Από μακριά, όλα είναι αληθινά Τι είναι «νέο»;

Χάσαμε την αγάπη

Του είχε πει του πράκτορα, να μη βγάλει εισιτήριο εφτά το πρωί. Σχόλασε μεσάνυχτα, ήπιε λαίμαργα τέσσερα ουίσκια με τον Δημήτρη, είδε κι ένα άνιμαλ πλάνετ, πήγε τρεις. Χτύπησε το ξυπνητήρι, το ’κλεισε, χτύπησε το κινητό, το ’κλεισε. Τα ξανάκλεισε δυο φορές. Την τρίτη φορά, ανασηκώθηκε ζαλισμένος και αφυδατωμένος. Ηταν παρά είκοσι. Το αίμα ανεβοκατέβηκε έμβολο, είχε χάσει το πλοίο. Επεσε αποκαμωμένος.

Ηταν Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρακτορείο ήταν σαφείς: Δεν υπήρχε καμία θέση έως τη Δευτέρα. Το τσιγάρο επέτεινε το φαρμάκωμα. Την Τρίτη έπιανε δουλειά.

Μόνος, στην πόλη, στο βουβό σπίτι, με την οικογένεια –τις οικογένειες– στα νησιά. Πότε είχε ξεμείνει στην πόλη Πάσχα; Πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά όχι μόνος· όταν γεννήθηκε ο μεγάλος. Πήγε για Ανάσταση στο παρεκκλήσι του λόφου.

Είχε να ξεκουκκίσει τέσσερα εικοσιτετράωρα γιορτής χωρίς το αποκούμπι της οικογένειας, της εργασίας, της ρουτίνας. Πώς να κυλήσουν; Προτού κυλήσει το πρωινό, ένιωθε ήδη τις ώρες να τον βαραίνουν στο στήθος.

Τάισε τη γάτα, έφτιαξε καφέ, άλλαξε νερό στα χρυσόψαρα, έκανε μια ώρα διάδρομο, ιδρωκόπησε ακούγοντας τα Πάθη στα ακουστικά. «Εγώ εις τούτο γεγένημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρυτυρήσω τη αληθεία. Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· τι εστίν αλήθεια;» Τι εστίν; Τριγύρισε στα άδεια δωμάτια των παιδιών, σαν κλέφτης. Ανοιξε το μέιλ, τίποτε, άδειο, ψόφια τα μπλογκ. Μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά, βυθίστηκε στην μπανιέρα.

Βγήκε στους δρόμους. Βούιζε η πόλη, τα τελευταία ψώνια, φορτωμένα γιώτα-χι, φοιτήτριες με σακ βουαγιάζ, δώρα της τελευταίας στιγμής. Ηπιε καφέ στο βιβλιοπωλείο των φίλων, κάτι ξεμείνηδες περνούσαν και άφηναν ευχές. Προσώρας ένιωσε οικεία, ανακύκλωνε μια καθησυχαστική ρουτίνα.

Πήρε τους δρόμους. Ελισσόμενος ανάμεσα σε βιαστικούς, σκέφτηκε να πάει το βράδυ στο Χαλάνδρι για τον Επιτάφιο. Πλάι στη ρεματιά βρίσκεται η μόνη ενορία που γνωρίζει. Ανακουφίστηκε. Το αττικό δειλινό τον τύλιξετούλι μελαγχολικό. Μέθυσε. «Οξος εποτίσθης και χολήν», «Ιωσήφ κηδεύει μετά του Νικοδήμου νεκροπρεπώς τον Κτίστην» ― ο Επιτάφιος τον έριξε, χάθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν φίλους και προορισμό. Γλίστρησε διακριτικά από γνωστούς και κατέβηκε αργά την Κηφισίας. Εβλεπε τα φώτα της, γνώριμα και μαζί απόμακρα. Στους Αμπελόκηπους πρόλαβε έναν καφέ στα Σταρμπακς. Μπήκε στο ίντερνετ καφέ: κλείνουμε, κύριε. Εφυγε πτοημένος. Ολα έκλειναν. Στο μαγέρικο της λεωφόρου, παράγγειλε χόρτα.

Το σπίτι βουβό. Στο νησί θα οργίαζε το χαμομήλι. Τέτοια μέρα έτρωγαν κουκιά και βλαστάρια. Ονειρεύτηκε Πάσχα στον Μαραθώνα, τους μπαξέδες με τις αγκινάρες, τα δισκάκια του Τσιτσάνη, τους άντρες να ψήνουν αρνιά.

Το Μεγάλο Σάββατο ξημέρωσε βαρύ. Η Σόλωνος βιαζόταν, η Πανεπιστημίου χαλάρωνε, στη Φειδίου πίνανε ρακές, η Χαρ. Τρικούπη κουβαλούσε λεωφορεία.
Μες στη λιακάδα του πρωινού αταβιστικά τράβηξε προς τη θάλασσα. Περπάτησε στην τσιμεντωμένη παραλία. Περπάτησε χιλιόμετρα κλωτσώντας χαλίκια, απέφευγε να κοιτάει τον ορίζοντα. Το μεσημέρι βρέθηκε στη γενέθλια γειτονιά. Σχεδόν αγνώριστη. Μικρές πολυκατοικίες και γιώτα-χι με δόσεις. Ακούγονταν τραγούδια.

Το φως άλλαζε ώρα με την ώρα, κι ο άνθρωπος ήταν πια αντιμέτωπος μόνος με την Ανάσταση. Ποιον θα φιλούσε;

«Ιωσήφ;» «Ναι, ποιος;» «Ελα, ο Πέτρος» «Ο Πέτρος; Ρε συ!» «Πού είσαι;».

Μέχρι το μεσημέρι τους είχε μαζέψει, όσους είχαν ξεμείνει. Ο Ιωσήφ είχε κάνει λεφτά στις κατασκευές, τα ‘χασε, τα ξανάκανε, έμπλεξε με μια μικρή, χώρισε με τη Μαρία, τον έδιωξε κι η μικρή. Ο μεγάλος στο Πολυτεχνείο, η κόρη Λύκειο. Τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά; Τρώμε μαζί κάθε δεκαπέντε (Σκοτείνιασε ο Ιωσήφ ο τζέντλεμαν, ο άνετος, ποτέ δεν κώλωσε ο Ιωσήφ, όλα του τρέχανε, και τώρα στέρεψαν, στέγνωσες, φίλε μου. Χαμογελάει θαμπά ο Ιωσήφ ― όλα ξαναφτιάχνουν, φίλε, όλα, μόνο τα χρόνια δεν ξανάρχονται, δεν κολλάνε όλες οι ραγισματιές.)

Ο Σίμος το κεφάλι, ο μαθηματικός, άσπρισε, μάδησε, καπνίζει ήρεμα, τα γκρίζα του μάτια αδιαπέραστα. Η Ιωάννα; Πάει η Ιωάννα… Πάει, παντρεύτηκε έναν μικροαστό και μένει στα προάστια. Εσύ; Τι εγώ; Εγώ εδώ, με βλέπεις. (Σε βλέπω Σίμο, ήσουν ο καλύτερος, ο πιο λαμπερός, ο αγαπημένος, το μυαλό και το χάδι, ήσουν ο έμπιστος μας, ο αλάνθαστος, ο διαυγής, σε βλέπω τώρα σκυφτό, πάντα ήρεμο, αλλά τα μάτια σου σαν τζάμια, δεν γυρίζουν τίποτε, Σίμο.)

Νικόδημε, πώς ξέμεινες πασχαλιάτικα; Οπως κι εσείς, μ’ άφησαν οι γυναίκες. (Εσένα, Νικόδημε γόη και ταξιδευτή; Πάντα μες στους ανθρώπους ήσουν, ο ποθητός και πολυφίλητος των γυναικών, με θαλασσιά πουκάμισα ιστιοπλόος.) Τους τ’ αφησα όλα, σπίτια, μαγαζιά, ενοίκια, κοιμάμαι στο σκάφος, μόνο την κόρη βλέπω πότε πότε. (Μυρίζεις πάντα Vetiver, Νικόδημε, ήσουνα αισθητής και πάντα ολιγαρκής, δεν αλλαξες κολώνια, δεν αλλαξες τα χακί παντελόνια και τα τσιγάρα ντάνχιλ, ο ίδιος, μόνο τα καστανά μαλλιά σου άσπρισαν κι αραίωσαν.) Δεν είναι, ρε, τα σκάφη όπως τα θυμόσαστε, έχουν κομφόρ, ανώτερα από τη μεζονέτα του Ιωσήφ…

Πετράν; Πού είναι η Μαγδαληνή; Στο νησί, με τα παιδιά, τα ‘παμε. Καλά το Μαγδάκι; Καλά… Ήταν η καλύτερή μας, πώς σε αντέχει ακόμη; (Δεν με αντέχει, κλαίει.)

Ενας νεαρός τους πλησίασε, στα 20-22, χλωμός, με μακριά μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Αφησε στο τραπέζι ένα χαρτί σιωπηλά, κι απομακρύνθηκε χωρίς να τους κοιτάξει. Ηταν τυπωμένο ερασιτεχνικά και στις δύο όψεις.

Διάβασε μεγαλοφώνως: «Τα πάντα εγένετο από του χοός, και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν. Kαί τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου, ει αναβαίνει αυτό άνω, και το πνεύμα του κτήνους, ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην;»

Και στην άλλη: «Πάρε ένα χαρτί Α4. Το διπλώνεις στη μέση, πιάνεις τις δύο πάνω γωνίες και τις φέρνεις εμπρός και κάτω. Σχηματίζεται έτσι ένα τρίγωνο και κάτω απ’ αυτό πρέπει να περισσεύει χαρτί (πάνω από 2 εκ.). Τα δύο αυτά χαρτάκια (μπρός και πίσω) τα ανεβάζεις για να καλύψεις τη βάση του τριγώνου. Στη συνέχεια ανοίγεις το τρίγωνο πιάνοντάς το από την βάση σχηματίζοντας ένα τετράγωνο, τσακίζοντας…και τα λοιπά και τα λοιπά… Ανοίγεις τις πάνω μύτες και έχεις το καραβάκι σου».

Για σένα το ‘φερε, Πέτρο, σε οσφρίστηκε ο παρμένος.

Τι κάνουμε; Πίνουμε. «Εμίσησάν με δωρεάν» ― Ασ’ το, Πέτρο… Λέγανε. Κι ήρθαν μαζί τους στο μαρμάρινο τραπέζι και πίνανε κορίτσια με κορδέλες, ηλεκτρικά μπλουζ, γάμοι, παιδιά, ναυάγια, η Μαρία, η Ιωάννα, η Μαγδαληνή, γυναίκες π’ αγάπησαν, γυναίκες που άφησαν, κόρες που έφυγαν, χάδια που λιγόστεψαν και σβήνουν, σαράντα-πενήντα χρόνια που στέγνωσαν και σουρώνουν, σουρώνουν μισοδάκρυα στις κόχες απ’ το πιοτό και την ώρα, τέσσερις άντρες πασχαλιάζουν μόνοι, περήφανοι κι αυτάρκεις, αβάσταχτοι.

«Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» ― εντάξει, Πέτρο, εντάξει, πάμε να φύγουμε τώρα, πάμε στο σκάφος, στη μαρίνα…

«Βγάλτε τα παπούτσια σας». Ο Νικόδημος τούς μοίρασε φούτερ και αντιανεμικά, έφερε ούίσκι και πάγο, τσιπς. Στρώθηκαν στην πρύμνη, κοιτούσαν τον Πειραιά να μακραίνει, τραβούσαν νότια, ακουγόταν μόνο η μηχανή και το νερό. Κοιτάζανε παράλληλα, ο καθένας μόνος, τα πρόσωπα σκιασμένα, μόνο οι κάφτρες λαμπύριζαν. Ενιωσε το πρόσωπο του να μουσκεύει αλμυρό.

― Χάσαμε την αγάπη, είπε βραχνά.

Κανείς δεν αντέδρασε, όλοι κοιτούσαν μόνοι τους, ακίνητοι. Ακουγε την ανάσα του, ο λαιμός του πονούσε.

― Την πίστη χά-… χάσαμε… τους δικούς μας… Η φωνή έσπασε.

Γύρισαν αργά και τον κοίταξαν. Ολα τα πρόσωπα είχαν φως. Ο Σίμος μίλησε αργά, ψιθυριστά.

―Ναι, τη χάσαμε. Δεν αγαπάμε… Βουλιάζουμε.

Τράβηξαν πάλι τα βλέμματα, ο χρόνος είχε πήξει.

Ο καπετάνιος έσβησε τη μηχανή. Το σκάφος λικνιζόταν, πίναν σιωπηλοί ώσπου στο βάθος, πάνω απ΄την πόλη, είδαν τον ουρανό ν’ αναβοσβήνει. Σηκώθηκαν ταυτοχρόνως, αυθόρμητα, «Χριστός Ανέστη» πνιχτά, έσμιξαν ανάσες αρμύρας κι αλκοόλ, το Vetiver, τρίφτηκαν αξύριστα τα μάγουλα, φιλήθηκαν τρυφερά. Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές.

Εμειναν ένα φωτεινό σημάδι μονάχο στη μελανή επιφάνεια και πέρα η φωτοχυσία.

Καθημερινή, Πάσχα 2008

Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας
24 Σχόλια
  • ΡΩΜΑΝΟΣ
    REPLY

    Κάποια «προοδευτικά» φασιστόμουτρα υβρίζουν το Άγιον Φως, την Ορθοδοξία και τους Έλληνες, και δεν τολμούν να δημοσιεύσουν τις απαντήσεις μου. Μεταφέρω τα σχόλιά μου εδώ, προς ενημέρωσιν. Συγγνώμη για την κατάχρηση του χώρου, κύριε Ξυδάκη, αλλά δεν αντέχεται, δεν αντέχεται άλλο αυτή η αλητεία, αυτός ο τραμπουκισμός και η χυδαία βία των «προοδευτικών» σταλινοφιλελεύθερων, να μην μας επιτρέπουν ούτε την Λαμπρή να γιορτάσουμε. Ευχαριστώ, και Καλή Ανάσταση.

    Φίλε μου, φίλε μου αγαπητέ και πλανεμένε, ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ τι λέγει ο Κοραής (πέραν της απλής φιλολογικής και ιστοριοδιφικής περιεργείας); ΤΙ ΟΥΝ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΣ ΣΕ; (Μάρκος Αυρήλιος) Τί έχει να κάνει το του Κοραή, ή του Γιανναρά ή του οποιουδήποτε, της μιας ή της άλλης ιδεολογίας; Δεν ζούμε και δεν θρησκευόμεθα κατά την διανοητική κατασκευή του οποιουδήποτε, ζούμε και θρησκευόμεθα εμείς οι Έλληνες Ορθόδοξοι κατά ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΙΩΘΟΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΟΜΕΝΑ, κατά τα παραδοθέντα ημίν από τους πατέρες και τους παππούδες μας. Χαιρόμαστε και κοινωνούμε την αναστάσιμη χαρά, με τα πάτρια έθιμα, τα οποία τιμούμε, όσο μπορούμε στον σύγχρονο αλλοτριωμένο κόσμο, και με τα κόκκινα αυγά και με τό αρνί και με το ΑΓΙΟ ΦΩΣ και με τον Επιτάφιο και με το Χριστός Ανέστη και με το φιλί της Λαμπρής. Πόσο μίζερος και δυστυχής μπορεί να είναι κάποιος, όταν την στιγμή που χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, αντί να αναγαλλιάζει η καρδιά του σαν του παιδιού με την φλόγα της αναστάσιμης λαμπάδας, να μιζεριάζεται για το τι λέει γιά την φλόγα ο… Κοραής και ο Καλόπουλος; ΝΗΣΤΕΥΣΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΝΗΣΤΕΥΣΑΝΤΕΣ, αφήστε τον Κοραή, κι ελάτε ΝΑ ΦΙΛΗΘΟΥΜΕ ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ!

    (Και επειδή, φίλε μου καλέ, επιμένεις: Πώς εμφανίζεται το Άγιον Φως; Σου απαντώ: Όπως ακριβώς το φάσμα της Περσεφόνης στην εποπτεία των Ελευσινίων («το μέγα και θαυμαστόν και τελειότατον εκεί εποπτικόν μυστήριον, εν σιωπή τεθερισμένος στάχυς»). Τόσο απλό. Τί άλλο χρειάζεται να «μάθεις»; Και τί θα μάθεις πραγματικά, αν «μάθεις» αυτό; τίποτε. Η ουσία του μυστηρίου δεν το στάχυ το ίδιο· «ο ναός δεν είναι οι κίονές του». Μήν περιορίζετε την αντίληψί σας, βγάλτε τις παρωπίδες!)

    Άσε τον Κοραή, κι έλα ν’ ανάψουμε την λαμπάδα!

    Και κάτι ακόμη. Πώς είναι δυνατόν να βρίσκετε ΠΑΡΑΞΕΝΟ το να τιμούν οι Έλληνες τα όσια και τα ιερά τους; Να αποδίδουν τιμές στα ιερά κειμήλια; (Ορθότερα, στο συμβολιζόμενο.) Ομιλούμε για ιερότατα κειμήλια, κέντρα τιμής και προσκυνήσεως του λαού μας, αγιασθέντα από τα δάκρυα, τις αγωνίες, τους πόνους και τις χαρές γενεών επί γενεών! Και ο κάθε τζιτζιφιόγκος απορεί για τις τιμές! Τα οικογενειακά σου κειμήλια εσύ τα φτύνεις δηλαδή; Να καταλάβουμε!

    Αλλά μήπως όταν (δεν λέγω «εάν» ) έλθουν από το Βρετανικό Μουσείο, μία άγια μέρα, τα ακρωτηριασθέντα και αρπαχθέντα μέλη του Παρθενώνος, δεν θα συγκεντρωθούμε, με συγκίνηση και σέβας οι Αθηναίοι και όλοι οι Έλληνες να τά υποδεχθούμε; Μήπως και τότε θα υποπτεύονται οι προδευτικάριοι ότι τα δάκρυά μας είναι υποκριτικά; Ή μήπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας του Χρυσού Αιώνος ήταν και αυτοί… οπαδοί του… Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, και μετείχαν στα Παναθήναια (με κορύφωση της εορτής την απόδοσι του ιερού πέπλου στο διιπετές ξόανο της Αθηνάς – στο οποίο απέδιδαν θεϊκές τιμές, όχι τιμές αρχηγού κράτους) χάριν… σκοταδισμού; «Θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων», θυμίζω· για αυτά πολεμούσαν οι… Χριστοδουλικοί Σαλαμινομάχοι. Για τους βωμούς των θεών και τους τάφους των προγόνων. (Αντικείμενα νεκρά, ε;!) Το ίδιο και σήμερα. Εάν ενοχλούνται κάποιοι «πολυπολιτισμικοί», συγγνώμη, αλλά δεν τούς πέφτει λόγος.

    Και υπάρχουν βεβαίως και άλλες απόψεις. Π.χ.:
    + Πρώιμες μαρτυρίες περί του Αγίου Φωτός
    + Μία ψευδής ιστορική φήμη κατά του Αγίου Φωτός
    + ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΑΓΙΟ ΦΩΣ

    Που εμένα δεν με πείθουν όλα αυτά, πολύ περισσότερο βεβαίως δεν με πείθουν οι συμπλεγματικοί προοδευτικάριοι, οι οποίοι είναι πνευματικώς ανίκανοι να γνωρίσουν την έννοια και την αίσθηση του Ιερού, αλλά, επαναλαμβάνω, δεν με πείθουν όλες αυτές οι προσεγγίσεις εκατέρωθεν. Διότι ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ η προσέγγιση αυτού του είδους.

    ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΣ. ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟ. Σκέψου καλά αυτό που είπα τώρα, να καταλάβεις τι εννοώ, πριν σχολιάσεις, αγαπητέ μου αναγνώστη.

    Και κάτι ακόμη. Την Ολυμπιακή Φλόγα δεν την τιμούμε; Δεν της ψάλλουμε ύμνους; Δεν καλούμε τον Απόλλωνα να την ανάψει; Δεν νιώθουμε την λαχτάρα αυτή τούτη η φλόγα της Ολυμπίας (και όχι από αναπτήρα) να φτάσει σε όλον τον κόσμο;

    Είναι λοιπόν η Ολυμπιακή Φλόγα… απάτη;! Επειδή… δεν την ανάβει ο Απόλλωνας; Είναι η Ολυμπιακή Φλόγα σκοταδισμός, και οι τιμές και οι ύμνοι και οι χορωδίες… δεισιδαιμονίες;

    Γιατί είστε τόσο αρνητικοί, τόσο μίζεροι, τόσο στενόμυαλοι βρε παιδιά; Γιατί τέτοιο σύμπλεγμα ενάντια σε κάθε τι ωραίο της παράδοσής μας; Δείτε για λίγο τον κόσμο με την αθωότητα και την χαρά του παιδιού που παίζει με την φλόγα της αναστάσιμης λαμπάδας, κι αφήστε την μιζέρια. Έστω την στιγμή που λέμε το Χριστός Ανέστη! Πώς μας έκαναν τόσο μίζερους και γκρινιάρηδες πια; Γιατί; Γιατί; Δεν αξίζει.

    Φυσικά «με δικές μας δαπάνες», κύριε. Αυτό σημαίνει δημοκρατική κοινωνία, νομιμότητα και χρηστή διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Όταν δέκα εκατομμύρια Έλληνες είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και εκατό Έλληνες οπαδοί της μπεκάτσας με ροζ βούλες, τότε η δημοκρατική πολιτεία δαπανά εκατό χιλιάδες φορές μεγαλύτερο ποσόν για την Ορθοδοξία από αυτό που δαπανά για τις μπεκάτσες με τις ροζ βούλες.

    Πού βλέπεις το παράξενο;

    Παράξενο είναι για μένα που το κράτος χρηματοδοτεί τις «αντιρατσιστικές» (ρατσιστικές κατά των Ελλήνων) οργανώσεις, τα gay parade και τα τοιαύτα, και τα χρηματοδοτεί πολύ περισσότερο από ό,τι αναλογεί στο ποσοστό των Ελλήνων που τα υποστηρίζουν, με εντολές έξωθεν και πρακτοριλίκι έσωθεν.

    Εσύ λοιπόν δεν θέλεις να πληρώνεις το Άγιον Φως, εγώ δεν θέλω να πληρώνω το gay parade. Λοιπόν; Μόνο που το Άγιο Φως το πληρώνουμε εμείς και μόνον εμείς το 90% των Ελλήνων Ορθοδόξων, από το ποσοστό 90% των συνολικών δημοσίων εσόδων που παρέχουμε. Όχι εσύ. Από το δικό μας ποσοστό πληρώνεται το Άγιον Φως. Ενώ εσύ μας επιβάλλεις το gay parade, μάς ο επιβάλλεις στο 99% των Ελλήνων και τό πληρώνουμε όλοι, επειδή έτσι γουστάρετε εσείς το 1%. Και τολμάτε να μιλάτε για δημοκρατία και νομιμότητα, υποκριτές.

  • philos
    REPLY

    Εγώ μπήκα απλά να πω ότι ήταν ένα από τα ωραιότερα κείμενα που διάβασα στην Καθημερινή τα τελευταία χρόνια. Απλό, σύγχρονο αλλά και διαχρονικό.
    Καλή Ανάσταση!

  • stratos
    REPLY

    Σας συγχαίρω, συμφωνώ απολύτως με τον κ. philos…
    κείμενα σαν του σχολιαστή ΡΩΜΑΝΟΣ δείχνουν την αρετή του να είσαι «ανθέλληνας»…

  • Βασιλική Σιάπκα
    REPLY

    Νίκο Ξυδάκη,
    δεν την χάσαμε την αγάπη.
    …είμαστε λίγο κουρασμένοι, ζοριστήκαμε πολύ για αυτή τη ρημάδα την ασφάλεια, λίγο ανάσα να πάρουμε και θα την βρούμε, εδώ είναι δίπλα μας, ανασαίνει μαζί μας, σωπαίνει μαζί μας…
    «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία. πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.»
    Καλή Ανάσταση αδερφέ
    και όπως αποχαιρετά το Αντί, μακράν η ειλικρινέστερη στιγμή στον έντυπο ελληνικό λόγο, σε ασπάζομαι και «σου σφίγγω το χέρι».

  • οι σκιές μιλάν
    REPLY

    Από το μεσημέρι που τον είδα στην εφημερίδα, έχει κρεμαστεί το βλέμμα μου στον πίνακα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια φωτογραφία μεγαλύτερη με καλή ανάλυση. Θα σας το χρωστούσα χάρη.

    Καλή Πασχαλιά, κε Ξύ.

  • dimitris-r
    REPLY

    Εδώ στο νησί αγαπητέ, εν μέσω κόλασης και μανίας καταναλωτικής «τριημέρου» δεν είναι μόνο που χάσαμε την Αγάπη και την Πϊστη μας για ένα αύριο που δεν θα το ντύνει ο .Lak, ο BSΒ, ο Soho Soho ο Nautica, ο Gavelo, αλλά ήρθε και μας βρήκε μια λυτρωτική βροχή αμέσως μετά το Χριστός Ανέστη και μόλις συνειδητοποιούμε πως δεν μπορούμε να χαρούμε συλλογικά τα φαινόμενα, ούτε να συμφιλιωθούμε με την τύχη μας.
    Βρέχει ακόμα σήμερα το πρωί. Βρέχει καλά! Όσοι οβελίες είχαν την ετοιμασία, μάλλον θα αλλάζουν ρότα τώρα βαίνοντες προς το φούρνο. Και που άλλος χώρος στον φούρνο του Γιώρα, και που να βρεις κλήματα…

    Φεύγω, πάω Γιαλό, στο καντουνάκι του καφενείου του Μπακόγια που απαγκιάζει, ν’ αγναντέψω τη θάλασσα να φιλιέται με τη βροχή σταγόνα τη σταγόνα και να ευχαριστηθώ το νερό στα μάγουλά μου ως η άμπελος Απρίλη μήνα.

    Υ.Γ. Το Πάσχα «της γέννησης του μεγάλου» θυμόμαστε ακόμα τα εξαιρετικά σου κείμενα …της πόλης.

    Στο νησί, ναι, οργιάζει και φέτο το χαμομήλι κι από κοντά κι άλλα άγρια…
    Ανάσταση, φίλε! Βρέχει έξω πιο δυνατά τώρα…

  • ilias
    REPLY

    Χάσαμε την αγάπη; Ε οκ ας στείλουμε τον έρωτα να τη βρει και να τη φέρει πίσω. Τι διάολο ερωτικοί τύποι είμαστε…

  • Καπετάνισσα
    REPLY

    Κείμενο… αξιαγάπητο.
    Συμπόρευση με τη σκέψη μου. Πλήρης.
    Η σιγουριά της Βασιλικής άνωθεν δε νομίζω πως βρίσκει πολλούς υποστηρικτές. Πλέον. Από ανάγκη να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξή μας ωραιοποιούμε το αύριο. Μπα…

    Και θα συμφωνήσω με τον «Σκιές». Εξαίσιος πίνακας, μια καλύτερη ανάλυση θα ήταν και για μένα δώρο.

    Ο Δημήτρης της Μυκόνου, ο καλύτερος.
    Εδώ κι η ευλογία της Κρήτης.
    Χώμα και νερό και στον τόπο μου, ευτυχώς.

    Χρόνια Πολλά.

  • lemon
    REPLY

    Φίλε μου, να είσαι καλά.
    Το διάβασα σήμερα το πρωί στην Καθημερινή και ήθελα να σου σφίξω το χέρι. Και χάρηκα για ακόμη μια φορά που υπάρχει αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, ειδάλλως ένα σωρό τέτοια ευχαριστώ σαν το δικό μου δεν θα έφταναν ποτέ σε σένα.

    Όχι πως αλλάζει τίποτα στη ζωή μας, μα όταν ένα κείμενο σε κάνει να κλαίς, σου θυμίζει πως είσαι ζωντανός.

  • Πάνος Κοκκινιάς
    REPLY

    Νίκο μας τσάκισες. Πάλι.

    Πάντως ακόμα καλά είμαστε. Μόλις γύρισα από Αμερική. Αυτοί τα χάσανε όλα. Δεν έχουνε ούτε τον εαυτό τους. Ούτε ένα Παπαδιαμάντη. Να τους τσακίσει. Να θυμηθούν, έστω.

    Σ’ ευχαριστώ.

  • Ναυσικάα
    REPLY

    Και όποιος ανήκει στο 1% (τα περί 10% είναι αισχρά ψεύδη) ΔΕΝ έχει δικαιώματα. Και ΜΗΝ τολμήσει κανείς να πει ότι η ομοφυλοφιλία ανήκει στα παραδοθέντα ημίν από τους πατέρες και τους παππούδες μας, γιατί θα κάνω επίκληση στο Άγιον Φως άμα τε και στον Απόλλωνα να τον κάψουν! Ακούτε, προοδευτικά φασιστόμουτρα; Σας το λέω με χριστιανική αγάπη! Άντε και του χρόνου!

  • Αθήναιος
    REPLY

    Θα έπαιρνα όρκο ότι έχω διαβάσει ένα παρόμοιο «Βλέμμα», κάποιο Πάσχα πριν από λίγα χρόνια. Είχα ξεμείνει στην Αθήνα όχι σε πολύ καλή κατάσταση και το τότε κείμενο ήρθε και έδεσε. Εκείνο το Πάσχα το έχω απωθήσει από τη μνήμη μου, δεν θυμαμαι πώς το πέρασα τελικά αλλά εκείνο το κείμενο που κατέληγε αλλού ακόμη το θυμάμαι ή μήπως το ονειρεύτηκα; Ποιος ξέρει.

    Ευχές.

  • nikoxy
    REPLY

    Η ζωγραφιά του Ξενοφώντα Μπήτσικα ανέβηκε και σε μεγάλο μέγεθος (1134 Χ 698 pixels). Κάντε κλικ πάνω της.

  • nikoxy
    REPLY

    Το πρώτο τρίτο του παρόντος αφηγήματος (η περιπλάνηση του μονάχου ξεμείνη) είχε πρωτοδημοσιευτεί το Πάσχα 2006.

  • Société Anonyme
    REPLY

    Νίκο, μα την πίστη μου, πολύ συγκινητικά τα προβλήματα της upper middle και βάλε τάξης. Χάσανε την αγάπη, ε; Πάλι καλά που είχαν τη δυνατότητα να πηδήξουν μέσα σε ένα ιδιόκτητο σκάφος και να παρηγορηθούν κάπως, τα παλικάρια. Χριστός ανέστη με σβηστή τη μηχανή, ούτε καν φουνταριστοί, είναι πολύ ωραία αίσθηση, όπως και οι μυρωδιές: του επιταφίου, του Vetiver, της θάλασσας… Έτσι είναι, καθένας γράφει πολύ καλά μόνο για όσα ξέρει πολύ καλά, και αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μομφή. Εξάλλου ελπίζω να διακρίνετε τη γλυκιά ζήλια που υποκρύπτει το σχόλιό μου.

  • nikoxy
    REPLY

    @ Société Ανονυμε:
    Ξέρετε, η απώλεια είναι διαταξική, για καποια πράγματα τουλάχιστον.
    Kαι το μελό διαχέεται δημοκρατικά, παντού.

    Ετερον: Δεν ξέρω από σκάφη. Ξέρω από Vetiver.
    Αλλά μη μένετε στα πραγματολογικά, ένα ντεκόρ είναι, δείτε πίσω από την ρηχή αλληγορία.

  • Société Anonyme
    REPLY

    Ήθελα να σας πειράξω λίγο· νομίζω τα κατάφερα. Το βούλιαγμά σας στα πραγματολογικά της ευμάρειας είναι πολύ γοητευτικό, έτσι κι αλλιώς, και ασκεί υπνωτιστική επίδραση επάνω μας εδώ και καιρό.

  • NIKOS P
    REPLY

    Με συγκίνησες βαθειά με το διήγημά σου φίλε Νίκο.
    Ολες οι πληγές και τα σκοτάδια της γενιάς μας.
    Και στο βάθος,μακρυά η φωτοχυσία.
    Που παραμένει πάντα αχνή και ασύλληπτη!
    Καλή δύναμη,καλή συνέχεια…
    Χριστός ανέστη!

  • sensualmonk
    REPLY

    [ξαναδιαβάζοντας το -εξαίρετο- κείμενο, και τα σχόλια, βαθαίνει η πεποίθησή μου γιά την -λεπτή έστω- ειρωνεία -και προς τις δυό κατευθύνσεις- του τίτλου. και χαίρομαι – κι ας πλανώμαι]

  • Λένα
    REPLY

    Η αγάπη είναι σαν την ενέργεια. Δε χάνεται. Μετατρέπεται. Κείμενα υπέροχα σαν κι αυτό που γράψατε για το Πάσχα το επιβεβαιώνουν.
    Ένα μεγάλο ευχαριστώ για το κείμενό σας.

  • Γιώργης Χολιαστός
    REPLY

    ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ,
    ΠΟΔΙ ΚΑΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ
    (οι εφημερίδες της 27-8-08)

    Στη «βάρβαρη» τη χώρα-την Τουρκία-
    κάτω απ’ το φως του ζωοδότη ηλίου
    σ’ ανασκαφές που γίνονται στη χώρα
    βρέθηκε το κεφάλι του Αυρηλίου.

    Εμπρός λοιπόν Καραμανλή Κωστάκη
    εμπρός και ανοικονόμητη συ Ντόρα
    κάντε διαβήματα να μας δοθούνε
    όσα η σκαπάνη έχει ανασκάψει δώρα.

    Κι ας ήτανε αυτοκράτορας ρωμαίος
    μα ελληνικά αφού έγραφε κι ωμίλει
    έλληνας ήταν΄ κι αν μας αρνηθούνε
    τουλάχιστο ας μας δώσουνε τα χείλη…

    Τόσους που ελληνικά έχουνε γράψει
    (Σαμοσατείς κι ας ήσαν… ή και Σύροι… )
    έλληνες όλους τους εμείς τους λέμε-
    το ’χουμε πάρει πλέον ψωμοτύρι.

    (Κι εγώ λοιπόν δυο τόμους ποιημάτων
    στην αγγλική που έχω εκδώσει γλώσσα,
    κι εγώ γι αμερκανάκι θα μοστράρω
    μετά ’πό χρόνια τόσα κι άλλα τόσα)

    Σ’ άπταιστα ελληνικά κι ο αυτοκράτωρ
    τα «Εις Εαυτόν» λεν είχε αυτός γραμμένα.
    Ψέμα! Δεν τα ‘γραψε του Εαυτού του:
    στους έλληνες τα είχε αυτός ταμένα!

    Λοιπόν με τ’ άλλα μάρμαρα-του Έλγιν-
    ζητάτε τώρα και του Αυρηλίου
    να ‘χετε να το λέτε στους κρετίνους
    στις εκλογές του Σιούφα-του Απριλίου.

    Γιώργης Χολιαστός

Leave a Reply

Your email address will not be published.