Νύχτες θερμές δυσοίωνου Ιούνη Αντοχή κοινωνίας έναντι του χρόνου

Η αλήθεια, μια στιγμή μόνο του ψεύτικου

Από σήμερα η χώρα δοκιμάζεται με ορό αληθείας. Μόνο που κανείς δεν μπορεί μετά βεβαιότητος να απαντήσει στο πιλατικό ερώτημα «τι εστίν αλήθεια». Στο σημείο που έφτασε η χώρα, κάθε λύση, κάθε διέξοδος είναι οδυνηρή κι αυτό το συνειδητοποιούν όλο και περισσότεροι Ελληνες. Το επίπεδο διαβίωσης των περασμένων δύο δεκαετιών δεν θα διατηρηθεί ως έχει, τα εισοδήματα θα συρρικνωθούν αισθητά, η ανεργία θα αυξηθεί και δεν θα υποχωρήσει. Η δεκαπενταετία κρίσης που είχε προβλέψει ο εκλιπών Ιταλός οικονομολόγος Τομάσο Πάντοα Σιόπα, σύμβουλος του πρωθυπουργού, πιθανόν να επιμηκυνθεί. Ο πρώην πρόεδρος της Bundesbank Aξελ Βέμπερ εκτίμησε ότι η κρίση χρέους θα ταλανίζει την Ελλάδα για την επόμενη τριακονταετία. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν η πορεία του χρέους μακροπρόθεσμα θα επηρεάζει λιγότερο έντονα την πραγματική οικονομία, το βέβαιο είναι ότι η ζωή αλλάζει. Εχει άλλάξει. Προς τα κάτω.

Ακόμη και στα «κάτω», εντούτοις, η ζωή συνεχίζεται. Και ίσως όχι χειρότερα από τα «πάνω». Διότι το παλαιό «υψηλό» ήταν απατηλό, ασύμμετρο ως προς τις πραγματικές υλικές δυνατότητες, ταιριαστό μόνο στην απληστία και τη ματαιοδοξία, συμβατό με το ψέμα που καταδυνάστευε βίους, ήθος, κοσμαντίληψη. Ζούσαμε σε έναν κόσμο αντεστραμμένο, όπου η αλήθεια ήταν μια στιγμή μόνο του ψεύτικου, του γενικευμένου ψεύδους. Εξ ου και η σφοδρή ματαίωση, η κατάπληξη, η συντριβή.

Καταφεύγουμε αναγκαστικά σε ηθική, ούτε καν γνωσιολογική, περιγραφή του συμβεβηκότος, διότι τόσο μόνο μπορούμε τώρα, διότι βρισκόμαστε βαθιά μέσα του, μες στη δίνη αλλεπάληλων συμβάντων που κλονίζουν βεβαιότητες και στερεότυπα. Οσο ζαλισμένοι και να είμαστε όμως, όσο τρομαγμένοι, έχουμε τη δυνατότητα και το αναπόδραστο καθήκον να στοχαστούμε την κατάστασή μας χωρίς τη μεμψιμοιρία, τον αυτοοικτιρμό και την αυτολοιδορία που ξεχειλίζουν ήδη από το πληγωμένο θυμικό. Με αυτοκριτική, με έλεγχο του εαυτού, με διόρθωση, ναι, αλλά όχι με αδιέξοδη ενοχοποίηση εαυτών και αλλήλων. Αλλο η κρίση, η δίκη και η απόφαση, άλλο η ενοχή και η δαιμονοποίηση.

Επίγνωση, βύθιση στο παρόν, στην πάσα ώρα. Οτι ο κλονισμός έπληξε πρώτη την Ελλάδα από τον ελληνορωμαΊκό και χριστιανικό πυρήνα της Ευρώπης, νυν κυβερνώμενο από τον Μαμμωνά και τα swaps, μπορεί να μετατραπεί από ατύχημα σε ευκαιρία. Μας δίδεται, πρώτα σ’ εμάς, μια ιστορική ευκαιρία, ανεξαρτήτως της συνδρομής και των Plan B των ταραγμένων εταίρων: η ευκαιρία να αναστοχαστούμε πρώτοι απ’ όλους, εμείς οι λυγισμένοι, τρόπους ανάταξης και μετασχηματισμού, σ’ έναν αιώνα που επελαύνει ήδη με απειλές τραπεζοκρατίας, χρεοκρατίας, άδηλου νεοδεσποτισμού, εκβιαζόμενων δημοκρατιών, εξισωτισμού προς τα κάτω, γενικευμένης μισαλλοδοξίας.  Υπό όρους, η πτώχευση, μπορεί να αποβεί ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τη δημοκρατία, την ανάπτυξη, την πρόοδο, την ταυτότητα, την ελευθερία ― την ουσία τους, σ’ έναν ανορθωμένο κόσμο όπου το ψευδές θα είναι μία μόνο στιγμή του αληθούς.

εικόνα: Πένη Μονογιού
no comments
  • Ανώνυμος
    REPLY

    Περί της φύσεως της κυριαρχίας
    Ν. Λυγερός

    Μετάφραση από τα γαλλικά: Σάνη Καπράγκου

    «[2] ἡγούμεθα γὰρ τό τε θεῖον δόξηι τὸ ἀνθρώπειόν τε σαφῶς διὰ παντὸς ὑπὸ φύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἂν κρατῆι, ἄρχειν• καὶ ἡμεῖς οὔτε θέντες τὸν νόμον οὔτε κειμένωι πρῶτοι χρησάμενοι, ὄντα δὲ παραλαβόντες καὶ ἐσόμενον ἐς αἰεὶ καταλείψοντες χρώμεθα αὐτῶι, εἰδότες καὶ ὑμᾶς ἂν καὶ ἄλλους ἐν τῆι αὐτῆι δυνάμει ἡμῖν γενομένους δρῶντας ἂν ταὐτό.»

    Θουκυδίδης, Ιστοριών Ε, CV ΑΘΗΝΑΙΟΙ

    (Καθόσον ως προς μεν τους θεούς πιστεύομεν, ως προς δε τους ανθρώπους καλώς γνωρίζομεν ότι ωθούμενοι ανέκαθεν υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, άρχουν παντού, όπου η δύναμίς των είναι επικρατεστέρα. Τον νόμον τούτον ούτε εθέσαμεν, ούτε ισχύοντα ήδη πρώτοι ημείς εφηρμόσαμεν. Τον ευρήκαμεν ισχύοντα και θα τον κληροδοτήσωμεν ισχύοντα αιωνίως, γνωρίζοντες ότι και σεις επίσης και κάθε άλλος, εάν είχατε όσην ημείς δύναμιν, θα επράττατε το αυτό.)

    Μελετώντας προσεκτικά αυτό το απόσπασμα από τον Θουκυδίδη, φαίνεται εκ πρώτης να παρατηρούμε εκεί ένα φαινόμενο αναπόφευκτο. Ως εάν επρόκειτο για ένα σημείο αδυναμίας εκ μέρους μας. Υπάρχει μέσα σε τούτη την ακολουθία, ο αμείλικτος χαρακτήρας μιας επιλογής που δεν έχει γίνει. Η αναζήτηση της κυριαρχίας περιγράφεται ως ένας διαχρονικός στόχος ανεξάρτητα από τη θέληση της εφήμερης δύναμης. Η κυριαρχία, συνεπώς, αντιπροσωπεύει έναν ελκυστή για το υπ’ όψιν δυναμικό σύστημα. Για μάς, δεν τίθεται θέμα ν’ αμφισβητήσουμε τούτη την παγκόσμια σταθερά. Θα ήταν εξίσου μάταιο να εγείρουμε ζήτημα γύρω από τον δεύτερο νόμο θερμοδυναμικής. Όχι, αυτό που επιθυμούμε, είναι να καταδείξουμε ότι το σημείο αυτό ισορροπίας, δεν σημαίνει διόλου πως δεν υπάρχει τίποτε εκτός ισορροπίας. Αρκεί να αναλογισθούμε το έργο του Prigogine, το μοντέλο του Sidis και την ύπαρξη των θεωρημάτων του Ramsey για να συνειδητοποιήσουμε ότι το τέλος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Ισχύει το ίδιο για τον θάνατο. Η ύπαρξή του είναι μια σταθερότητα και τίποτε δεν τη θέτει υπό αμφισβήτηση. Είναι ακόμα τούτη η συνειδητοποίηση που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε το νόημα της ζωής και τον αξιοσημείωτο χαρακτήρα της. Ωστόσο τούτο δεν σημαίνει διόλου πως δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Αντιθέτως, ο περιορισμένος μέσα στον χρόνο χώρος μάς ωθεί να μελετήσουμε την ουσία, διότι τα υπόλοιπα δεν είναι παρά μόνον η πλήρωση ενός πραγματικού κενού. Ισχύει το ίδιο για την κυριαρχία. Υπάρχει, μα δεν αναφέρει ποια είναι τα μέσα. Κατά το παράδειγμα του θανάτου που δεν αμφισβητεί την εξέλιξη, μα που αντιθέτως της παρέχει πλαίσιο, η κυριαρχία παρέχει πλαίσιο στη στρατηγική. Η στρατηγική δεν είναι αμέτοχη. Απεναντίας, είναι το κατ’ εξοχήν εργαλείο του κυριαρχούμενου έναντι του κυριάρχου. Διότι εάν η κυριαρχία είναι μια παγκόσμια σταθερά, δεν ισχύει το ίδιο για τον κυρίαρχο. Δεν είναι απαραίτητο να λάβουμε υπ’ όψη την αρχή του Cooper για να το αντιληφθούμε. Έτσι το απόσπασμα του Θουκυδίδη, αναλυμένο μία φορά και σε δεύτερο επίπεδο, επιτρέπει να ορίσουμε μια σκακιέρα, η οποία όταν ενεργοποιηθεί εμφανίζει έναν αγώνα του οποίου η κατάληξη είναι σίγουρη, μα δίχως διόλου να καθορίζει την κατάληξη του κάθε μέρους. Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, υπάρχει μια ελευθερία σκέψης και ενέργειας όπου η νοημοσύνη και η στρατηγική έχουν λόγο για την αλλαγή της πορείας της ιστορίας και της δημιουργίας ενός μέλλοντος ξεκινώντας από το αδιανόητο που έγινε ουτοπία και μετά πραγματικότητα.

    http://www.lygeros.org/5725-gr.html
    http://www.lygeros.org/

    Νοώντας την κοινωνία ως ανθρωπότητα, εξομοιώνουμε τους ανθρώπους με τα άτομα. Έτσι τα ανθρώπινα δικαιώματα εκφυλίζονται και από δικαιώματα της ανθρωπότητας και των ανθρώπων της, περιορίζονται σε δικαιώματα μεταξύ των ατόμων της κοινωνίας. Το να υπερισχύουν, για παράδειγμα, των κοινωνικών-ατομικών δικαιωμάτων, τα συλλογικά δικαιώματα των ατόμων/μετόχων των τραπεζών, θεωρείται από τα άτομα της κοινωνίας ως κάτι το «φυσικό» και το «αυτονόητο» – δεν είναι όμως αυτονόητο για τους ανθρώπους και οι τράπεζες γνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν ποτέ επί των ανθρώπων, παρά μόνο αν τους γενοκτονήσουν. Οι κοινωνίες, ωστόσο, και οι τράπεζές τους, δεν είναι παρά μόνον φαινόμενα που παρέρχονται από τη φύση τους, ενώ η ανθρωπότητα είναι διαχρονική από τη φύση της και εξ αιτίας αυτής της διαχρονικής φύσης, είναι που επιβιώνει παρασιτικά και η κοινωνία (η οποία τρέφεται με ανθρώπους, όπως η κοινωνία του matrix).

    Οι λέξεις άτομο και άνθρωπος (και κατ’ επέκταση, κοινωνία και ανθρωπότητα) δεν είναι δυο διαφορετικές λέξεις της ίδιας έννοιας. Είναι δυο διαφορετικές, εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες. Το ότι θα πρέπει διαρκώς να επισημαίνουμε την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου/μέλους της διαχρονικής ανθρωπότητας από το άτομο/μέλος της όποιας τρέχουσας κοινωνίας, δεν αφορά μόνο τη γραμματική και την τυπολατρική εμμονή με την τήρησή της (όπως αντιλαμβάνονται αυτού του είδους τις διακρίσεις – ως διακρίσεις διανοητικού ελιτισμού δηλαδή – τα εξομοιωμένα, αν και αντίπαλων ιδεολογιών, πίστεων και δοξασιών, άτομα που δεν κατανοούν την ουσία της διάκρισης παρά μόνο ως αιτία αδυνατότητας συνεργασίας, διαμάχης και μίσους αναμεταξύ τους), αλλά αντιθέτως, αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου για την ανθρωπότητα. Οι τραγικές συνέπειες του να αναγνωρίζουμε τα δικαιώματα μόνο ως ατομικά (δηλαδή κοινωνικά – ασχέτως του αν τα βαπτίζουμε ανθρώπινα), δεν εξαντλούνται μόνο στο ότι αυτή ακριβώς η στενεμένη θεώρηση τους τα καθιστά το μήλο της έριδας ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και την βασική πηγή όλων των «κακών» της κοινωνίας (αυτό είναι το ελάσσων). Το μείζων πρόβλημα που προκύπτει από αυτήν την ταύτιση, είναι πως ουσιαστικά οι άνθρωποι είναι ακόμα ανύπαρκτοι, υπό διωγμό ακόμα και από τη φαντασία, μια και δεν αναγνωρίζονται από την κοινωνία, η οποία κατανοεί και αποδέχεται μόνο τα άτομα και τα κοινωνικά, ανταγωνιστικά δικαιώματά τους.

    Οι διαμάχες και οι έριδες για κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνικές κατακτήσεις ετών που χάνονται (έναντι ποιάς αδιαμφισβήτητης ισχύος αλήθεια, είχαν κερδηθεί, αν όχι έναντι της ίδιας της βαρβαρότητάς μας η οποία ωστόσο φαντάζει μάλλον ισχυρότερη – όσο και ανίσχυρη – από κάθε άλλη στιγμή της ιστορίας των κοινωνιών) είναι η κορυφή του παγόβουνου μιας άλλης κρίσης/ακρισίας που κρατά αιώνες και που αφορά την γενοκτονία που κάνουν ανέκαθεν οι κοινωνίες στο ανθρώπινο γένος.

    Για την ειδοποιό, απτή και μη ιδεαλιστική διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ατόμων (που ενοικούν στο ίδιο σαρκίο) σπάνια ακούμε να γίνεται λόγος και οι άνθρωποι που τον αρθρώνουν, θεωρούνται από την κοινωνία μάλλον ως ιδιόρρυθμοι αν όχι ως γραφικοί ή και παλαβοί. Κατανοητό για τα άτομα της κοινωνίας, είναι το να «είσαι» δεξιός, αριστερός, ακραίος ή ακόμα και αναρχικός ή τρομοκράτης. Να είσαι εργαζόμενος η άνεργος, πλούσιος ή φτωχός, πιστός ή άπιστος, νόρμαλ ή αμπνόρμαλ κ.ο.κ. Το να λες ότι δεν είσαι τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά μόνο άνθρωπος (διαφορετικός και μοναδικός όπως ο κάθε άνθρωπος), θεωρείται «μη θέση» κι έτσι ο άνθρωπος, καταχωρίζεται περίπου ως ένα προϊόν νοσηρής, μη «σοβαρής» φαντασίας , στη συλλογική συνείδηση των ατόμων. Αυτή η έλλειψη σοβαρότητας και ανθρωπιάς με την οποία αντιμετωπίζουν τα άτομα τους ανθρώπους, εκλαμβάνεται ως το «αυτονόητο», ενώ αν εξετάσουμε κατά πόσον και πώς εγκαθιδρύεται στη συλλογική αντίληψη ως «αυτονόητο», θα δούμε πως οι κοινωνίες εφαρμόζουν στρατηγικές γενοκτονίας ακόμα και της ανθρώπινης μνήμης, ενώ ως βασική μέριμνά τους είναι η διατήρηση της λήθης, όσον αφορά τα ανθρώπινα κριτήρια και το να αισθάνονται τα άτομα/μέλη της ασφαλή (έναντι των ανθρώπων), απολύτως εξομοιωμένα ως προς το χρήμα που διαθέτουν και αιώνιοι κυνηγοί μιας διαρκούς ευτυχίας. Οι απαγορευμένοι από τις κοινωνίες είναι οι άνθρωποι, η απάρνηση του χρήματος και η ελευθερία.

    Προκειμένου ο άνθρωπος να «κυριαρχήσει» ως ανθρωπότητα, έναντι του δυνάστη του (της κοινωνίας), οφείλει προηγουμένως να αποκτήσει συνείδηση της ανθρωπιάς του (της ανθρώπινης νοημοσύνης του και της ελεύθερης σκέψης του) που είναι η μόνη δύναμή του αλλά και η ειδοποιός διαφορά του από το έλλογο κτήνος/εαυτό του, το υπόδουλο στις κοινωνίες.

    Έτσι η αλήθεια (των ανθρώπων), ως μια στιγμή μόνο του ψεύτικου (της κοινωνίας), μπορεί να μας οδηγήσει σ’ έναν ανορθωμένο κόσμο (την ανθρωπότητα) όπου το ψευδές θα είναι μία μόνο στιγμή του αληθούς.

    • Ανώνυμος
      REPLY

      Δολοφονούν το θάνατο
      Ν. Λυγερός

      Οσφραίνεσαι αυτή την αηδιαστική οσμή,
      δεν είναι η οσμή του θανάτου.
      Όχι, η κοινωνία της λήθης σκοτώνει
      ακόμα μια φορά, μια φορά παραπάνω, τους θανάτους μας.
      Κι εσύ, διαβάτη, που δεν ψάχνεις πια τους σταυρούς,
      ως πότε θα δέχεσαι το απαράδεχτο;
      Δεν θα πάρεις πλούτη μαζί σου
      όμως σίγουρα θα αναδίδεις τα ίδια αίσχη.

      http://www.lygeros.org/4060-gr

      Θεωρούν πως το να σκοτώνουν ακόμα και τον εκούσιο θάνατό μας (ως τη μόνη πράξη ζωής που μας έχει απομείνει) είναι «ηθικότερο» από την αυτοκτονία μας. Θέλουν να ανασύρουν από το βάραθρο τις Σουλιώτισσες για να τις βιάσουν και νεκρές, διότι οι Σουλιώτισσες πήγαν «αβίαστες» (μη βιασμένες) κι αυτό δεν το ανέχονται. Δεν θέλουν να το θυμόμαστε.

      Έτσι γενοκτονούν τη μνήμη μας. Αντί για μνήμη, θέλουν να έχουμε μνημόνιο.

  • Ανώνυμος
    REPLY

    “Η δυναμική της γλώσσας είναι η πηγή της ζωής. Εκεί έστρεψα τις χούφτες μου, όταν η ύπαρξη έμοιαζε να ξεθωριάζει, να χάνεται μέσα σε μία απέραντη χολέρα λήθης, για να πιω μια στάλα από το ύδωρ της και να απαλύνω τον σπαρακτικό πόνο των χειλιών. Δεν διψούσα απλώς. Η ξηρασία που μάστιζε τον άνθρωπο εκεί, κάτω, μέσα & γύρω από όλους τους υπόλοιπους ‘εαυτούς’ και ‘αλλήλους’, οδηγούσε σε αργό θάνατο. Και αν ήμουν βέβαιη πως σύντομα θα ερχόταν να με βρει – αυτός ο θάνατος – θα ξάπλωνα στην ατέλειωτη άμμο και θα περίμενα στωικά την έλευσή του. Όχι, δεν μου πρότειναν ευθέως αυτή την μορφή θανάτου, για να την σταθμίσω μορφοποιημένη ανάμεσα στις υπόλοιπες επιλογές – ύπαρξης ή ανυπαρξίας. Με κάθισαν σε ένα σκαμνί, άβολο και άκομψο, έδεσαν τα χέρια μου πίσω από την πλάτη και έτσι με καθήλωσαν στη θέα μιας μόνον εικόνας: του θανάτου που διαρκώς έρχεται, αλλά ποτέ δεν εκπληρώνεται, παρά μόνον την ύστατη στιγμή. Τότε, που δεν μπορείς πια να ανακαλέσεις την θέα της ζωής, όσο και αν παραταθεί το ύστατο. Την έχεις απολέσει. Όμως, ούτε στον έρωτα δεν μπορείς να βαστάξεις το ανεκπλήρωτο. Γιατί να μπορείς στον θάνατο;

    Η γλώσσα μόνον τότε πυροδότησε τη μεταμόρφωση της νοηματοδότησης και την διάλυση της παραμόνιμης θέας ενός ανεκπλήρωτου θανάτου. Η εικόνα του δωματίου με το σκαμνί εξαϋλώθηκε και η έρημος του ανθρώπου, απογυμνωμένη & αχανής, με περιμάζεψε για να με στέψει γρήγορα έρποντα επαίτη. Για να μην προλάβω να σηκωθώ με έπαρση και γεμίσω την ατέλειωτη έρημο με ‘σκουπίδια’. ‘Δεν κουβαλώ σκουπίδια μαζί μου’, ψέλλισα με το μάγουλό μου βυθισμένο στην άμμο. ‘ Θέλω μόνο… μόνο να αδειάσω εδώ την θάλασσα θέλω. Για να μην διψάσει κανείς όσο θα περπατά τούτη την έρημο. Για να μην πεθάνει κανείς από τη δίψα, ενόσω θα ατενίζει την απεραντοσύνη του ανθρώπινου συνεχούς. Κάτι τέτοιο θα ήταν θλιβερό…’”.

    Τα σκυλιά συντόνισαν τους βρυχηθμούς τους και μια μελωδία βγαλμένη από κόλαση που λιώνει, πότισε τον εγκέφαλο. Δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί το προηγούμενο κείμενο. Σαν ένα ‘γαβ’ ακούγεται αν το ξαναδιαβάσει κανείς. Και μάλιστα, άρρυθμο. Μια έλλογη παραφωνία. Μια σπατάλη, βάναυση. Ίσως όχι τόσο βάναυση, όσο πρωτογενώς εξορυγμένη, άμορφη, σχεδόν ακαλαίσθητη. Σπατάλη.

    Από την άλλη όχθη όμως;… Τι είναι απέναντι από τούτα τα σκυλιά; Χάος. Χάος από εννοιολογικές διαμάχες που σκαρφαλώνουν άναρχα στο δέντρο της νοημοσύνης. Πρώιμες μορφές ιδεολογημάτων που ξεσκίζουν τον κορμό της νόησης, μέχρι να φτάσουν λυσσασμένες στον καρπό. Ζαρώνουν λαίμαργα γύρω του, τον τραβούν άγρια και τον ξεριζώνουν για να τον καταβροχθίσουν. Για να φτάσουν στο κέντρο της ζωής και να την ρουφήξουν μέχρις αφανισμού. Δίχως αιτία.

    Ωστόσο, οι λέξεις είναι αυτές που πάντα θα επιβιώνουν. Θα είναι πάντα εδώ. Αυτή η φράση είναι γεμάτη ζωή. Θα μπορούσα να πω ότι, αυτή η φράση – ή η όποια άλλη – ζει, ενόσω εγώ… την παρατηρώ. Η μόνη μορφή ζωής που αναγνωρίζω είναι σε τούτες τις παρατηρήσεις. Πατώ σε γράμματα για να περπατήσω και να αλαφρώσω τον ίσκιο μου από το βάρος της ανυπαρξίας μου. Ωστόσο, θαρρώ πως είναι ευοίωνο τούτο το φορτίο της μη υπάρξεως. Το κουβαλώ γελώντας εκκωφαντικά. Και οι λέξεις αφήνονται. Δεν κουράζονται να σε ακολουθούν σαν ίσκιος από περιττώματα.

    Πάλι τα σκυλιά. Σκατά. Όχι απλώς περιττώματα, αλλά σκατά. Πολύ ευπρόσδεκτα ωστόσο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.