουν το βλέμμα. Αυτή την ξιπασμένη χώρα που φαλίρισε ηθικά και πνευματικά θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν. Οχι με μίσος, όχι με λυγμό· σιωπηλά, από ανάγκη.

Ο 19χρονος πράγματι ζει τη ζωή του, τη ρουφάει με τα χείλη κολλημένα στη βρύση. Αλλά τη σχεδιάζει κιόλας, υπόγεια, κι ας μη το λέει: ριζικά άλλη απ’ των γονιών του.

6 Σχόλια
  • λ.κ
    REPLY

    πολύ τον καμαρώνω τον 19χρονο, όπως και όλους τους 19χρονους με τις καθαρές φυσιογνωμίες που είδα απόψε να πορεύονται δυναμικά και οργανωμένα με τις σημαίες τους.Ζουν τη ζωή τους.

  • gritz
    REPLY

    Μήπως σε τελευταία ανάλυση, η τόση μέθεξη της γενιάς ημών των γονέων, των έφηβων και μετέφηβων του ’70, σε σχόλη, σπατάλη και κραιπάλη, σε Γούντστοκ και Μάηδες, ήταν, και αυτή, μιά από τις «μητέρες» της νεοφιλελεύθερης φούσκας του ’90 και του 2000; Αυτής που έσκασε και έγινε πάλι αέρας, επειδή η δουλειά της κάθε φούσκας είναι να σκάει και να γίνεται Τίποτα;
    Δεν χρεωκόπησε η χώρα εν γένει, η χώρα ως όλον είναι πλούσια, 26η στον κόσμο. Και εδώ, όπως και αλλού στον κόσμο, ο Ιδιώτης (και idiot ?) απαλλοτρίωσε το Κοινόν και Δημόσιον, δηλαδή μαζί και τον Πολίτη. Το Κοινόν χρεωκόπησε ή έφθασε στο όριο, στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Ισπανία…
    Τα ηδονιστικά ιδεολογήματα του 1970 – συνεργώντας με πολλά άλλα πράγματα – έθρεψαν την εγωιστική Κουλτούρα του Ναρκισσισμού. Μια ολόκληρη γενιά έγινε εύκολη λεία του νεοφιλελεύθερου ανορθολογισμού, που είναι σύστημα ηθικής και όχι μόνον οικονομική λογική: Get the chance, get the money and go, η πρώτη εντολή του.
    Αυτός ο θρίαμβος των ιδεών και των ελαχίστων ήταν και η αυτοκαταστροφή για τους πολλούς της γενιάς μας.
    Μήπως ήρθε ο καιρός, εν είδει απολογιαμού, να σφάξουμε ως γενεά μερικές από τις ιερές αγελάδες μας;

  • Λεωνίδας
    REPLY

    Οι παρατηρήσεις εντοπισμένες. Τα ζητήματα ευθύβολα και καίρια. Προς τι η ενστικτώδης αντίδραση ενός συχνού αναγνώστη σας; Επειδή, μάλλον, όπως είχε πεί κι ένας φίλος για τον Ξυδάκη: «δεν μπορεί να κάνει το άλμα». Ισχύει η παρατήρηση του φίλου. Προσπαθώ να την εκλογικεύσω μέσα από το δική μου οπτική.

    Ο Νίκος Ξυδάκης ανακινεί ζητήματα για το έθνος και την πατρίδα, μιλάει με οξύτητα για τις υλικές προϋποθέσεις της συγκρότησης της συλλογικότητάς μας, περιβάλλει με στοργή την Ορθοδοξία ακόμη κι όταν αυτή καταντά περίγελος στο στόμα χαιρέκακων προοδευτικών. Είναι όμως ο ίδιος άνθρωπος που μένει καθηλωμένος στις δεκαετίες του 1970 και 1980. Καθηλωμένος όχι γενικά. Εμμένει να ανακαλεί τις μνήμες μιας ορισμένης μερίδας αριθμητικώς μειοψηφικής μα κοινωνικώς δυναμικής που επέβαλλε στη δημόσια σφαίρα τη δική της μνήμη σαν μνήμη της σύνολης κοινωνίας. Είναι προφανές πως και ο κ. Ξυδάκης είναι μέλος αυτής της κοινωνικής ομάδας. Για τούτο και εστιάζει σε αυτήν. Όχι, ευτυχώς, με την θεωρητική πρόθεση να την νομιμοποιήσει αλλά με την γλυκερή νοσταλγική διάθεση να την εξωραΐσει. Αυτής της γενιάς τον προσανατολισμό και τις ιδεολογικές παρακαταθήκες της οποίας συνοψίζει ως εξής: «Οι σημερινοί πατεράδες των μετέφηβων είκοσι-κάτι υπήρξαν ανάλογοι σε εποχές πολύ πιο εύκολες, σε εποχές αισιοδοξίας και ανοιχτού ορίζοντα: δεκαετία ’70, δεκαετία ’80, μεταπολίτευση, αλλαγή, μεταχρονισμένα Γούντστοκ και Μάηδες, πανκ, μετα-αριστερά, τέτοια. Και προ πάντων ευμάρεια: το σύνδρομο της Κατοχής ξεχάστηκε ακριβώς απ’ αυτή τη γενιά, των baby boomers της μεταπολίτευσης». Απλώς εντοπίζει, κριτική καμία. Μάλιστα, στα επόμενα, ο λαϊκισμός της αποκαλείται «ιστορικά εξηγήσιμος». Φυσικά από το «εξηγώ» στο «δικαιολογώ» υπάρχει απόσταση. Όμως με τον τρόπο που τίθενται τα πράγματα οδηγούν στο «νομιμοποιώ». Βέβαια λείπει η διασύνδεση μεταξύ του λαϊκισμού κι όλης αυτής της γενιάς των baby boomers. Ίσως γιατί στο σημείο αυτό θα έβλεπε πόσο μακρυά υπήρξαν όλοι αυτοί και από τους Μάηδες και από τα «μεταχρονισμένα Γούνστοκ». Ήταν απλώς οι θιασώτες του λαϊκισμού και της κατανάλωσης.

    Η ίδια τάση εξωραϊσμού και για τους γόνους τους. Δηλαδή για τη «νεολαία των καταλήψεων, των διαδηλώσεων, της αυτοδιαχείρισης, του νεορομαντισμού, ενίοτε και του μηδενισμού». Η ελλειπτική διατύπωση επιτρέπει τη διάθεση της εξιδανίκευσης να συμπληρώσει: «Πολύ αδρά: σαν αντικοινωνικό στοιχείο. Μυθολογημένος “προοδευτικός” στη μακρά μεταπολίτευση• κουκουλοφόρος σήμερα, στον βίαιο θάνατο της μεταπολίτευσης».

    Όμως ο Ξυδάκης, και δίχως να μπορεί να κάνει τα άλματα εκείνα που θα ολοκλήρωναν τη σκέψη του, έχει, πάντα, επίγνωση. Μας λέγει: «έμαθαν να ζουν σαν τους γονείς τους: υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με δανεικά από το μέλλον, χωρίς γείωση στο παρόν. Ιδού το ηθικό και πνευματικό κλίμα που τους παρέχουμε για να ωριμάσουν». Σιωπή. Στο τέλος υπονοεί ότι τον χτίζουν ήδη τον δρόμο τους τα παιδιά. Πάντως για μια «ριζικά άλλη» ζωή χρειάζεται και ένα άλλο ηθικό και πνευματικό κλίμα, όπως λέτε σεις ο ίδιος. Είστε σε θέση να μιλήσετε, έστω να το υπαινιχθείτε, απερίφραστα και δίχως τη νοσταλγία των μετα-αριστερών του rock;

    Ας συνεχίσω σε ευθύ λόγο. Ακόμη και σ’ αυτόν τον Βακαλόπουλο είδατε τη Κυψέλη και τα καφέ των Εξαρχείων. Όχι τη διάθεσή του να αρθεί υπεράνω της πομφόλυγας – στα καθ’ ημάς πομφόλυγας, όχι για τις κοινωνίες όπου γεννήθηκε – που λέγεται πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960.

    Μέριμνα σας, πολλές φορές, είναι να φωτίσετε τα προβλήματα κι όχι να δώσετε «λύσεις». Τούτο είναι όχι μόνον νόμιμο αλλά και γόνιμο. Πολύ περισσότερο από τους ηθικολόγους που προτιμούν τις εύκολες λύσεις και ρητορείες. Από την άλλη πλευρά, δεν ξεχνώ ότι πρίν από όχι πολύ καιρό γράψατε για τις ελίτ που σκέφτονται αγγλοσαξωνικά. Γι’ αυτές που σκέπτονται γαλλικά θα γράψετε τίποτε;

Leave a Reply

Your email address will not be published.