Κατάληψη; Για χαβαλέ… Η Τουρκία μπλοκάρει και ελληνικά WordPress Blogs

Μιλούσα με τον φίλο μου, ενός είδους αδελφοποιτό. Δεν μιλάμε συχνά, αλλά κάθε φορά συνεχίζουμε μια διακεκομμένη ανασκαφή, σε μεγαλύτερο βάθος, χωρίς προλόγους και εισαγωγές. Αρχίσαμε να μιλάμε για τους έφηβους γιους μας και καταλήξαμε στους έφηβους εαυτούς μας.

Μιλούσαμε διακεκομμένα και ελλειπτικά, μα χωρίς χάσματα. Οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα «να μιλάμε, ν’ ακούμε, αλλά και με κάθε αυστηρότητα» ― τι συμπέρασμα, δηλαδή, μάλλον λήψις ζητουμένου. Κι έπειτα;

Το ζητούμενο είναι το όριο της ελευθερίας και ο χρόνος: ο δικός μας χρόνος που περνά και φυραίνει, και ο χρόνος των παιδιών που έρχεται και φουσκώνει. Τι λέμε στους φουρτουνιασμένους έφηβους για την πολιτική, την ελευθερία, την ευθύνη, τη δουλειά, τη μόρφωση, τον έρωτα, τη φιλία, τη σύγκρουση, τη δικαιοσύνη; Πώς αφηγούμαστε το δικό μας παρελθόν, τη μικροϊστορία μας; Πώς μιλιούνται η ουτοπία και η ματαίωση, οι μικρομάχες και οι συμβιβασμοί;

Υπήρξαμε τρελόπαιδα, ερωτευμένα με στίχους και ιδέες, μεθυσμένα από ζωή, αφηνιασμένα από ορμόνες. Πρόσφατα… Ημασταν οι διαδάξαντες τις καταλήψεις πανεπιστημίων ― σαν υπαρξιακή μέθη μάλλον, παρά σαν πολιτικό σχέδιο. Εκεί φτιάξαμε συνείδηση ομάδας και φυλής, εκεί πήξαμε ατομικότητα. Τώρα όμως δεν καταλαβαίνω τις καταλήψεις των λυκείων.

Τις κάνουν οι τελειόφοιτοι για να πάρουν ανάσα από τον βρόχο σχολείο-φροντιστήριο, μου εξήγησε ο φίλος. Δεν το ‘χα σκεφτεί έτσι. Μια χωματερή: το σχολείο ― μουρμούρισα. Χωματερή, νταμάρι άξενο, ένας διάδρομος για το πανεπιστήμιο, πέρασμα. Και το πανεπιστήμιο; Αλλο νταμάρι. Κι έπειτα;

Αλλαξαν όλα. Μέσα σε δύο δεκαετίες το πανεπιστήμιο έγινε λύκειο και το λύκειο τίποτε. Μορφωτικά, πνευματικά, επαγγελματικά και κοινωνικά. Είμαστε απ’ τις τελευταίες γενιές που κάπως σεβάστηκε το σχολείο, ακόμη κι όταν το πετροβολούσε ή το καταλάμβανε· που κάτι αποκόμισε: ολίγα γράμματα, αίσθηση του ανήκειν.

Λίγο το σεβαστήκαμε, πολύ το πετροβολήσαμε. Δεν αξιολογώ, περιγράφω. Το σχολείο ήταν η κολυμπήθρα της πολιτικής. Κι ήταν ο κυματοθραύστης: πάνω του έσκαγαν οι υπαρξιακές μας περιπέτειες, οι πυρετοί. Γύρω από το κλειστό πεδίο του σχολείου ανοίγονταν κάμποι και ακρογιάλια, πειρασμοί, άρχιζαν οι λαβύρινθοι της ενηλικίωσης. Κι έπειτα;

Παραμείναμε πεισματικά έφηβοι. Ως τα τριάντα και τα σαράντα. Παλινδρομούντες ανάμεσα σε φαντασιώσεις, ναρκισισμούς, προδοσίες και ματαιώσεις. Παντρευόμασταν, μπαίναμε σε καριέρες, κάναμε παιδιά, κι ακόμη δεν το παίρναμε απόφαση: ο Ρεμπώ και ο Τζιμ Μόρισον στοίχειωναν την ολοένα πιο πεζή καθημερινότητα, τα νοίκια, τις δόσεις, τα δίδακτρα, τα επαχθή ωράρια της εργασίας. Κι έπειτα;

Επειτα, άλλοι έφηβοι, ολοζώντανοι και απαιτητικοί, ψήλωσαν απότομα κι άρχισαν να μας σπρώχνουν. Ηταν οι όντως έφηβοι, με το χνούδι και τη βραχνή φωνή, αναγνωρίσαμε τον πυρετό στα μάτια, τις μεταπτώσεις και την ποιητική μελαγχολία, ό,τι πια έλειπε σε μας από χρόνια πολλά. Οι όντως έφηβοι. Οι άλλοι. Αυτοί μάς τέλειωσαν την εφηβεία αρχίζοντας μιαν άλλη.

Τι να του πεις τώρα αυτού του αθάνατου με το μπλαζέ βλέμμα; Τι να τον κανοναρχήσεις; Τι λουρί να του βάλεις; Κατά βάθος τον ζηλεύεις· τον καμαρώνεις και τον ζηλεύεις, λαχταράς τη γεύση του χρόνου του του απέραντου, μια κουρασμένη αρτηρία σφύζει αιφνίδια και σε ζαλίζει.

Τι να του πεις; Για το ’79 και το ΄81; Για την πυρπόληση της αδρεναλίνης; Τους στίχους και τα τυπογραφεία; Για τις μυήσεις ηδυτάτης ματαιότητας στο Μπράιτ Σου και το Βιτόφσκι, τις καταδύσεις επέκεινα της ρωγμής, την ντεκαντάνς των λόφων, το μπλέ βελούδο; Για την κλινοπάλη των σεισμών;

Δεν τα λες ― έτσι. Ο καθείς φλέγεται απ’ τη δική του εφηβεία, και η καθεμιά είναι πιο γοητευτική, πιο ριψοκίνδυνη απ’ την προηγούμενη. Καίει. Μόνο αφουγκράζεσαι, πατέρας και ληγμένος έφηβος, ματαιωμένος Ρεμπώ και σώφρων μεσήλιξ. Αφουγκράζεσαι νύχτα τη σκάλα να τρίζει, το κλειδί στην κλειδαριά. Αφουγκράζεσαι πάνω απ’ τ’ ανταριασμένα κρεβάτια. ‘What then?’ sang Plato’s ghost. ‘What then?’

Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις γλυκόπικρα το τραγούδι του Γιέιτς, να το αποδεχθείς:

«Το έργο μου επιτεύχθηκε», σκέφτηκε όταν γέρασε
«Σύμφωνα με το σχέδιο το νεανικό,
Ας εξεγείρονται οι ανόητοι, ποτέ δεν παρεκτράπηκα,
Την τελειότητα άγγιξα.»
Ομως το φάντασμα του Πλάτωνα πιο δυνατά τραγούδησε: Κι έπειτα;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 04.11.2007

Μετάφραση W. B. Yeats: Μαρία Αρχιμανδρίτου

14 Σχόλια
  • Κ.Κ.Μ.
    REPLY

    μιλώντας-σε μια κοινή φίλη- για την αμηχανία των χρόνων που φύγαν (ασφαλώς όχι ερήμην μας) , διαπίστωσα ξανά πως «δεν υπάρχουν πια ρίζες να πονέσουν, ο σβέρκος είναι τσιμεντωμένος και το τοπίο βαρετά γνώριμο…»

    άκρη άκρη στεκόμουν, ήρθατε κι εσείς με ένα χτύπημα – κατανόησης- στην πλάτη κι άντε να με μαζεύω απο κει κάτω τώρα..

  • skoug
    REPLY

    Σε παραπέμπω στο «Ο γιος μου είναι εννιά χρονώ» από το Αρκαδία του Μεγάλου Μικη.

  • dimitris-r
    REPLY

    Α, ρε Νίκο!
    Α, ρε Νίκο!
    Τις Κυριακές μας πόσο κακοτράχαλες τις κάνεις. Πόσο τις βάζεις σ’ ένα κλίμα Δευτέρας. Πόσο σημαδεύεις και δίνεις λόγια σην καθημερινή μας έγνοια.
    Αν είναι κάτι που πια γνωριζεις καλά μεγαλώνοντας, είναι αυτή η γλύκα της ληγμένης εφηβίας που μάχεται να ζωγραφίσει αγριεμένες θάλασσες, μπουνάτσες και σύννεφα. Μ’ αυτήν παλεύεις, μ’ αυτήν εξοικειώνεσαι.

    Γιατί , δες , το γράφει και η Λουίζα Κορνάρου στο τελευταίο της ποστ:
    «οι έφηβοι είναι πολύ τσογλάνια. Δεν πονάν οι ρίζες του κεφαλιού τους από σφιχτοπλεγμένα κοτσίδια και έτσι δε θολώνει το βλέμμα τους. Κινούν το σβέρκο τους ελεύθερα και αλλάζουν το τοπίο».

    Εμείς, είτε έχουμε είτε δεν έχουμε μαλλιά στην κεφαλή, δεν πονάμε πια στις ρίζες, μας φτάνει ο πόνος της ενήλικης σοφίας μας.
    Καλημέρα!

  • dimitris-r
    REPLY

    Ο τίτλος βέβαια είναι «Ωδή στον ληγμένο έφηβο» και μα την πίστη μου είναι σαν (όπως λέν’ οι Ιταλοί) τη μουσική του Βέρντι! «δεν είναι ούτε νότα για να πετάξεις».
    Δεν περισσεύει λέξη!

  • thas
    REPLY

    Μπράιτ Σου, Νο Νέιμ, δίπλα δίπλα. «Τι να του πεις του αθάνατου;». Ίσως ότι οι τότε σπονδές στη ματαιότητα άφησαν πίσω τους τη συγγνώμη. Το κατανοείν, πάντα, ακόμα και πίσω από το διαφωνείν. Το αγαπάν, ακόμα και πίσω από το ζηλεύειν. Ένα τέτοιο κείμενο, πάντα, πίσω από το προηγούμενο.

  • Καπετάνισσα
    REPLY

    Αφουγκράζεσαι σωστά.
    Στήνεις αυτί και προσλαμβάνεις μηνύματα που φωνάζουν τρόπους άλλους, συμβολισμούς διαφορετικούς, μα ανάγκες όμοιες.
    Σκουντουφλώ σ’ εφήβους καθημερινά, ξέρω καλά, το΄χω χιλιοβιωμένο δηλαδή, πως, βγάζουνε στον αφρό τ’ «αδούλευτα» σημεία του εαυτού μας.
    Δαιμονισμένη ικανότητα να μας πισωγυρίζουν στα δικά μας τα χρωστούμενα.

    Ολόκληρη η ενήλικη ζωή μας είναι ο θρήνος μιας παραπονεμένης, αγέραστης εφηβείας.
    Για τούτο και η αυστηρότητα· μπας και ξορκιστούν τα στοιχειά του χρόνου.
    «Να μιλάμε, ν’ ακούμε, να οριοθετούμε με κύρος και σταθερότητα», θα πω.

    Υ.Γ.
    Να του τα πεις. Όλα. Τα «τότε». Τα λες – έτσι.
    Ξεκάθαρα πράγματα ζητούν να μάθουν.
    Για την αλήθεια μας διψούν.
    Την έλλειψή μας, δηλαδή.

  • Maigret
    REPLY

    ουσιαστικό και εξαιρετικό, όπως πάντα
    μία μόνον απορία (που δεν αφορά στο ίδιο το περιοχόμενο και τον σκοπό του κειμένου) αλλά τα παρακείμενα σε αυτό νοήματα:
    γιατί μιλάμε για εφήβους (όψιμους ή μη) και όχι για νέους,
    γιατί να ταυτίζουμε το εφηβικό με το νεανικό,
    έφηβοι ψηφίζουν στις εκλογές ή νέοι;
    υπάρχουν όρια μεταξύ των δύο εννοιών;
    το να είσαι νέος δεν μπορεί να σημαίνει μόνον το να είσαι έφηβος – μες τα σπυριά και τις ασυγκράτητες ορμόνες
    είμαστε νέοι ακόμη και έπειτα από την εφηβεία μας (βιολογική ή μεταφορική);
    μήπως με το δίπολο έφηβος – μη έφηβος προσπαθούμε να αφήσουμε απροσδιόριστη την έννοια της νεότητας ή / και της ωριμότητας;

  • anasthe
    REPLY

    Maigret, εύστοχη επισήμανση. Χαίρομαι το πνεύμα της ερώτησής σου, διαφεύγει του ζητούμενου της θεαματικότητας και των εκπροσώπων της, ενώ θεμελιώνεται στην ευρύτητα του συλλογισμού, αρνούμενο την ευκολία συμπερασμάτων σε ψηφιακή γλώσσα, μηδέν/ένα.

  • Ναπολέων Παπαδόπουλος
    REPLY

    Αγαπητέ Νίκο,
    ως πρός την εκπαίδευση (εν Ελλάδι) τά ‘πες όλα με μιά φράση:
    «Μέσα σε δύο(*) δεκαετίες έγινε(**) το πανεπιστήμιο λύκειο και το λύκειο τίποτε.»
    Ως πρός το «then» η πρόβλεψή μου είναι απογοητευτική διότι το «before» που μεθοδεύσαμε, ή έστω -μόνον- συμμετείχαμε αδρανώντας(***), ήταν όποιο διαπιστώνουμε τώρα ότι ήταν.
    Είμαι αισιόδοξος όμως για το «then …after then». Από την Ιστορία.

    αγάπη – αφοπλισμός – ειρήνη
    Ναπολέων

    (*)-(**) Εγώ θά ‘λεγα «τρείς» και «κάναμε» αντίστοιχα, αλλά …εντάξει.
    (***) Εδώ ταιριάζουν «γάντι» τα καβάφεια ΤΕΙΧΗ…

  • anasthe
    REPLY

    τι άσχημο να γίνονται τόσα πολλά, τόσο χειρότερα όσο μεγαλώνεις κι ενώ ζεις πόσο καλύτερα από τότε, η νοσταλγία σου να κρύβεται στην ιστορία λες και σου ανήκει..ο Ρεμπό μας έλειπε να κρυφτεί μέσα σας ..

Leave a Reply

Your email address will not be published.