Το kitsch είναι πολιτικό και ηθικό Στη ράχη της ανοχής

Το σώμα λιώνει μες στον κόσμο

Μια γρίπη ρουτίνας μες στις γιορτές σε βυθίζει στον πυρετό, την κακουχία, τη συρρίκωνση. Ο κόσμος έξω λάμπει, θορυβεί, πηγαινοέρχεται. Εσύ μέσα, αποκομμένος, αδύναμος, θλιβερός. Καταπίνεις ματζούνια και προσδοκάς την ανάσταση· δηλαδή να ξαναμπείς στον κόσμο απύρετος και διαυγής, έτοιμος για άλλους πόνους άγνωστους ποθητούς.

Κλεισμένος κι ανήμπορος, για τέσσερις-πέντε κρίσιμες μέρες, κλεισμένος στον εαυτό σου, σ’ ένα νοσηρό κουκούλι πόνων και παραισθήσεων, αναλογίζεσαι τη σημασία του Εξω. Η έλλειψη του Εξω, της κυκλοφορίας, των εικόνων, των άλλων, αυτό είναι που σε καταβάλλει περισσότερο απ’ όλα. Ανακατεμένος στα σεντόνια, αφυδατωμένος και μίζερος, λαχταράς να βρεθείς μες στον κόσμο· στα διαλείμματα των πυρετών, και μέσα σ’ αυτούς, χάνεσαι στους πολύβοους δρόμους, το σώμα αποκολλάται απ’ την αρρώστια του και τριγυρνάει στον τόπο του: στους δρόμους. Το νοσταλγών σώμα αντικρίζει πάλι κατάπληκτο τον κόσμο, περπατάει σαν σε όνειρο, πετάει χαμηλά, σαρώνει το πεδίο με περισκοπική όραση πουλιού: πολλά μαζί, υπερευρυγώνια, δυναμικά σύνολα και ρευστές λεπτομέρειες μαζί. Το σώμα γίνεται βλέμμα, ακοή, γίνεται άγγιγμα, οσφραίνεται και γεύεται το Εξω, το σώμα λιώνει μες στον κόσμο. Αυτό το σώμα τραγουδά εγγαστρίμυθα:

«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή / […] (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / κανένας με γνώριζε)»

Το σώμα, γεννημένο και ηλικιωμένο στην πόλη, νοσταλγεί διαρκώς τους δρόμους, εκεί όπου χάθηκε μαγεμένο παιδί, τους λευκούς πάμφωτους δρομίσκους της αχειροποίητης πολιτείας πλάι στη θάλασσα, τους χωμάτινους δρόμους της εργατούπολης, τα καλντερίμια και τα μάρμαρα της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τα μάρμαρα και τα βουλιστά του αιγαιακού ερειπιώνα, τις παγωμένες αλέες και τα κανάλια των βόρειων μητροπόλεων, και πάντοτε, πάντοτε, τους σκονισμένους δρόμους τούτου δω του άστεος, αυθάδεις και γυμνούς, αυτάρκεις κομψούς μες το ιώδες αττικό φως.

Η ηλικία μετριέται με περιπλανήσεις, με επαναλήψεις, περικυκλώσεις του ίδιου και πάντα άλλου, με ανακαλύψεις κάτω απ’ την επιδερμίδα του προφανούς. Ολα γυρνούν ίδια και άλλα: εκεί που ο παπατζής με τον αβανταδόρο ξάφριζαν επαρχιώτες, εκεί όπου γητευτές διαλαλούσαν τσατσάρες και λαχεία, τώρα απλώνουν Prada στο σεντόνι και σέρνουν τον μπαλαριστό της πρέζας.

Δεν έχει καφενεία εργατών και φτωχοδιαβόλων, δεν έχει παλαιικό ψωνιστήρι αρσενικών, δεν έχει ερείπια ξενοδοχεία· έχει λαμπρά πολυκαταστήματα και σούδες με κινέζικα, έχει αγκίστρια με μαϊμούδες απλωμένα για λιμάρηδες φτωχούς, έχει φυλές, έχει λαλιές πολύχρωμες στα κινητά, τσάρκες αργόσυρτες και χασομέρηδες, έχει υπόνοιες μοντέρνας βίας μητροπολιτικής.

Το σώμα νιώθει τις ουλές, παλιές και νέες, νιώθει τα σύνορα ανάμεσα κάτω και άνω πόλης, νιώθει τη γεωγραφία που αλλάζει από γωνία σε γωνία. Ολα τα νιώθει το σώμα μες στους δρόμους· και πιο πολύ την ύλη του εαυτού του χυμένη μες στον κόσμο:

«Την ασήμαντη παρουσία μου / βρίσκω σε κάθε γωνιά / κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε / φάσμα χαμένο του πόθου μου»

Ξέρω τον πόθο, βλέπω το φάσμα·είναι ο δεκαοχτάχρονος που τον ξεβγάζει το λεωφορείο στη γαστέρα της Βάθης, και τριγυρνά στα κάγκελα της Στουρνάρη, στις στοές της Κάνιγγος, σε φροντιστήρια και αντηλιές καφενείων, σε υπόγεια βιβλιοπωλεία, ανηφορίζει την Ακαδημίας, βγαίνει στο ξέφωτο των Προπυλαίων, μαζεύει από κάτω προκηρύξεις κείμενα παράφορα ρομαντικά, μεμιάς οι δρόμοι και οι χρόνοι σμίγουν, εκτείνονται αξεδιάλυτοι, δρόμοι και χρόνοι, πόνοι, χαρές και στοναχές, Φθιώτιδος, Μαυρομιχάλη, Δαφνομήλη, Δορυλαίου, Αλεξάνδρας, Ερεσσού, Καλλιδρομίου, Βατάτζη, Δελφών, Βουλγαροκτόνου και Σωκράτους.

Είμαι το φάσμα του σώματος μες στους δρόμους, λιωμένος λυτρωμένος μες στην ερημία του πλήθους, είμαι ο δρόμος.

Είμαστε οι δρόμοι μας, η περιπλάνησή μας, η απώλεια και η πτώση, η επιστροφή απ’ το ξενύχτι ακολουθώντας μία κάφτρα.

«Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα / χωρίς να γνωρίζω κανένανε / κι ούτε κανένας με γνώριζε» (Μαν. Αναγνωστάκης)

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.01.2008
Εικον.: Χριστίνα Κάλμπαρη, σχέδιο με κιμωλία. Γκαλερί Μπαταγιάννη, 22 Ιαν. – 29 Φεβρ.

buzz it!

13 Σχόλια
  • spyros_VJ
    REPLY

    Το κείμενο αυτό έβαλε σε τάξη σκόρπιες σκέψεις πολλών μηνών και γέννησε καινούριες.

    Be well.

  • alberich
    REPLY

    Personal GIS

    Πρασσά/Κίπλινγκ,Βαλτετσίου/Μπρετόν,Ασκληπιού/Οκτάβιο Παζ, Αραχώβης/Ράσσελλ, Διδότου/Θόρω, Δελφών/Ντεμπόρ, Ναυαρίνου/ΧοτΡατς,Σόλωνος/Ενσλιν, Μασσαλίας/Κολτρέην………..

  • Maigret
    REPLY

    merci flaneur!

    μου θύμισες τη φαντασμαγορία που μπορεί να κρύβει ακόμη και το πλέον ασήμαντο βήμα.

  • anasthe
    REPLY

    καμβάς και κείμενο μαζί, από τα πλέον σαγηνευτικά posts που έχω συναντήσει στο διαδίκτυο. Η περιγραφή, τρομακτικά αληθινή.

  • Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος
    REPLY

    Αγαπητέ Νίκο,

    σου μεταφέρω και πάλι μέσω ενός link την πολυλογία μου από σχόλιο στο blog του art attack. Αυτή τη φορά αφορά βέβαια το πρόσωπό σου. Ελπίζω ότι δεν θα πληγώσω τους αναγνώστες σου και κυρίως ότι δεν γίνομαι προσβλητικός.

    http://artattackgr.blogspot.com/2008/01/blog-post_15.html

    Ευχαριστώ
    Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος

  • nikoxy
    REPLY

    Κώστα,

    Δεν παραδέχτηκα «συμβιβασμό-σύμβαση». Περιγράφω ως «σύμβαση» το επαγγελματικό-εργασιακό πλαίσιο, την υλική συνθήκη εντός της οποίας λειτουργώ ως γραφιάς. Δεν γράφω για την «καύλα» μου, όπως να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι (τουλάχιστον όχι πάντα…), αλλά γιατί κυρίως είναι το επάγγελμά μου. Γράφοντας βγάζω το ψωμί μου.
    Μάλλον θα έγραφα και εκτός επαγγέλματος, αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζητήσεως.

    Τα κείμενά μου, δηλ. οι απόψεις μου, σωστές-λάθος, απόκεινται στον δημόσιο χώρο, σε προσβάσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες, και στο Διαδίκτυο.
    Ας τα κρίνει όποιος θέλει, αφού κάνει τον κόπο να τα δει.

    Συχνά όμως οι δημοσιολογούντες ασκούν κριτική βάσει αυθαιρέτων εντυπώσεων και εμμονών, όχι βάσει τεκμηρίων. Αυτή η πρακτική φουντώνει τώρα στα απέραντα καφενεία-φόρουμ του Δικτύου, τα τόσο δημοκρατικά, γοητευτικά μα και ασύδοτα kitsh εν ταυτώ.

    Απο κει και πέρα, προφήτης δεν είμαι, Μεσσίας δεν είμαι, Ζορρό δεν είμαι, το αλάθητο δεν το κατέχω.
    Είμαι ωστόσο καχύποπτος με τους ζηλωτές της Μίας Αλήθειας και της Διαρκούς Ανέξοδης Οργής.
    Και λέω τη γνώμη μου δημοσίως και επωνύμως ― δηλαδή αναλαμβάνοντας τα ρίσκα και την ευθύνη της.

    Καλή χρονιά!

  • Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος
    REPLY

    Αγαπητέ Νίκο,

    συγνώμη γιατί φαίνεται ότι σε προσέβαλα! Το έκανα όμως; Ίσως βέβαια να μην αναφέρεσαι σε μένα ουσιαστικά και απλώς «διαμαρτύρεσαι» για τη συμετοχή μου στο «μπάχαλο».

    νομίζω δε, ότι αν ήθελες να με «αντικρούσεις» θα μπορούσες να βρεις σημεία που είμουν πραγματικά επικριτικός απέναντί σου. Γιατί το παρακάτω, μάλλον λίγο στραβά το πήρες.

    έγραψα:
    «…Η σύμβαση-συμβιβασμός που παραδέχεται και ο ίδιος, είναι ένα κομμάτι ουσιαστικά σύμφητο στην ανόητα τραγική ανθρώπινη φύση. Νομίζω ότι όλοι το γευόμαστε και πολύ πιθανόν να είμαστε πιο συμβατικοί-συμβιβασμέμοι αλλά δεν είναι το ίδιο προφανές. Δεν είμαστε δα και αρχισυντάκτες. Το σίγουρο είναι ότι ο Νίκος Ξιδάκις δεν είναι εναντίον μας. Αν αυτό το «μας» σημαίνει κάτι!…»

    όμως:
    Αν είναι να διαφωνούμε απλώς για τη διαφωνία… εγώ δεν έχω καμμία τέτοια διάθεση. Από την άλλη πλευρά, αν και εξαρτημένος αναγνώστης της «Καθημερινής», πηγάζει από μέσα μου η υποχρέωση να είμαι σταθερά αντίθετος στην αχαλίνωτη και μέχρι εξευτελισμού ιδεοληπτική επίθεση που κάνει (και) η συγκεκριμένη εφημερίδα στους συνανθρώπους μου. Αυτό δεν έχει σχέση με τα πρόσωπα. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι μη εμπαθής, άλλωστε η παιδεία που έχω θεωρεί την απάθεια ως την υψηλότερη αρετή. Πράγμα δυσθεώρητο για τα δικά μου μέτρα. Δεν έχω όμως κανένα λόγο να στραφώ εναντίον σου. Και δη οντολογικά…
    …δεν συνεχίζω την αντιλογία. Αντιλαμβάνομαι (σωστά;) ότι βρήσκεις μάλλον άκαιρο τον χώρο και τον χρόνο που επέλεξα για την έκφραση της φλυαρίας μου. Το πλέον δε προφανές είναι πως η εκτίμησή μου στο πρόσωπό σου παραμένει…

    Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος
    (όχι ο τεχνοκριτικός)

  • no frost
    REPLY

    Αγαπητέ κε Σταυρόπουλε,
    πόσο προσβλητικός είσαι κάτω απο το πέπλό της δήθεν ευγένειάς σου.. Ποιός σου είπε πως ο Νίκος είναι μια υστερική δασκάλα που θα σε επιπλήξει ως πνεύμα ..αντιλογίας και επειδή έγραψες ότι έγραψες σε άλλο μπλόγκ; Γιατί καταχωρίζεις στους άλλους κίνητρα που δεν έχουν μεταφέροντας εντυπώσεις;Και γιατί δεν τσεκάρεις καλύτερα τα δικά σου κίνητρα που μετέφερες εδώ μια κουβέντα που δεν έχει θέση εδώ καθώς η συζήτηση έχει άλλο θέμα;Να χαίρεσαι την παιδεία σου..

  • ilias
    REPLY

    Σήμερα Σάββατο , μια μέρα χαρά θεού , όλα τα στριμόκωλα καφενεία στο Μοναστηράκι , Ψυρρή και Θησείο γεμάτα , στον εθνικό κήπο και στο Ζάππειο μόνο γάτες. Η σχέση του νεοέλληνα με τον μη διαμεσολαβημένο δημόσιο χώρο φανερώνει τη νοοτροπία ενός απελεύθερου δούλου . Μισούμε ότι δεν πληρώνουμε, ότι μπορεί απλά να μας προσφέρεται.

  • anasthe
    REPLY

    θα προσέθετα πως πάμπολλοι – μεταξύ εμού – διαβάζουμε εφημερίδες για να ενημερωθούμε περί της καθημερινότητάς μας και ανάλογων διεκπαιρεώσεων. Λιγότεροι, ψάχνουμε άρθρα όπως το άνω για να νιώσουμε κάτι διαφορετικό από την ευθύνη της διεκπαιρέωσης υποχρεώσεων. Επίσης κάμποσοι διαβάζουμε για να μάθουμε κάτι που δε γνωρίζαμε και το ανακαλύπτουμε σε ένα κείμενο, μια εικόνα. Η έμφαση στα κακώς κείμενα στο όνομα του ελέγχου της εξουσίας, ο διαρκής προσδιορισμός της εθνικότητος του Έλληνα (δεν αρκεί το αυτονόητο πια, ο τόπος γέννησης;) και η συνήθης τακτική ακκιζόμενου δημοσιογράφου αφοσιωμένου στο να λυπάται άλλους άνευ αιτίας, να επιθυμεί κάθε μέρα γραπτώς να σώσει ολότητες δίχως λόγο και ανάλογη ισχύ, και η αφορμή της προσωπικής κοροϊδίας (τι ξεχωριστή μοναδικότης!), αποτελούν φανερά στοιχεία της «συνταγής». Σκαρφιστείτε, βγάλτε τα μάτια σας, κάντε το μπανιστήρι σας όσοι επιθυμείτε αντί ρεπορτάζ και έρευνα, σώστε τον εαυτό σας, καταδικάστε ό,τι κι όποιον προλαβαίνετε, επιβιώστε και πλουτίστε όπως μπορείτε. Κακό δεν είναι, τι το συζητάτε κιόλας ως προς το ήθος; Έχετε πόσοι αποκτήσει βήμα σε εκδόσεις, έχετε λόγο σε δικτυακό τόπο, σας βλέπουμε πόσους στην τηλεόραση, μερικοί εκδίδετε και βιβλία, κάμποσοι κατέχετε και θέσεις δημοσίου κι έχετε οντότητα συνεργάτη σε ιδιωτικούς φορείς, όπως πάει θα ζητήστε από τους αναγνώστες/τηλεθεατές, πέραν των λιγοστών ευρώ, κατανάλωσης (βλ. διαφημίσεις) και φόρων αντίστοιχα, σκαμπιλάκι στον ποπό.. Οι ίδιοι βέβαια το ονομάζετε προσφορά και δράση. Όπως συνεχίζετε, πόσοι εξαρτημένοι, ανήλικοι και μη, θα σας «βλέπουν» και στον ύπνο τους. Ήθελα να ‘ξερα, δεν ντρέπεστε, τουλάχιστον οι ευκατάστατοι;

    υγ: όποτε ντρεπόμαστε, μαθαίνουμε, αναθεωρούμε και αλλάζουμε συμπεριφορά και νοοτροπία. Διαφορετικά δεν καλείται ντροπή.

    υγ2:
    δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα του post, τα σχόλια αποτέλεσαν αφορμή και δεν έχω καμία οικονομική συναλλαγή με το χώρο των media.

Leave a Reply to no frost Cancel Reply

Your email address will not be published.