Λίστες και σταυροί εκλογής στην κοινωνία του θεάματος Ο αστικός εξωραϊσμός είναι ανάπτυξη;

Συνέντευξη στο Popaganda

Συνήθως, οι δημοσιογράφοι είναι είτε πολύ εύκολοι είτε πολύ δύσκολοι, όταν τους ζητάνε συνεντεύξεις. Στην πρώτη περίπτωση, επιδεικνύουν συναδελφική αλληλεγγύη γιατί ξέρουν ότι μια άρνηση δεν είναι ποτέ ευχάριστη (άσε που μερικοί κολακεύονται από το πέρασμα στην απέναντι όχθη του συνεντευξιαζόμενου). Στη δεύτερη, ανήκουν εκείνοι που πιστεύουν ότι δουλειά τους είναι να θέτουν τα ερωτήματα και όχι να τα απαντάνε. Ο Νίκος Ξυδάκης μάλλον είναι με τους δεύτερους. Δε μου είπε τυφλά ναι, όταν του ζήτησα να μιλήσουμε. Πριν, ήθελε να ξέρει την ατζέντα της κουβεντας και μετά να είναι σίγουρος για την ακριβή αποτύπωση όσων τελικά συζητήσαμε. Υποθέτω γιατί – όπως θα διαβάσετε παρακάτω να λέει – «η φθηνια και η προπαγάνδα είναι περισσότερο από ποτέ μέσα στο παιχνίδι» και ο κίνδυνος να διαστρεβλώθεί ο δημόσιος λόγος έχει γίνει σχέδόν κανόνας.

Με το που συναντιόμαστε στο Floral, στην πλατεία των Εξαρχείων (της γειτονιάς του), του εξήγησα ότι ήθελα τη συνέντευξη γιατί είναι ο «αρθρογράφος της κρίσης». Όχι μόνο επειδή έχει υπογράψει μερικά χειρουργικά εύστοχα άρθρα στην «Καθημερινή» αυτά τα περίεργα χρόνια. Αλλά και γιατί αντιπροσωπεύει κάποιες αντιφάσεις τους. Προοδευτική πένα σε μια παραδοσιακά συντηρητική εφημερίδα, επαγγελματίας που πέρασε από πολλά και σημαντικά περιοδικά κι έτσι έχει να πει μια δυο κουβέντες με αξία για τη μιντιακή φούσκα των τελευταίων 25 χρόνων. Ψύχραιμος παίκτης κι όχι αφ’ υψηλού παρατηρητής  στην αρένα των social media που δεν μπορεί να μη σημειώσει ότι «εδώ και 20-30 χρόνια, αδυνατίζει η ικανότητα και η συνήθεια του κοινού να διαβάζει εφημερίδα, να παρακολουθεί δηλαδή μια συγκεκριμένη δομή διάταξης του δημοσιογραφικού υλικού». Εξήγησή του, «ο εθισμός στην τηλεόραση». Περιμένοντας τον καφέ, συζητάμε για το τοπίο που διαμορφώνουν οι νέες τεχνολογίες και το αν η δημοσιογραφία εξελίσσεται σε είδος πολυτελείας τον καιρό που τα coffee tables στα σαλόνια γεμίζουν με ταμπλέτες  – δώρο από εταιρείες κινητής τηλεφωνίας («δεν μπορείς πια να επιβιώσεις αν δεν είσαιπολύ καλός/στο ποιοτικό γράψιμο πάντα λίγοι είχαν πρόσβαση»). Κι ακόμα για το «σύγχρονο προλεταριάτο της γνώσης», τη «ρηχή, λόγω του περιορισμού της γλώσσας, ελληνική μιντιακή αγορά», για το πώς έμαθε να γράφει γρήγορα και πυκνά διαβάζοντας Ecomonist και Guardian. Στη συνέχεια περάσαμε στα δύσκολα…

ksydakis-III-1279x1920

 

Πως είναι να είσαι πολιτικοκοινωνικός αναλυτής σήμερα στην Ελλάδα; Νομίζω είναι μια δουλειά που σχεδόν δεν έχει ζήτηση. Τόσο απλά. Αμα τους βάλεις όλους μαζί, από τις μεγάλες εφημερίδες ας πούμε, δεν είναι πάνω από 6-7. Μπορεί να υπάρχει απήχηση στο επίπεδο των likes γι’ αυτό που γράφεις, αλλά να μην μπορείς να βρεις ένα μισθό.

Τότε πως εξηγείται η επιτυχία των sites που βασίζονται αποκλειστικά στην αρθρογραφία και όχι στο ρεπορτάζ; Τι σημαίνει επιτυχία;

Επισκεψιμότητα καταρχάς… Το θέμα είναι πόσοι ζουν από αυτά, πόσοι μπορούν να διατηρούν επαγγελματική σχέση με αυτές τις ιστοσελίδες.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στη σημερινή συνθήκη ο κόσμος δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για μια έτοιμη, επώνυμη κατά προτίμηση, γνώμη και να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει, παρά  για το πρωτογενές υλικό ενός ρεπορτάζ που θα πρέπει να ερμηνεύσει ο ίδιος…Το ρεπορτάζ είναι πιο δύσκολο, γι’ αυτό βλέπεις λιγότερα. Το κάνουν λίγοι και το κάνουν καλά ελάχιστοι. Ρεπορτάζ σημαίνει αποκάλυψη που μερικές φορές πονάει κι αυτό δεν είναι εύκολα επιτρεπτό από το παρόν σύστημα. Έτσι δημιουργούνται δημοσιογράφοι – δημόσιοι υπάλληλοι που βολεύονται με αντικείμενο κάποιο υπουργείο ή καταλήγουν ρουλεμάν του πολιτικού ρεπορτάζ.

Πέραν του βιοποριστικού ζητήματος όμως, επανέρχομαι στην ερώτηση, πώς είναι να τοποθετείσαι δημοσίως σε μια τόσο πιεστική εποχή; Και μάλιστα από μια εφημερίδα συνολικά σεβαστή αν και παραδοσιακά συντηρητική… Ο πλουραλισμός που προσφέρει η Καθημερινή την εδραιώνει σε μεγαλύτερα ακροατήρια.

Εσείς κι ο Μπουκάλας δηλαδή σε επίπεδο αρθρογραφίας… Δεν είναι καθόλου λίγο αυτό, ειδικά σε αυτήν την εποχή που σκέφτεσαι απείρως περισσότερο πριν γράψεις κάτι. Η κρίση μας έκανε πιο υπεύθυνους και πιο προσεκτικούς. Αν γράφαμε μόνο με το θυμό και την πικρία, θα ήταν όλα μαύρα. Η πολύ σκληρή αυτοπειθαρχία και αυτολογοκρισία σε μαθαίνει να φιλτράρεις. Εμένα στρογγύλεψε το γράψιμό μου, έγινε πιο συμπαγές και σκοτεινό με την κρίση. Δεν μπορώ να είμαι φαντεζί όπως πριν 15 χρόνια, οι άνθρωποι που με διαβάζουν ζητάνε να είμαι πιο ουσιαστικός και πυκνός. Δε θέλω να τους μαυρίζω την ψυχή, αλλά ούτε και μπορώ να τους ξεγελάω ότι όλα πάνε μια χαρά.

Ένα άρθρο βέβαια σήμερα μπορεί να διαστρεβλωθεί μέσα σε δέκα λεπτά στο ίντερνετ, μέσα σε τρία RTs. Μπορούν να το πάρουν στα social media και να του αλλάξουν πλήρως το νόημα. Το παρατηρώ μιας κι έχετε παρουσία εκεί, ενώ το blog σας ενημερώνεται με όλα τα κείμενά σας…
Ήμουν από τους πιο παλιούς bloggers στην Ελλάδα, αλλά αυτή ήταν μια υπόθεση για λίγους που πέθανε γρήγορα μόλις ανακάλυψαν τα ιστολόγια οι σκανδαλοθήρες. Είναι κεφαλαιώδες ζήτημα το εφήμερο των γραπτών στις μέρες μας. Αν όμως φροντίζεις να μην έχει τρύπες αυτό που γράφεις δεν έχεις να φοβάσαι. Ελάχιστες είναι οι φορές που παρεξηγήθηκα. Γιατί ποτέ δεν ήταν σκοπός μου να εντυπωσιάσω με ένα πυροτέχνημα.

Η εμπιστοσύνη του κόσμου στους δημοσιογράφους ήταν κλονισμένη ήδη πριν από την κρίση κι εκφραζόταν με τα γνωστά συνθήματα. Έχει τρωθεί ακόμα περισσότερο σήμερα;
Η εικόνα χειροτέρεψε, και με δική μας ευθύνη. Ελέγχουμε όλο και λιγότερο τις πηγές κι επειδή είμαστε άνθρωποι με αδυναμίες όπως όλοι, κάναμε πιο ελαστικές τις συνειδήσεις μας ενώ γύρω  καλπάζει η ανεργία. 40% είναι το ποσοστό στον κλάδο μας, τα media ήταν από τις πρώτες φούσκες που έσκασαν. Μια φούσκα που δημιουργήθηκε από  τις πολλές επιχειρήσεις που άνοιξαν από τη δεκαετία του ’90 κι έπειτα. Κανάλια, σταθμοί, περιοδικά – υπήρχε ζήτηση χωρίς να υπάρχουν αναλόγως πολλοί καταρτισμένοι επαγγελματίες. Η παλιά φρουρά ήταν εμπειρικά ψημένη, ενώ τα νέα παιδιά από το πανεπιστήμιο δε βγαίνουν δημοσιογράφοι, θεωρία επικοινωνίας κάνουν στην ουσία.

Να το πάμε λίγο παρακάτω αυτό. Δε νομίζετε πια ότι και η δημοσιογραφική ατζέντα, όπως φυσικά και η πολιτική, έχει μετατοπιστεί σε μια κατεύθυνση που ούτε καν θα φανταζόμασταν μόλις πριν λίγα χρόνια; Πια η γραμμή του μέσου δεν καθορίζει μόνο την ερμηνεία της είδησης, αλλά μερικές φορές και την παρουσία της. Το Φαρμακονήσι είναι πολύ πρόσφατο
Μια σημαντική πτυχή της κρίσης είναι ότι έφερε ιδεολογική και ψυχολογική αναδίπλωση. Ζούμε ουσιαστικά, από το 2010 και μετά, μια διαχείριση φόβου εκ μέρους της ηγετικής ελίτ που έχει περάσει από διάφορα στάδια. Έχουμε χάσει σε δημόσιο χώρο, έχουμε χάσει σε κοινωνικά αγαθά, έχουν περισταλεί δημοκρατικά δικαιώματα και το φθηνό αντάλλαγμα είναι ότι εκπαιδευθήκαμε να μισούμε κάτι άλλο, το διαφορετικό. Ας δούμε την ξενοφοβία. Πράγματι, υπάρχει πρόβλημα υπερβολικής μετανάστευσης στη χώρα μας, το οποίο βέβαια μειώνεται: πέρυσι κατά 17%, την ώρα που αυξήθηκε κατά 70% ο αριθμός των Ελλήνων που έφυγαν στο εξωτερικό, στην πλειοψηφία τους επιστήμονες. Πλέον έρχονται εδώ μόνο από εμπόλεμες ζώνες π.χ. Αφγανιστάν, Συρία. Η παντελής απουσία εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής και η υποκρισία της Ευρώπης μετέτρεψε τους Έλληνες από στυγνούς εκμεταλλευτές (ή βολεμένους με τα φθηνά εργατικά χέρια) σε παραπονούμενους που έχασαν το μεροκάματο. Ξέρετε, δεν έχει πολύ μεγάλη διαφορά αυτό που λένε οι Γερμανοί για μας, αυτή η φιλολογία περί «σκούρων, δεύτερων, τεμπέληδων» κτλ. Εδώ ειπώθηκε από επίσημα χείλη ότι υποδεχόμαστε μετανάστες «τραγικής ποιότητας». Μα αν η χώρα τείνει προς το επίπεδο Βουλγαρίας, Ρουμανίας πού θα έρθει να δουλέψει ο αστροφυσικός; Εδώ προσφέρουμε φράουλες και αίμα ή το πολύ πολύ ζήτηση οικιακής βοήθειας σε κανέναν ανήμπορο ηλικιωμένο. Αυτό πολιτικά.

Μιντιακά γίνεται πόλεμος κι ο καθένας προσπαθεί να διασώσει ό,τι μπορεί. Δε με εκπλήσσει τίποτα πια. Με θλίβουν, με σκοτεινιάζουν, αλλά πια ξέρω ότι η φτήνια και η προπαγάνδα είναι μέσα στο παιχνίδι περισσότερο από ποτέ. Τα media υπέκυψαν. Είμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η δημοκρατία έχει δεχθεί πλήγμα και η ενημέρωση είναι μοιραία κι αυτή θύμα. Το 2013 πέρασαν 70-75 Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, αυτό δείχνει πόσο ζοφερά είναι τα πράγματα. Αποφάσεις που αλλάζουν τη ζωή μας για τις επόμενες δεκαετίες περνούν σε χρόνο μηδέν.

Η αφοπλιστική ομολογία του Χρυσοχοϊδη «δε διάβασα το Μνημόνιο» τα λέει όλα, όμως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια τυπική περίπτωση. Ελάχιστοι το έκαναν κι ακόμα λιγότεροι καταλάβαιναν τι ψήφιζαν από ένα τεχνικό κείμενο 1200 σελίδων. Η δημοκρατία, ξαναλέω, τραυματίστηκε, δε θα μπορούσε να μην πάθει το ίδιο το μιντιακό σύστημα.

Αισθάνεστε καμιά φορά ότι αποτελείτε άλλοθι πολυφωνίας;
Είμαι 20 χρόνια στην εφημερίδα, είμαι μέρος της επίπλωσης πια. Κι αυτό που λες να ισχύει, δε με πειράζει. Πάντα και παντού  υπάρχει ένα manual στελέχωσης. Η Καθημερινή είχε ανέκαθεν παράδοση προοδευτικών δημοσιογράφων και διανοούμενων που έγραφαν ακόμα και το κύριο άρθρο, εκφράζοντας την εκδοτική γραμμή που δε συνπέπιπτε απαραίτητα με την προσωπική τους άποψη. Αν είσαι αριστερός δε σημαίνει ότι θα δουλεύεις σε αριστερή εφημερίδα, μερικές φορές είναι χειρότερο. Και σίγουρα γίνεσαι καλύτερος επαγγελματίας και πιο τεχνίτης όταν δεν είσαι σε κατ’ ανάγκην πολιτικά «οικείο» περιβάλλον. Όταν εργάζεσαι σε αυστηρό περιβάλλον μαθαίνεις να ελίσσεσαι, μαθαίνεις για τα καλά τις ραφές του συστήματος εξουσίας κι αποκτάς καλύτερη εικόνα για πολλά πράγματα.

ksydakis-IV-1920x1279

«Μνημόνιο – Αντιμνημόνιο», «Καλή – Κακή Βία», «Λαϊκισμός» και «Θεωρία των Δύο Άκρων» – πουθενά σύνθεση, παντού διλήμματα και στρατόπεδα. Αυτά είναι πάντως τα κλισέ της κρίσης που σε ένα μεγάλο βαθμό είτε δημιουργήθηκαν είτε αναπαράχθηκαν τυφλά από τους δημοσιογράφους…
Η εξουσία επινόησε με τους μηχανισμούς της,  βασικός εξ’ αυτών τα media,  διλήμματα τεχνητά προκειμένου να στρέφει την προσοχή αλλού. Η μεγάλη απογοήτευση της περιόδου, αυτό που εξελίχθηκε στο πιο αποκρουστικό μόρφωμα είναι το Κέντρο που δεν πήρε θέση σε ό,τι συνέβαινε. Αυτό που προέχει τώρα είναι να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, τι πλούτο και τι δυσκολίες έχουμε και πως θα διαχειριστούμε αυτό το πακέτο. Πρέπει να βρούμε δουλειά σε 1.5 εκατομμύριο ανθρώπους, να ανακτήσουν πρόσβαση σε γιατρό 1.5 εκατομμύριο ανασφάλιστοι. Δημογραφικά και ηθικά δεν έχουμε τη δυνατότητα να αφήσουμε πίσω 3-4 εκατομμύρια ανθρώπους.

Αυτό το “great depression”, αυτή η συλλογική κατάθλιψη που περιγράφετε τι είδους συλλογική ταυτότητα μπορεί να γεννήσει; Μερικές φορές σου δίνεται η εντύπωση ότι κρίση θα έχουμε για πάντα, ούτως ή άλλως έχουν χαθεί τόσα κεκτημένα…
Έχει βάση αυτό που λες, αλλά πρέπει να το δούμε από την αρχή. Καταρχάς, ψευδώς και υποβολιμαία, τόσο από την εγχώρια όσο κι από την ευρωπαϊκή ηγεσία, μπήκαμε στο ευρώ. Ήταν εξαρχής μια κατάσταση σικέ που θα βούλιαζε τη χώρα.

Έχει ασκηθεί επαρκής κριτική σε εκείνη την περίοδο;
Καμία. Ο κύριος Σημίτης θεωρεί ακόμα επίτευγμά του ότι μας έβαλε στο ευρώ, όλοι οι ανεξάρτητοι παρατηρητές το βλέπουν σαν τραγωδία. Το ευρώ ήταν ασύμμετρο με στρεβλή αρχιτεκτονική και καμία πρόβλεψη για διαχείριση κρίσης. Όταν η κρίση προέκυψε, ο καθένας χώρισε τα τσανάκια του.

Για να συνεννοηθούμε όμως και να  προκύψει η επόμενη μέρα, δεν πρέπει να γίνει κι αυτοκριτική…
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού νομίζω ότι την έχει κάνει.

Αυτό δείχνει το 25+% του ΣΥΡΙΖΑ;
Αυτό είναι άλλο. Το συζητάμε μετά αν θες. Αλλά σ’ αυτούς που έζησαν στο πετσί τους το θέμα της επιβίωσης, είναι είτε άνεργοι ή είτε μερικούς μήνες απλήρωτοι., θα τους πούμε κι από πάνω τεμπέληδες και μπαταξήδες;

Ας το κρατήσουμε στο χώρο μας, δε βγήκαν με τεμπέλικο τρόπο κάποια εύκολα λεφτά τον καιρό των παχιών αγελάδων; Κατά διαβολική σύμπτωση αυτοί που τα έβγαλαν, σήμερα τα βάζουν με το lifestyle κτλ.
Ναι, γιατί κυκλοφορούσε χρήμα και υπήρχαν δουλειές. Προσωπικά είμαι εναντίον του “lifestyle” αν και δούλεψα σε αυτό.  Είμαι εναντίον γιατί στις κορυφώσεις του καλλιεργούσε την ψευδαίσθηση, την αυταπάτη και την εξαχρείωση. Την αισθητική και την ευλυγισία που θα έφερνε την είχα δει από το 1987 που ξεκίνησε το ΚΛΙΚ. Τότε δούλευα στη Βαβέλ και μετά πήγα στον Ταχυδρόμο που στην ουσία ήταν το πρώτο ελληνικό lifestyle περιοδικό.

Όμως και τα αντίστοιχα glossy περιοδικά του εξωτερικού το ίδιο πρότυπο προέβαλλαν και προβάλλουν. Εκεί γιατί δεν θεωρούνται υπεύθυνα για οτιδήποτε πάει στραβά;
Εδώ ήταν λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Μετά από ένα σοκ λίγων ετών το Βήμα, η Ελευθεροτυπία και τα άλλα παραδοσιακά φύλλα που είχαν πάθει κλακάζ από τον τσαμπουκά των νέων ηθών, τελικά τα ενσωμάτωσαν. Τα νέα περιοδικά τότε έδωσαν παράθυρο στον υποκειμενισμό, τη βασική παρακαταθήκη της αμερικάνικης Νέας Δημοσιογραφίας. ΟΚ, δεν είχαμε Χάντερ Σ. Τόμπσον, αλλά είχαμε π.χ. τον Γιάννη Νένε που ακόμα κρατάει. Αλλά κι αυτός προερχόταν από τη Βαβέλ, ένα περιθωριακό έντυπο  – εκεί ήμουν κι εγώ, ο Σταύρος Κούλας, εκεί έγραφε κι ο Φώτης Γεωργελές.

Γιατί δεν δημιουργήθηκαν λοιπόν «αναχώματα» σε αυτό που λέμε χυδαίο;  Γιατί δεν είχαμε π.χ. ένα ελληνικό New Yorker ως ποιοτικό αντιστάθμισμα, όπως επίσης συνέβη στο εξωτερικό;

Με την βραχύβια εξαίρεση του 01 που  – πριν κάνει κάνα δυο σοβαρά λαθάκια – δοκίμασε να φέρει έναν νέου τύπου ρομαντισμό και μια άλλη ποιότητα, ο κόσμος εθίστηκε στη φθήνια. Κι αυτά τα περιοδικά, όσο περνούσε ο καιρός – παρά τις μονάδες που τα αποτελούσαν – γίνονταν όλο και πιο συντηρητικά, όλο και πιο καθεστωτικά. Ο Κωστόπουλος ήταν ο Ζντάνοφ του ΠΑΣΟΚ. Στο ένα τεύχος έβριζε τον Παπανδρέου «Οι κλέφτες να πάνε φυλακή» και στο επόμενο έγραφε «Μη βαράτε τον πρωταθλητή». Στο τότε ΠΑΣΟΚ δεν έφτανε το μαγείρεμα της εξουσίας. Βρέθηκαν κάτι ζαγάρια με μουστάκες και κομπολόγια να έχουν χρήμα και δημόσια επιφάνεια, και ζητούσαν αισθητική και ιδεολογική κάλυψη για τον νεοπλουτισμό τους. Να σου πω την αλήθεια, περισσότερο στο περιγράφω παρά το κατηγορώ. Τελικά, επικράτησε η απληστία, η χυδαιότητα, η αγένεια – διαμορφώθηκε μια ελίτ που κρασάρισε το 2009 με τον ΓΑΠ και τελικά βύθισε τη χώρα. Στο ίδιο μήκος κυμάνθηκε παράλληλα και η αντίστοιχη νεοδημοκρατική ελίτ. Το ίδιο αμόρφωτοι και παρτάκηδες.

 

Οι Τροικανοί πιστεύετε ότι ξέρουν τι κάνουν; Ως ένα βαθμό. Θέλησαν να φέρουν την εσωτερική υποτίμηση, «να γίνουν τα ημερομίσθια αντίστοιχα των ανταγωνιστών σας π.χ. της Λετονίας και της Βουλγαρίας» έλεγε ο μέχρι πρότινος τοποτηρητής του ΔΝΤ Μπομπ Τράα.

Τα εμπιστευτικά έγγραφα του ΔΝΤ το έλεγαν ήδη από το 2010 ότι θα εκτιναχθεί η ύφεση και ότι το χρέος δε θα γίνει ποτέ βιώσιμο. Το βλέπουμε τώρα. Έχουμε 27% ανεργία, 25% μείωση του ΑΕΠ και το χρέος έχει φτάσει στο 171%, μεγαλύτερο από όταν ξεκινήσαμε. Τα ήξεραν άπαντες αυτά όταν ξεκινήσαμε.

Ακολουθήσαμε τη γραμμή Γερμανών και Γάλλων , που ήθελαν να καλύψουν τις τράπεζες τους, κι ας έπεφτε η Ελλάδα. Το είπε ξεκάθαρα η Μέρκελ τον περασμένο Δεκέμβρη.

Η γενιά σας μεγάλωσε με την αμερικάνικη κουλτούρα του ροκ εν ρολ κι ενστερνίστηκε τα ευρωπαϊκά κοσμοπολίτικα ιδεώδη, αυτό είναι εμφανές στα άρθρα σας. Πιστέψατε κάποια στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης; Απογοητευθήκατε από την εξέλιξή τους; Η Ευρώπη βρίσκεται σε πνευματική και πολιτική παρακμή. Εμείς από το 1980, απολύτως θεμιτά, εκχωρούσαμε εθνική κυριαρχία με αντάλλαγμα πλούσια οφέλη από τα πακέτα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση πάσχει σοβαρά σε δημοκρατία στο ομοσπονδιακό επίπεδο. Κι επίσης δεν υπάρχουν ηγέτες. Μέρκελ κι Ολάντ έιναι νάνοι μπροστά σε Σμιντ, Μιτεράν, Ντελόρ. Εκείνοι ήταν μακιαβελικοί τύποι, αλλά επειδή είχαν ζήσει τον πόλεμο ήξεραν να αξιολογούν τα διακυβεύματα.
Προσωπικά, όταν το 1980 με σταμάτησαν στο τρένο πηγαίνοντας από Βερολίνο προς Ολλανδία, και χρειάστηκε να καλέσω ένα φίλο Ολλανδό για να με περάσει οδικώς από τα σύνορα, μου είχε στοιχίσει. Είχα πει «τι σόι Ευρωπαίοι είμαστε;», μόλις είχαμε υπογράψει την ένταξη. Μετά από χρόνια έφτασα να επισκέπτομαι τη Νέα Υόρκη και να είμαι πιο πλούσιος από τον αντίστοιχό μου Νεοϋορκέζο, με το ευρώ να είναι στο 1.52 έναντι του δολαρίου. Μόνο που αυτό δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική οικονομία της χώρας μου. Αυτή η κουλτούρα της υπερκατανάλωσης όντως μεταφράστηκε σε γενικευμένη «χλίδα» εδώ. Το καύσιμο γι΄αυτό ήταν το ευρώ. Ήταν φθηνό το χρήμα για το κράτος και τις τράπεζες.

Θεωρείτε ότι ο μέσος πολίτης παρασύρθηκε από αυτό το περιβάλλον; Τα θυμάσαι τα «διακοποδάνεια»; Θυμάσαι ότι το ΠΑΣΟΚ των εκσυγχρονιστών κατέβηκε στις εκλογές του 2000 με κεντρικό σύνθημα το «θαύμα του χρηματιστηρίου»; Ποιο θαύμα; Με τις ενέσεις του κράτους και τον Παπαντωνίου να λέει «οι αγορές μας ψηφίζουν»; Δουλεύαμε τότε στη Σωκράτους και πηγαίναμε στον «Λευτέρη» της Σατωβριάνδου για σουβλάκια κι έπαιζε μια οθόνη μόνιμα το ταμπλώ με τις τιμές των μετοχών. Σταματούσαν ταξιτζήδες και ρωτούσαν πως πάει η τάδε μετοχή. Απίστευτα πράγματα. Ήταν η πρώτη μεγάλη επιδρομή στο σεντούκι του πόπολου. Ο ελληνικός λαός δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που την πάτησε.

Σύμφωνοι, αλλά το Χρηματιστήριο δεν είναι Πάμε Στοίχημα… Θα έπρεπε κάποιος να τους το πει. Να τους φρενάρει αντί να τους ενθαρρύνει.

Τώρα θα έρθουμε αναγκαστικά στον ΣΥΡΙΖΑ. Πάνω σε αυτή τη λογική της «συνολικής δικαιολογίας», στο απολύτως αντίθετο δηλαδή του «μαζί τα φάγαμε», δε στηρίχθηκε η επιχειρηματολογία της ανόδου του; Ο ΣΥΡΙΖΑ κατά ένα μέρος εκφράζει τη νέα Ελλάδα που θέλει να ζήσει με δικαιοσύνη, αξίες και ισότητα. Ένα άλλο μέρος του είναι αγκιστρωμένο στο παρελθόν. Μπορεί να συμμερίζεται κάποιες ιδέες, αλλά είναι μιας κάποιας ηλικίας. Ας πούμε κάποιος στην ηλικία μου, 55 χρονών, είναι και λίγο τελειωμένος, πώς να αλλάξει μυαλό;

Δεν υπάρχει όμως κι ένα μέρος που μετακινήθηκε εκεί, φέροντας ας πούμε την κουλτούρα ΠΑΣΟΚ, γιατί πιστεύει ότι μπορεί να συνεχιστεί το πάρτι; Τα δημογραφικά των εκλογών του Ιουνίου του 2012 δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ προέρχονται από αστικά κέντρα, είναι σε ηλικίες παραγωγικές κι έχουν μόρφωση από μέσο επίπεδο και πάνω. Είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας που επλήγη. Δε νομίζω ότι έχουν αυταπάτες περί μαγικού ραβδιού. Από το 2010 ζούμε έναν αργό θάνατο, οπότε είναι πολλοί αυτοί που λένε από μια βαριά χημειοθεραπεία που καταστρέφει συνεχώς ζωτικά όργανα ας επιλέξω μια ρισκαδόρικη εγχείρηση κι ό,τι γίνει. Εν πολλοίς, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ως εργαλείο της Ιστορίας που θα ανακατέψει τη μαρμίτα. Νομίζω ότι σε 3-4 χρόνια θα δούμε πολιτικά σχήματα που δεν μπορούμε να φανταστούμε σήμερα. Το σύστημα που έφερε τα πράγματα ως εδώ δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο.

Πάντως η νεότητα του Τσίπρα δε συνιστά από μόνη της ανανέωση αν δε συνοδευθεί κι από έναν λιγότερο οπορτουνιστικό και περισσότερο παραγωγικό πολιτικό λόγο; Ο ίδιος πάντως ο Τσίπρας κι ένας πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι πρώτοι που υποστήριξαν ολοκληρωμένα ότι η ελληνική κρίση είναι κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκή. Κάτι που συμμερίζονται πλέον όλοι οι σοβαροί αναλυτές. Στο πρόσωπό του η ευρωπαϊκή αριστερά βρήκε τον Ντι Κάπριο της, έναν σταρ που είναι περιζήτητος. Και δεν μπορεί να μην του πιστωθεί ότι με ένα κόμμα του 4% αντιμετώπισε τους δύο γίγαντες που μέχρι πρότινος έκαναν μαζί 75%.

Λερώνοντας τα χέρια του όμως… Για πολιτική μιλάμε, κανείς δεν είναι παρθένος. Θες να σου πω την αδυναμία του; Είναι το συνολικό πρόβλημα των Ελλήνων και της ελληνικής διανόησης. Μια σύγχυση ταυτότητας, μια φριχτή έλλειψη αυτοπεποίθησης, ένα τόπος ως αφετηρία για να ξεπεράσουμε σιγά σιγά τη ζάλη.

Οι 58; Νομίζω δε θα αντέξουν. Γιατί δεν έχουν κοινωνική αναφορά. Είναι μια συνάντηση κεφαλών που οι περισσότερες είναι απελπιστικά φθαρμένες και δεν μπορούν να μιλήσουν στη βαθύτερη λαχτάρα του κόσμου. Παρότι μετριοπαθής, δε νομίζω ότι χρειαζόμαστε μετριοπάθεια τώρα. Νομίζω ότι χρειαζόμαστε υγιή επιθετικότητα. Ο βραζιλιάνος φιλόσοφος Ούνγκερ, μέντορας του Ομπάμα και του Λούλα, είχε πει ότι στους ανθρώπους πρέπει να τάζουμε μια νέα αριστερά για τον 21ο αιώνα, ούτε μαρξιστική ούτε σοσιαλδημοκρατική. Και ψωμί και όνειρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ το λέει εν μέρει, στέκεται περισσότερο στο υλικό γιατί ένα μέρος του πατάει στον 20ο αιώνα ως εγγόνι του κομμουνιστικού κόμματος. Γι’ αυτό τους μισεί κιόλας ο Περισσός.

Να κλείσουμε με τη Χρυσή Αυγή. Η εκτίμησή σας είναι ότι πρόκειται για μια δυσάρεστη στιγμή στην ιστορία που θα εξατμιστεί, έστω αφήνοντας τα ίχνη της, όταν ξεκινήσει η ανάκαμψη; Ή ήρθε για να εδραιωθεί και να μείνει; Εύχομαι να είναι μια στιγμή, νομίζω όμως ότι είναι κάτι σοβαρό, πιο μόνιμο. Από τον απελπισμένο δεν μπορείς να ζητάς ορθολογική σκέψη. Φυσικά, προϋπήρχε η βαναυσότητα του καφενόβιου Έλληνα, και μαζί πήγαινε κι ένας πυρήνας ακροδεξιάς της τάξεως του 5-6% (ας πούμε το 1977 η εθνική παράταξη των χουντικών είχε πάρει 6.9%) που συνήθως ενσωματωνόταν στη Νέα Δημοκρατία. Πάντα όμως παίζει ρόλο πόσο ενισχύει το περιβάλλον την ατταβιστική ανάγκη να υπάρχει ένας τιμωρός. Και στην παρούσα φάση την ενισχύει πολύ. Η δημοκρατία, πώς να το κάνουμε, είναι ζόρικο σπορ κι όσο δεν μπορεί να ταΐζει τα παιδιά της φαίνεται τραυματισμένη.

 

Πηγή: http://popaganda.gr/nikos-xidakis-o-arthrografos-tis-krisis/

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Στοιχεία επικοινωνίας
Twitter