Η έντιμος πτωχεία Βίος μετ’ εμποδίων και τουρισμός

Αποκαρδιωμένος από την αυτολοιδορία, μπαϊλντισμένος απ’ τα φυλετικά στερεότυπα που ακοντίζουν λαϊκές φυλλάδες του Βορρά κατά του οκνηροπονηρού Νότου, αποκαμωμένος ν’ ακούω φίλους και γνωστούς, πρώην συνοδοιπόρους και συναδέλφους, να σιχτιρίζουν το κρατίδιο, το γένος, το έθνος και τη φύτρα τους, και να παρακαλούν να ‘ρθει ο Γερμανός, ο Ευρωπαίος, να βάλει τάξη στο ρωμέικο, κατατροπωμένος από την ορμή της εθελοδουλίας και του προδιαφωτιστικού ραγιαδισμού, ηττημένος, παραδομένος στην ιδιοτέλεια του χατζηαβάτη Γραικύλου, έγειρα στο ντιβάνι απομεσήμερο Ιουλίου στο νησί, αποκαμωμένος από τη ζέστη και το ιμάμ, χορτάτος από θάλασσα βαθυγάλαζη και μύρο φασκομηλιάς, άπλωσα το χέρι στο ράφι κι έπιασα ένα κοντόχοντρο τόμο:

Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορική Ανθολογία, Ανέκδοτα – Γνωμικά – Περίεργα – Αστεία – Ιστορίες εκ του βίου διασήμων Ελλήνων 1820-1864. Βρήκα μια θέση στο πλάι, βολική. Ακολουθούσα τη σκέψη του φίλου Νίκου και του κυρίου Σπύρου, διαβάζοντας.

«Ο εθνικός ποιητής Σολωμός ζούσε στ’ Ακρωτήρι της Ζάκυθος με τον πιστό του υπηρέτη Λάμπρο, στο σπίτι του Στράνη. Ο υπηρέτης αργότερα διηγώταν: “Ενα μεσημέρι (1825) ακούμε κανονιές, και το αφεντικό εβγήκε έξω από την κα΄μαρά του και εστάθηκε στο λόφο. Επειτα ασηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό εφώναξε δυνατά, μα πολύ δυνατά: ‘Βάστα, καϊμένο Μισολόγγι, βάστα!’ Και έκλαιγε σαν το παιδί”» (Απαντα Σολωμού, εν Ζακύνθω, 1880)

«Ο Κολοκοτρώνης στον εμφύλιο πόλεμο του 1825, που τον κυνηγούσαν τα κυβερνητικά στρατέματα (μ΄αρχηγό τους τον Κωλέτη), έφτασε σ’ ένα χωριό Ράδο της Γορτυνίας, και κάθισε κάτου από μια καρυδιά. Λυπημένος μονολογούσε: “Τι έχεις καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…”» (Αρκαδική Επετηρίς, 1906)

«Πήγαινα, διηγιέται ο ίδιος εις την τέντα μου κ’ έτρωγα ολίγο ψωμί· μου είπε (κάποιος φίλος, ο Αναγν. Ζαφειρόπουλος): “Αϊντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου, και η πατρίς σου θέλει σε ανταμείψει”. Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Εμένα η πατρίς θα πρωτοεξορίση”» Και η τύχη το έφερε και αλήθευσα». (Ο Γέρων Κολοκοτρώνης, του Γ. Τερτσέτη)

«Ο παλιός επίσημος αγωνιστής, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, επί Οθωνα προβιβασμένος Σελλασίας, ήτανε στα στερνά του (πέθανε Απρίλη 1843). Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης φιλος του στενός, θέλησε να τονέ ρωτήση το τελευταίο του θέλημα. “Εχεις καμιά παραγγελιά, Σεβασμιώτατε; Για την κατάστασή σου τι έχεις να μου πης;” “Κατάσταση; είπε ο ετοιμοθάνατος· να ο καναπές με την παλιόψαθα, και οι πέντε καρέκλες· αυτά είναι η κατάστασή μου… Τι να μοιράσω στπυς δικούς μου; Αν θέλη το Εθνος ας λάβη φροντίδα. Εγώ τους αφίνω την ευχή μου… και την πατρίδα ελεύθερη, κληρονομιά τους…”» (εφημ. Αιών, 1852)

«Μια μέρα ο Κυβερνήτης [Καποδίστριας] βγήκε περίπατο από τ’ Ανάπλι συντροφιά μ’ ‘ενα γερουσιαστή. Εκεί που περπατούσανε συλογισμένοι, είπε ο Κυβερνήτης άξαφνα: “Α, πόσα πλούτη έχει η Ελλάδα!” Ο γερουσιαστής παράξενος ρώτησε, πού είναι αυτά τα πλούτη. “Στα σπλάχνα της γης”, είπε ο Κυβερνήτης.» (Ηχώ των Επαρχιών, 1843)

«Οι επίσημοι Καπεταναίοι της Επανάστασης είχανε διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Το Δυσσέα Ανδρούτσο τονέ λεγανε οι φίλοι του Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα τερτίπια του. Γέροντα λέγανε το Γκούρα για τη φρονιμάδα του. Γύφτο τον Κολοκοτρώνη για το χρώμα του. “Αδελφέ Γύφτο” έγραφε ο Αντρούτσος στον Κολοκοτρώνη σ’ ‘ενα γράμμα του. Γύφτο λέγανε και τον Καραϊσκάκη. “Γύφτο, Γύφτο”, (τούγραφε ο Κολοκοτρώνης) έχεις να κάμης με σόϊ γύφτικο και στοχάσου” (το σόι το δικό σου)» (Voutier, Memoires)

«Οταν ο Καραϊσκάκης πήγε στ’ Ανάπλι, στα 1826, ενώ την Αθήνα την πολιορκούσε ο Κιουταχής, και διορίστηκε Γενικός αρχηγός των στρατευμάτων της Ρούμελης για να πάη να πολεμήση, παρουσιάστηκε στη Διοικητική Επιτροπή. Τότε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, ο Α. Ζαϊμης, πρώτος τονέ συχώρεσε για την παλιά τους έχτρα, που βαστούσε από τον καιρό του εμφύλιου πολέμου, όταν ο Καραϊσκάκης είχε κάμει πολλά κακά στα σπίτια και τα χτήματα των Ζαϊμηδων, στην Κερπινή. Ο Ζαϊμης όμως γενναιόκαρδος τονέ συχώρεσε. Ο Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιληθήκαν οι δυο και ξεχαστήκαν τα περασμένα. Στη σκηνή αυτή έτυχε ναναι ο Υδραίος Βασίλης Μπουντούρης κ’ είπε στον Καραϊσκάκη: “Δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου στην πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο θεός να σε φωτίση να το κάμης από εδώ κι’ ομπρός…” “Δεν τ’ αρνιώμαι!” αποκρίθηκε ο Καραϊσκάκης. “Οταν θέλω γίνομαι άγγελος, κι’ όταν θέλω πάλε γίνομαι διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος”». (Από πολλές πηγές)

no comments
    • Lou
      REPLY

      Δεν μπορώ να σας μεταφέρω πόσο έχω χαρεί το κείμενό σας, ελπίζουμε και σε άλλα τέτοια. Η σκέψη του κυρίου Σπύρου σας οδηγεί καλά, και εάν μαντεύω σωστά τη σοφή φιγούρα πίσω από το όνομα που διακριτικά και με σεβασμό αναφέρετε, τότε οι ελπίδες μας δεν είναι αβάσιμες.

  • no frost
    REPLY

    «Ήρωες, άπαρτα βουνά.. ήρωες με 12 ζωές, κάστρα του Ολύμπου και του Παρνασσού φαντάσματα, ήρωες μες τα χαλάσματα..» το αγαπημένο του τραγούδι.. Κοντά στα 17 νομίζω βγήκε στο κλαρί όπως έλεγε.. Πώς έγινε μετά αυτός ο ατρόμητος αντάρτης, ο παντελώς άφοβος στον θάνατο, κι ένας γενναιόψυχος Ζορμπάς; Πέντε χρόνια στα βουνά, 1ο και 2ο αντάρτικο, μούλεγε για εξαντλητικές πορείες μέσα στην νύχτα για άνισες μάχες με εξαντλητικές περιγραφές, ξύλο στην ασφάλεια. γιατί ήταν κομμουνιστής.. έγραψαν οι εφημερίδες ότι πέθανε απ’ το πολύ ξύλο.. το διάβασε η μάνα του,ετοίμαζε κηδεία.. ύστερα, ξαναπήρε τα βουνά, « στα 10 μέτρα τους αφήναμε στο τέλος για αιφνιδιασμό αφού δεν είχαμε πολεμοφόδια» έλεγε για τους Γερμανούς,» «ξέρεις τι σήμαινε αυτό;» μίλαγε για τους συντρόφους του που είδε να ξεψυχάνε στις μάχες, για τις ψείρες, τους τραυματίες, τον όρθιο ύπνο υπο βροχήν στις πορείες, τις ατελείωτες πορείες με το βάρος του ασυρμάτου, τα πολεμοφόδια, τους βογγούντες, τα πρόχειρα καταλύματα, την συνεχή αγωνία και παραφύλαξη, εκείνους που τρελλάθηκαν, τις εκτελέσεις αμάχων, τι να κάνεις για ν’ αντέξεις, λές και θα το ζούσα.κι εγω!.ποτέ δεν ξέχασε, γυρνούσε συνέχεια εκεί.. στην σοβούσα πληγή, το ρυάκι- αίμα στα χαντάκια στην μάχη του Γοργοποτάμου, στις φονικές αναμετρήσεις.. Ύστερα στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στο κλάμα στην υποχρεωτική παράδοση των όπλων, τα ολέθρια λάθη του κόμματος που έβριζε. Μετά,φευγιό,αυτοεξορία για 20 χρόνια στην Τασκένδη.. σπουδές με δουλειά, οι διαψεύσεις κι από το σοβιετικό κόμμα, η άρνησή του στις ψηλές καρέκλες. Ύστερα η επιστροφή στην πατρίδα, η χούντα, νέες φυλακίσεις ξυλοδαρμοί, απολύσεις γιατί δεν υπέγραφε δήλωση. Μετά και πάλι αγώνες ποτέ δεν σταμάτησε μέχρι που πέθανε . Στο κρεβάτι του δημόσιου νοσοκομείου ζήτησε να τον ανασηκώσουμε « θέλω να πεθάνω όρθιος» «Γιατί; Ρώτησα «Έτσι, συμβολικά».
    Στον αντάρτη πατέρα μου, , «τον ήρωα μες τα χαλάσματα»,που τραυματίστηκε για την πατρίδα κι έπαιξε όλη του την ζωή κορώνα-γράμματα, και τους συντρόφους του που ευτυχώς δεν ζούν για να δούν την μεγάλη σημερινή προδοσία αφιερώνω αυτό το ταξίμι..

    http://youtu.be/eYNCKQfL5j8

Leave a Reply

Your email address will not be published.