Αγρύπνια στην Πουέρτα ντελ Σολ Οι Indignados διδάσκουν

Μουζάκ της εσωστρέφειας, μουζάκ της ζωης μας

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εκπέμπουν σε άλλο σύμπαν, παράλληλο. Ποδόσφαιρα, ματς, αποδόσεις στοιχήματος, ατέλειωτες μπαλοφλυαρίες με τηλεφωνήματα, μπιτάκια. Πίσω από τα μικρόφωνα φαντάζομαι τύπους με μαλλί καρφάκι τζελαρισμένο, κατρ ζουρ αξούριστους, με τούμπανο smartphone, τεχνοφρίκ. Ζούμε σε παράλληλους κόσμους, μαν.

Στα κομμωτήρια και στα μανικιούρ-πεντικιούρ παίζουν σταθμούς με διαρκή μπιτάκια και εκφωνητές χαρούμενους διαρκώς, ασταμάτητα χάι. Δεν διακρίνεις τι λένε, το σπικάζ είναι συντονισμένο με τα μπιτάκια, ακούγονται το ίδιο, σαν χαλί. Μουζάκ όλα: φωνές, λόγια, λογισμοί, μπιτάκια. Μια ηλικιωμένη κυρία παραπονιέται για το κέντρο, ”μας το πήρανε οι ξένοι”, από τη σύνταξή της, τέσσερις χιλιάδες μαζί με του συζύγου, πληρώνιε κάτι γραμμάτια του παιδιού, γκρινιάζει για λάφκα και εκάς, κι ύστερα ξανά για τους ξένους.

Στην ψαροταβέρνα ακούμε τα μισά άπαντα του Μάλαμα, ύστερα μερικά του Μπακιρτζή, συμπαθητικά όλα so far, αν και το βόλιουμ παραείναι υψηλό, κατόπιν μας πλακώνει σε Γλυκερίες λάιβ και άλλα λάιβ με κορώνες και σόλο βιολιά σμυρνέικα, ζαϊρες, τσιφτετέλια σέικ, νεολαϊκά, τον χώρο και τον νου κατακλύζουν τα χρόνια του ’80 και του ’90 των πανηγύρεων και των αυτοδιοικητικών πολιτιστικών ιβέντς, καλοπληρωμένα μπουλούκια τραγουδιάρηδων, παγωμένες μπίρες σε βαρέλια, chivas, μεταμεσονύκτιες ανασκοπήσεις του έργου με ψαρούκλες και τσίπουρα. Νοσταλγία όσο να ’ναι: ήταν χρόνια αμεριμνησίας και σχόλης, ευωχίας, επικουρείων ενατενίσεων. Προ Μνημονίου.

Και τώρα παρομοίως. Αλλά όχι ομοίως. Στη νεοταβέρνα, η μουσική παίζει τσιτωμένη, με ντι-τζέι, από Θανάση Παπακωνσταντίνου και Τρύπες έως Στράτο Διονυσίου. Ο συγγραφέας παρήγγειλε ζεϊμπέκικο. Κλασικό, της Ευδοκίας, με ηλεκτρισμένους μπαγλαμάδες, δύσκολο, το χόρευαν ιπτάμενοι νεαροί ιθαγενείς στη Μύκονο το ’70-’80 στα κλαμπ και χάζευαν χίππις και γκέι, this is zeibekiko greek dance. Ο συγγραφέας δεν ίπταται, αλλά στριφογυρίζει με νταλκά, μια ημιέξαλλη ατθίς του χτυπάει παλαμάκια έτοιμη να ζεϊμπεκιστεί κι αυτή. Θολωμένοι από τσίπουρα και σοβινιόν μπλαν οι συνδαιτημόνες στροβιλίζονται σε σκόρπιες σκέψεις.

Οσο πιο βαθιά στην κρίση, τόσο πιο βαθιά στον εαυτό. Οχι ατταβιστικά, όχι, δεν είναι μόνο αυτό. Η απειλή, το πλησίασμα στην καταστροφή, ερεθίζει βαθύτερα νεύρα και γούστα, πόσω μάλλον που η καταστροφή είναι ολοκαίνουργια και άγνωστη, άρα τρομακτική αλλά και σχεδόν ηδονική: Τι μπορείς να κάνεις για να γλιτώσεις; Σχεδόν τίποτε. Φάε, πίε και ευφραίνου, άρα. Ζήσε σήμερα, τώρα. Τα τανυσμένα νεύρα ζητούν να χαλαρώσουν μες στους ατμούς της αλκοόλης και τον ηλεκτρισμό του μπουζουκιού, με άδηλο μέλλον, ασχεδίαστο εξ ολοκλήρου, απρογραμμάτιστο, βουλιάζεις ανακουφιστικά, απενεχοποιημένα στο βραχύτατο τώρα.

Από την τρυφή και τη χλιδαπληστία, στην κρίση και τη σπάνη. Ο Ελληνας αναδιπλώνεται προς το εσωτερικό του, αναζητεί την ψυχή του βαθιά. Δεν ξέρει τι θα βρει, ανατολή ή δύση, μπαγλαμά ή Fender Stratocaster, παστουρμαδόπιτες και τούμπανα SUV, μια γιαγιά που μιλάει ακόμη ποντιακά κι ένα ανίψι που μιλάει αγγλικά με διαλείμματα γκρικλις, σπληνάντερα και Wi-Fi spot, βρίσκει απ’ όλα, τόσο όλα, που δεν ξέρει με τι να ταυτιστεί, πού να αναγνωρίσει εαυτόν και ομοίους, σε ποιους μπορεί να βασιστεί και με ποιους να συντροφέψει, έτσι ασυνάρτητος κάγκουρας που κατέληξε. Εχει δυνάμεις εντούτοις, έχει χαρακτήρα, θραύσματα έστω, έχει δεξαμενές σκοτεινές για άντληση. Ψάχνει την ψυχή του.

Δεν ξέρουμε τι θα βρεί. Στρέφεται μέσα πάντως. Και βαθιά. Αναζητεί κάποιες σταθερές. Οσο δεν βρίσκει, θα μένει εν καταδύσει, έσω, βαθιά, τυλιγμένος κουβάρι. Εσωστρέφεια. Εσωστρέφεια, ψιθυρίζει πυρετικά ο σαλός προφήτης. Μια πιθανή εκδοχή για το εγγύς μέλλον είναι η έσω στροφή, η συσπείρωση, το κουλούριασμα: να ελαττωθεί η έξω επιφάνεια η απροστάτευτη, να μειωθούν οι πιθανότητες πλήγματος, προσβολής, εισβολής. Επί τα έσω.

Δεν είναι βλαπτική η εσωστρέφεια, αφ’ εαυτής. Μπορεί να είναι και αναζωογονητική. Αρκεί να μη διαρκέσει υπερβολικά η ενδοσκόπηση, και προπάντων να μην αποβεί άκαρπη. Δεν έχει σημασία τι θα βρει ο καθείς, τι θα διαλέξει, τι θα ανασύρει στην φουρτουνιασμένη επιφάνεια· αρκεί να αναδυθεί. Και να κρατάει κάτι, λίγη άμμο, ένα κοχύλι, ένα στιχάκι, ένα νανούρισμα, μια έλλαμψη μέλλοντος. Αρκεί να αναδυθεί. Και να δοθεί του κόσμου πάλι, ξανά, ακαταπαύστως, με δίψα ζωής. Κι ας παίζουν όλα τα ασυνάρτητα ράδια στοίχημα, μπιτάκια, μπαγλαμάδες, ζαϊρες, κλαρίνα, ούτια, φανκ και νοστάλτζιες όλα μαζί. Θα είναι το μουζάκ της ανάνηψης, το μουζάκ της ζωής μας.

Zωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, Precario, 2011.
no comments
  • Ανώνυμος
    REPLY

    Αγαπητό βλέμμα…

    «Το παίγνιο θα ήταν μανιέρα, ένα τρικ, από αυτά που συνηθίζουν οι σύγχρονοι εννοιολογίζοντες• ένα πλαδαρό, ακαδημαϊκό σχόλιο για το «τέλος της αναπαράστασης», ας πούμε, αν πίσω από τις επιθέσεις και τις διαθλάσεις δεν διακρινόταν εναργώς, φλογερό, το πάθος για την εικόνα, το πάθος για την απόδοση του βάθους, την απόδοση του βλέμματος και του σώματος, το πάθος για τη ζωγραφική εντέλει. Η ζωγραφική…».

    Αυτά γράφετε, γενικά, για τη ζωγραφική του Μπήστικα.

    Στο συγκεκριμένο «σχέδιο» όμως που αναρτήσατε, ενώ «βλέπουμε» κι εμείς, ακριβώς όπως κι εσείς, ένα παίγνιο-μανιέρα, ένα τρικ, από αυτά που συνηθίζουν οι σύγχρονοι εννοιολογίζοντες, ένα πλαδαρό σχόλιο για το «τέλος της αναπαράστασης» και αναγνωρίζουμε από κοινού (μαζί σας), τις αγωνιώδεις επιθέσεις και τις διαθλάσεις του καλλιτεχνίζοντα νου, δεν μπορούμε κατόπιν να διακρίνουμε και μάλιστα «εναργώς», το φλογερό πάθος για την εικόνα… το πάθος για τη ζωγραφική εντέλει. Ενδεχομένως να διαφαίνεται εναργώς αυτό το «πάθος» σε άλλες του «δουλειές». Εδώ όμως, δεν νομίζουμε πως καταδεικνύεται εύκολα και μάλιστα …εναργώς!

    Μια εικαστική χειρονομία, όπως αυτή που αναρτάτε εδώ, θα ήταν «κατανοητή» αν την βλέπαμε στο δρόμο και το ζωγράφο δίπλα της, στην ίδια ακριβώς κατάσταση, να επαιτεί για τα προς το ζειν. Δεν θα «αγοράζαμε» βέβαια το «σχέδιο», μια κι εμείς δεν έχουμε ούτε τοίχο για να το βάλουμε (και αν είχαμε, θα προτιμούσαμε να βλέπαμε τον κενό τοίχο) αλλά κάτι θα του δίναμε του ανθρώπου…

  • Ευάγγελος Βαρελίδης
    REPLY

    ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ, ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΠΟΤΙΣΑΜΕ…

    Έκθεση από μαθητή του δημοτικού με θέμα: «Τι να ζητήσω από τον Θεό».

    «Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι που το θέλω πάρα πολύ. Θέλω να με κάνεις τηλεόραση!
    Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης που είναι στο σπίτι μου.
    Να έχω το δικό μου χώρο.
    Να έχω την οικογένειά μου γύρω από μένα.
    Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω.
    Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές η ερωτήσεις.
    Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση όταν δεν λειτουργεί…
    Όταν είμαι τηλεόραση, θα ‘χω την παρέα του πατέρα μου όταν έρχεται σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος. Και θέλω τη μαμά μου να με θέλει όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί?
    Θέλω τ’ αδέλφια μου να μαλώνουν για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου.
    Θέλω να νοιώθω ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη, πότε πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα.
    Α και το τελευταίο, κάνε με έτσι ώστε να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους.
    Θεέ μου, δε ζητάω πολλά.
    Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση!»
    H δασκάλα που το διάβασε (καθώς βαθμολογούσε) την έκανε να κλάψει.
    Ο σύζυγός της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη ρώτησε: «τη συμβαίνει;»
    Αυτή απάντησε: «Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου».
    Ο σύζυγος είπε: «Το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί!»
    Τότε αυτή τον κοίταξε και είπε: «Αυτή η έκθεση είναι του γιου μας!..»
    Αγνώστου Σοφού συγγραφέως. Δια την αντιγραφή Ε. Βαρελίδης.

  • Skordou Katerina
    REPLY

    Πολυ καλο ! Ετσι με χιουμορ αγγιζουμε πιο ευχαριστα τα πραγματα,ετσι τα κιολας! Ισως να τα αντιλαμβανομαστε και βαθυτερα.

  • gritz
    REPLY

    Η διαδρομή είναι όντως από τα «Xρόνια αμεριμνησίας και σχόλης, ευωχίας, επικουρείων ενατενίσεων», στο «Zήσε σήμερα, τώρα», στο «Bουλιάζεις ανακουφιστικά, απενεχοποιημένα στο βραχύτατο τώρα».
    Αλλά άν μετακινήσουμε το βλέμμα δίπλα, στους «ειδήμονες», στο «γυαλί» ή στη «φυλλάδα»; Η εκεί διαδρομή είναι από την «ισχυρή Ελλάδα» στην διακριτική γοητεία του «κουρεμένου» χρέους και της «στάσης πληρωμών», στην αυτοικανοποίηση του υπερήφανου μπαταχτσή.
    Τι θυμίζουν αυτά ως όλον ; Στο τέλος του έργου του “Η Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού”, ο Max Weber μιλά για τον τύπο ανθρώπου που γεννιέται μέσα στο κλουβί του συστήματος:
    “Ειδήμονες χωρίς γνώση, αισθησιοκράτες χωρίς καρδιά”.
    Αλλά να εξηγούμαστε:
    Δεν πρόκειται για Ελληνική ιδιαιτερότητα – Ελληνική είναι η παρόξυνση σε βαθμό υπερβολής, μόνον.
    Πάντως, ο ιδιόμορφα Στωικός Παναγιώτης Κονδύλης, όλα αυτά τα αποκάλεσε «Παρακμή του αστικού πολιτισμού».

  • tamistas
    REPLY

    Μου θυμίσατε το περιοδικό CONVOY των φοιτητικών μου χρόνων. Εκεί πρωτοδιάβασα περί μουζάκ. Μια μουσική αχταρμάς, προϊόν τελικής κατεργασίας των συστατικών της σε μπλέντερ. Δεν είμαι βέβαιος αν το εξαπλωθέν διαστρωματικώς μούδιασμα που προκάλεσαν τα τσιμπήματα της γενικευμένης κρίσης υπονοεί και εσωστρέφεια ενδοσκοπική. Μακάρι.
    Θα χρειαζόταν, πάντως, να συνδυαστεί με ανταλλαγές (ευτυχώς διαδικτυωνόμαστε) ενδότερων αλιευμάτων. Για τη ζύμωσ, που λέγαμε παλιά, για τις απαραίτητες επικονιάσεις, που θα λέγαμε σήμερα, οικολογούντες.
    Οι μουσικές, που ίσως κάποτε μας δονήσουν, δεν ξέρω πού θα τραβήξουν. Πάντως από τις ορατές αφετηρίες ίσως μπορούν να διακινδυνευθούν προβλέψεις.

  • no_suv_here
    REPLY

    Κε. Ξυδάκη,

    Σας ευχαριστώ γιατί δε θα ξαναδιαβάσω ποτέ Καθημερινή στη ζωή μου, ούτε θα ακούσω ξανά τον «ειδησεογραφικό» ΣΚΑΪ. Η εισαγωγική πρόταση της «επίσημης» εκδοχής του κειμένου σας[1] αναφέρει:

    «Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, εξαιρουμένων ελαχίστων ειδησεογραφικών, εκπέμπουν σε άλλο σύμπαν, παράλληλο».

    «Εξαιρουμένων ελαχίστων ειδησεογραφικών», φυσικά. Κλείνω το Μπάμπη, σβήνω το ΣΚΑΪ από τις μνήμες του ραδιοφώνου και πάω να ακούσω εναλλάξ Pink Floyd, Παπάζογλου και Τρίτο Πρόγραμμα, περιμένοντας να γράψετε για το «ειδησεογραφικό» Μουζάκ της πληροφόρησης.

    Δυστυχώς αυτό είναι το αποτέλεσμα της δημοσιογραφίας του Σχολίου και όχι της Είδησης, των Βαν Κληφ, των εργολάβων-αφεντικών και των δημοσιογράφων-περσόνων με προσωπικές φρουρές και SUV: http://www.espireas.gr/site/node/588

    Δυστυχώς, εν μέσω παράξενων καιρών, η (δημοσιογραφική) Τάξη Σας βαδίζει σε επικίνδυνη ατραπό.

    [1] http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_2_22/05/2011_1295265

Leave a Reply

Your email address will not be published.