Το χρυσωμένο 2004 σωρεύει τώρα ερείπια Η πολυτέλεια της μεσαίας τάξης

Η διεκδίκηση του μέλλοντος

Σκουπίδια σωριασμένα στους δρόμους, βουνά, σκουπίδια σάπια, από αυτά που δεν πλησιάζουν ούτε οι μεταλλορακοσυλλέκτες με τα καροτσάκια. Ουρές στα βενζινάδικα. Κυκλοφοριακό χάος. Κλειστό το Σύνταγμα μονίμως. Κατειλημμένα υπουργεία. Ολες οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν. Τέσσερις πεινασμένοι Πακιστανοί ληστεύουν 86χρονη στην πλατεία Κολιάτσου, 12 το μεσημέρι, στην είσοδο της πολυκατοικίας· της παίρνουν την τσάντα και τη σακούλα με το ψωμί απ’ το φούρνο. Παιδιά από 15 έως 20 χρονών ληστεύουν και βιάζουν στα προάστια, με λεία μερικά κατοστάρικα, με 5 ευρώ μερδικό, πλιατσικολογούν ψυγεία, οδηγούν Μερτσέντες, σουλατσάρουν μες στα ληστεμένα σπίτια σαν χαρακτήρες του σινεμά. Σινεμά, αυτό ακριβώς: Η Αθήνα προβάλλεται σαν βίαιο φιλμ, ο καθημερινός βίος μοντάρεται με σκηνές από το Κουρδιστό Πορτοκάλι, το Suburbia, το Δώδεκα Πίθηκοι.

Η δυστοπία της Αργεντινής δεν είναι μακριά. Δεν θα είναι ίδια, αλλά θα συμβεί κάπως· το μυρίζεις στους δρόμους της πρωτεύουσας, οι άνθρωποι περπατούν νευρικοί, στις παρέες οι τσακωμοί ξεσπάνε με ασήμαντη αφορμή κι ύστερα ξεφουσκώνουν απότομα, ο καθείς αποσύρεται στον εαυτό του, στα διαδικτυακά φόρα φουντώνει ο πεσιμισμός και η απόγνωση, φυραίνει ακόμη και ο θυμός, απλώνεται η παγωνιά. Παρά την οργή και τη βία που εκπέμπουν οι αντιδράσεις των ψαλιδισμένων υπαλλήλων Δημοσίου και ΔΕΚΟ, η μεγάλη μάζα του αστικού πληθυσμού παραμένει παγωμένη από το φόβο της επόμενης μέρας.

Το ίδιο και περισσότερο παγωμένη είναι η ηγεσία. Χειρότερα: ο κόσμος έχει την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ηγεσία, ότι η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί παθητικά και δέχεται ό,τι της υπαγορεύουν, προκειμένου να λάβει τη δόση. Σαν δόση οπιούχου αναλγητικού: καλμάρει τον πόνο, αλλά η αρρώστια κατατρώει. Χειρότερα: ο κόσμος δεν βλέπει καμιά ηγεσία, κανένα σχήμα, καμία πρόταση, καμία σχεδία, για ν’ αρπαχτεί, να επιπλεύσει, να αντέξει το παρόν και να κοιτάξει το μέλλον.

Κι όμως, υπάρχει μέλλον. Πάντα υπάρχει. Το θέμα είναι αν και πώς θα μας περιέχει. Το θέμα είναι να διασώσουμε ό,τι διασώζεται, ό,τι αξίζει και χρειάζεται, να το στερεώσουμε, και να φτιάξουμε όλα τα υπόλοιπα από την αρχή. Το κράτος, τη διοίκηση, την παιδεία, τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, την κοινωνική πρόνοια, τη δικαιοσύνη. Την παραγωγή, την οργάνωση της εργασίας, την αποδοτικότητα. Δεν είναι όλα άχρηστα, δεν μας επιτρέπεται να τα αφήσουμε όλα να ρημάξουν ― δεν μας επιτρέπεται, με όρους ιστορικής επιβίωσης. Κανείς επίτροπος δεν θα μας σώσει, αν παραιτηθούμε, αν πρώτα εμείς δεν θέλουμε να σώσουμε τους εαυτούς μας, την αξιοπρέπεια μας, τη βαθύτερη ουσία της ιδιοπροσωπίας μας, την εθνική μας υπόσταση.
Τα σκουπίδια στους δρόμους, η ανασφάλεια στις γειτονιές, οι μπλοκαρισμένοι δρόμοι, οι αδρανείς υπηρεσίες, πρέπει να αναιρεθούν από εμάς τους πολίτες, αν θέλουμε να παραμείνουμε κοινωνία πολιτών και όχι άθροισμα δουλοπαροίκων και έρμαια συμμοριών. Υπερασπιζόμενοι τον δημόσιο χώρο τούτη τη στιγμή, με ατομικές υπερβάσεις, με αλληλεγγύη, με πανεθνικό συναγερμό, με δικαιοσύνη, διεκδικούμε το μέλλον.

no comments
  • Ανώνυμος
    REPLY

    Αν μπορούσε να λατρέψει κανείς (κάποτε) την Αθήνα για το αττικό φως της, μπορούσε να λατρέψει και τη Θεσσαλονίκη για το βυζαντινό φως της. Για το χρυσό σαν θειάφι απομεσήμερό της που σ’ έκανε να νομίζεις πως βολτάρεις στους ερωτικούς πίνακες των οριενταλιστών γάλλων ζωγράφων του 19ου αιώνα (μακριά από σακιά με τσιμέντα και γαλανόλευκες του κιλού – συγνώμη που επανέρχομαι, αλλά έχω κόλλημα..είναι φανερό!). Κι αυτά, μόλις είκοσι χρόνια πριν.

    Τόσο είχα να επισκεφτώ τη συμπρωτεύουσα. Μέχρι που βρέθηκα σήμερα εκεί… Τι χάλι ήταν αυτό που αντίκρισα; Βρισκόμουν στο δρόμο μέρα μεσημέρι και νόμιζα πώς περπατούσα στο τέταρτο υπόγειο κάποιου ανήλιαγου γκαράζ/εργοταξίου. Η οριενταλιστική κουλτούρα που απέπνεε κάποτε η βυζαντινή πόλη, είχε αντικατασταθεί από ένα άναρχο «χόρορ βάκουι» της κονομησιάς των επιτήδειων. Παντού προέβαλλαν επιδοτούμενα έργα/πάρεργα, που με το πρόσχημα της «εξέλιξης» και της «διευκόλυνσης του πολίτη» σε εμπόδιζαν να περπατήσεις, να δεις, να αναπνεύσεις, να σκεφτείς.

    Αργότερα, αποσυρμένος σε κάποια ήσυχη εξοχή της Χαλκιδικής και διαβάζοντάς σας, συλλογίστηκα την υπεράσπιση του δημόσιου χώρου για την οποία κάνετε λόγο. Και σκέφτηκα πως σε πόλεις τέρατα, όπως έχουν καταντήσει η «μαγική πόλις» και η «νύμφη του βορρά», η μόνη λύτρωση, μπορεί να έρθει ίσως με τσουνάμι (που θ’ αφήσει ανέπαφα τα μνημεία, που έχουν καταφέρει να παραμείνουν μνημεία και τους ανθρώπους που έχουν καταφέρει να παραμείνουν άνθρωποι). Τα υπόλοιπα ας μην πνιγούν και ας μην καταποντιστούν… αλλά ας παρασυρθούν κάπου αλλού… μακριά από ‘δω… μακριά απ’ τον πλανήτη.

    Κι ας ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

  • gerasimos
    REPLY

    ‘Τα σκουπίδια στους δρόμους, η ανασφάλεια στις γειτονιές, οι μπλοκαρισμένοι δρόμοι, οι αδρανείς υπηρεσίες, πρέπει να αναιρεθούν από εμάς τους πολίτες, αν θέλουμε να παραμείνουμε κοινωνία πολιτών…’: δεν υπήρξε ποτέ κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα, κε Ξυδάκη. Υπήρξε μόνο μια αλλοτριωμένη κοινωνία πελατών των δυο μεγάλων κομμάτων και του ίδιου του κράτους, πελατών που εδώ και δυο χρόνια απεργούν, κάνουν καταλήψεις, κλείνουν δρόμους, απειλούν και βρίζουν. Ζητώντας από την ‘εταιρεία’ που λέγεται ελληνικό κράτος και που ετοιμάζεται να βαρέσει κανόνι – ‘εταιρεία’ από την οποία όλα αυτά τα χρόνια ψώνιζαν επιδόματα, προνόμια, κλειστά επαγγέλματα – τα ‘κεκτημένα’ τους…

    Το μεγάλο στοίχημα, στην μεταπολεμική Ευρώπη, ήταν η ανασυγκρότηση μιας κοινωνίας πολιτών στις χώρες-δορυφόρους της πρώην ΕΣΣΔ μετά το ’89, στοίχημα δύσκολο και χρονοβόρο. Ένα άλλο στοίχημα θα μπορούσε να ήταν η δημιουργία μιας κοινωνίας πολιτών, απαρτιζόμενης από συνειδητοποιημένους πολίτες, που να μπορούν να σταθούν απέναντι τόσο στο κράτος όσο και στις αγορές, θέτοντας τις δικές τους προτεραιότητες, προβάλλοντας τις δικές τους ανάγκες, ως πολίτες, στην Ελλάδα. Αλλά ποτέ δεν τέθηκε ως τέτοιο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.