Κατάρρευση των πολιτικών, ρηγμάτωση της κοινωνίας Το ελληνικό παράδειγμα

Η καταστροφή του λόγου


Aν μπορούμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα από τα συμβάντα της Κυριακής και τις διεθνείς αντιδράσεις της Δευτέρας, είναι ότι η Ελλάδα κέρδισε αφενός κάποιο χρόνο για τη βραχυπρόθρεσμη σωτηρία της χρηματοδότησής της, αλλά ακόμη αιωρείται επικίνδυνα, δεν έχει βρει το ιστορικό τέρμα καθόδου, εκ του οποίου θα αρχίσει την εκδίπλωσή της. Δεν έχουμε βρει πάτο.

Στις τηλεοπτικές οθόνες η Αθήνα εικονιζόταν φλεγομένη, full frame, και σε ένθετα μικροκάδρα οι ηγέτες των (πρώην) μεγάλων κομμάτων να αγορεύουν στη Βουλή. Οι φλόγες που κατέτρωγαν εμβληματικά αστικά κτίρια και το πλιάτσικο στους εμπορικούς δρόμους έδειχναν δραματικά τη σύγχυση και την αυτοκαταστροφή που κατατρώει το κοινωνικό σώμα, σε αντιδιαστολή με τις εικόνες λογοδιάρροιας που μεταδίδονταν από το βήμα του κοινοβουλίου ή τις εικόνες χαλάρωσης στο καφενείο της Βουλής που διασπείρονταν μέσω κινητών και τουίτερ.

Ηταν δύο κόσμοι ασύμπτωτοι, το φουλ κάδρο των καιομένων Αθηνών και τα ένθετα καδράκια της αμήχανης ηγεσίας. Η πόλη είχε παραδοθεί στους δαίμονές της και το πολιτικό σύστημα προσπαθούσε απεγνωσμένα να περισώσει ράκη εαυτού, εις μάτην, ασκώντας αυτοκριτική ισοπόσως με αλληλοκατηγορίες.

Βαθύτερα στις εικόνες της Κυριακής. Το ευρύτερο κάδρο της ηλιόλουστης Δευτέρας περιείχε όχι μόνο αποκαϊδια από το Αττικόν και τη Λαϊκή Τράπεζα, αλλά και ρημαγμένα φανάρια κυκλοφορίας στα σταυροδρόμια. Ξεκοιλιασμένα, με κάτοπτρα και καλώδια να κρέμονται, νεκρά. Αυτή η εικόνα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, προξενεί φόβο για άλλα πλησιάζοντα: είναι ο ρημαγμένος δημόσιος χώρος, ο κατεστραμμένος κοινωνικός πλούτος, η καταστροφή του κοινόχρηστου και του δημόσιου χωρίς καν πλιάτσικο, είναι η αναδυόμενη αστική δυστοπία. Το ξεκοιλιασμένο φανάρι δείχνει αδυναμία κυκλοφορίας, χαοτική κίνηση, στάση κοινωνίας και σύγκρουση κυκλοφορούντων. Δείχνει ακινησία. Και δείχνει επέλαση του ανορθολογισμού, του μηδενισμού, χωρίς δυστυχώς προς το παρόν να αφουγκραζόμαστε, έστω, τα σπέρματα της αναδημιουργίας που εμπεριέχονται μες στην καταστροφή, τα σημάδια μιας αναγέννησης.

Ο απεγνωσμένος άνεργος, ο βουλιαγμένος οικογενειάρχης, ο αποκλεισμένος νέος, απορροφημένος από τον δικό του διαρκή πόνο και την έλλειψη προοπτικής, ενδεχομένως δεν βλέπει ότι η καταστροφή του δημόσιου χώρου επιτείνει και πολλαπλασιάζει εκθετικά την ατομική καταστροφή. Η μεσαία τάξη λειτουργούσε πάντα σαν εξομαλυντής κοινωνικών τριβών και συγκρούσεων, απορροφούσε κραδασμούς· η πληβειοποιούμενη μεσαία τάξη, ενώπιον της δικής της αποσάθρωσης, φαίνεται ότι αδυνατεί πλέον να λειτουργήσει εξομαλυντικά, ούτε καν σαν ανάχωμα. Το ορμέμφυτο ατομικής επιβίωσης κονιορτοποιεί τη συλλογικότητα και το αίσθημα του συνανήκειν. Η μνησικακία, η μοχθηρία, η οργή, η απόγνωση εδραιώνονται σαν κοινωνικές συμπεριφορές, δηλαδή σαν γενικευμένη τυφλότητα.

Ανάχωμα, λοιπόν. Αυτό είναι το ιστορικό καθήκον, σήμερα, των πολιτών της Ελληνικής Δημοκρατίας: να διασώσουν τον ορθό λόγο, τον κοινόκτητο δημόσιο χώρο, το συλλογικό φρόνημα, τα μόνα εφόδια για τις πολλές δύσκολες μέρες που ακολουθούν.

no comments
  • ο δείμος του πολίτη
    REPLY

    Μόνο που ο λόγος δεν έρχεται χωρίς την επιβίωση. Θα βρούμε το λόγο μόνο μέσα από τη συνεργασία για την επιβίωση. Και η επιβίωση τούτη δεν μπορεί να έρθει μέσα από μία καμένη -εξαιτίας των πολιτικών του επιλογών απόντος του λαού- χώρα. Ο λόγος θα έρθει μέσα από την ενίσχυση της δημοκρατίας.

  • Ανώνυμος
    REPLY

    Άλλο είναι η πραγματική θλίψη για την πραγματικότητα που συνδέει, για παράδειγμα, το καμένο Αττικόν, τις καμένες μνήμες και τις καμένες τύχες των οικογενειών που δούλευαν εκεί και άλλο είναι να οφείλω να ταχθώ πολιτικά με όσους επικαλούνται την ίδια θλίψη με τρόπο που αν δεν εξυπηρετεί τις πολιτικές επιλογές τους να μου καταλογίζουν πως δεν θλίβομαι για το πραγματικό γεγονός. Κοινό, συλλογικό φρόνημα, μπορεί να είναι η θλίψη για τη δυστυχία του ανθρώπου. Αυτό όμως δεν σημαίνει και ταύτιση ή υποταγή στους τρόπους με τους οποίους κάποιοι θεωρούν ότι θα πρέπει να φρονούμε τόσο τον άνθρωπο όσο και τη θλίψη. Και αν λένε κάποιοι πως «έτσι είναι η πραγματικότητα» θα πρέπει να μάθουν πως δεν είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να συμφωνούμε με αυτό το «έτσι», δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν είμαστε συνδεδεμένοι με την πραγματικότητα.

    Η μόνη απόδειξη για το ότι μεριμνάμε για τον άνθρωπο, για το ότι έχουμε δηλαδή κοινό, συλλογικό φρόνημα, μπορεί να είναι μόνο η ευτυχία του ανθρώπου. Αλλιώς, αν ταυτιζόμασταν και είχαμε όλοι κοινό φρόνημα ακόμα και γύρω από τι σημαίνει «βοηθώ τον συνάνθρωπό μου», αλλά ο συνάνθρωπός μας παρέμενε ακόμα αβοήθητος, σε τι θα μας χρησίμευε το κοινό φρόνημα; Αν συναινέσουν όλα τα κόμματα σε κάποια μέτρα για τη σωτηρία μας, αλλά η σωτηρία δεν έρθει, τι λόγο θα έχει η όποια συναίνεση ή ακόμα και ομοφωνία; Απλώς, θα έχουμε πέσει όλοι μαζί συμφωνώντας ομόψυχα στο γκρεμό.

    Η διαφορά, με τώρα που δεν έχουμε κοινά φρονήματα, είναι πως πέφτοντας όλοι μαζί στο γκρεμό, παράλληλα τσακωνόμαστε και για τα φρονήματά μας.

    Παράλληλα, όλοι φωνάζουν για ομοψυχία. Μόνο που την εννοούν έτσι ώστε οι άλλοι, να υποτάξουν τις ψυχές τους στη δική τους. Ομοψυχία όμως είναι να είναι οι ψυχές όλων ταγμένες υπέρ των ψυχών όλων με τρόπο που να μην δύναται να υπάρχει ούτε μία βασανισμένη ψυχή. Ούτε μία.

  • nomadic universality
    REPLY

    Η ανάλυσή σας σχετικά με τα φανάρια είναι προβληματική. Τα φανάρια δεν είναι, όπως υπονοείτε, προϋπόθεση για την κυκλοφορία, αλλά ένα βασικό εργαλείο μίας συγκεκριμένης οργάνωσης της κυκλοφορίας. Στην οποία, πχ. το κύριο μέλημα είναι ο έλεγχος της ροής της κυκλοφορίας, με στόχο να μην προκληθούν ασυνέχειες στην ροή των ανθρώπων και πραγμάτων που κινούνται στην πόλη. Η απουσία φαναριών δεν προκαλεί απαραίτητα ούτε στάση, ούτε χάος. Ακόμα και σχετικά φιλελεύθερης αντίληψης πολεοδομικές προσεγγίσεις, όπως αυτή της δημιουργίας κοινών αστικών χώρων (shared spaces) προτείνουν την πλήρη κατάργηση των φαναριών και την ακόλουθη κατάργηση της κατάτμισης του αστικού χώρου κυκλοφορίας μεταξύ αυτοκινήτων, πεζών, ποδηλάτων, και λοιπών κινούμενων αντικειμένων και υποκειμένων. Ούτε η εσκεμμένη καταστροφή των φαναριών την προηγούμενη Κυριακή προκάλεσε κάποια άμεση ακύρωση της κυκλοφορίας, αντίθετα η διαδήλωση (και λόγω της ευρείας καταστολής της) ήταν από τις πιο ευκίνητες που έχουν γίνει στην Αθήνα.

    Η ίδια η πρακτική της καταστροφής των φαναριών -σε τόσο μεγάλο βαθμό-
    την προηγούμενη Κυριακή είναι ίσως περισσότερο ένα σημάδι της επιθυμίας εξόδου από το υπάρχον πλαίσιο διαχείρισης της κυκλοφορίας στον αστικό χώρο, περισσότερο μία προϋποθεση για να αναπτυχθούν διαφορετικές μορφές κινητικότητας μέσα στην πόλη.

    Ίσως, να θεωρείτε αυτές τις μορφές κινητικότητες επικίνδυνες πολιτικά ή καταδικαστέες ηθικά, αλλά δεν είναι ακριβές να τις συνδέετε με την ακύρωση της κυκλοφορίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published.