Ο φόβος λοιπόν… Μετά τη ρύθμιση, η ρευστότητα

Το ελληνικό πρόβλημα ωρίμασε

Οι κυβερνητικές ηγεσίες, εντός και εκτός Ελλάδος, διαβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα ολοκληρώνει επιτυχώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης, βγαίνει από την επιτήρηση του μνημονίου και θα αναζητήσει χρηματοδότηση από τις αγορές. Φανερά τουλάχιστον, αυτό λέγεται. Ευλόγως. Η ελληνική κυβέρνηση έχει τους δικούς της λόγους: οφείλει να διακηρύξει την επιτυχία της κατά την εκτέλεση του προγράμματος, μήπως και αποκομίσει πολιτικό όφελος. Το Βερολίνο και οι Βρυξέλες υποστηρίζουν σταθερά τον πολιτικό πυρήνα του προγράμματος που οι ίδιοι επινόησαν, άρα έχουν κάθε λόγο να διακηρύσσουν την επιτυχία του. Πολύ περισσότερο υπό την παρούσα συγκυρία: όταν η Ευρώπη περιδινίζεται γύρω από την κρίση της Γαλλίας και της Ιταλίας, των μεγάλων χωρών-πυλώνων, και όχι γύρω από το περιβόητο «ελληνικό πρόβλημα». Οταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαράσσει τη δική της νομισματική πολιτική, προκαλώντας φανερά τη δυσαρέσκεια του Βερολίνου. Και όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή μεθόριο και, κατά κύριο λόγο, στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνουν όχι μόνο τη στασιμότητα και την ύφεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την ειρήνη στην μείζονα περιοχή.

Το ελληνικό πρόβλημα άρα μπαίνει διακριτικά κάτω από το χαλί των καλών λόγων, για να κερδηθεί χρόνος. Χρόνος για να διευθετηθούν τα προβλήματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, χρόνος για να διεξαχθούν τα κρίσιμα stress tests των συστημικών τραπεζών της ευρωζώνης, χρόνος για να αρχίσουν να αποδίδουν τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης του κεντρικού τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι. Χρόνος επίσης για να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα: οι Ευρωπαίοι βλέπουν ότι η παρούσα δικομματική κυβέρνηση εξασθενεί σταδιακά και ότι είναι πολύ πιθανή, έως την άνοιξη, μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να οδηγήσει σε άλλο κυβερνητικό σχήμα. Ευλόγως, δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες συμφωνίες στρατηγικού χαρακτήρα με μια κυβέρνηση εν αποδρομή. Το προηγούμενο της επεισοδιακής πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου το φθινόπωρο του 2011 και του σχηματισμού έκτακτης κυβέρνησης τεχνοκρατών, για την ολοκλήρωση του μνημονίου, είναι δύσκολο ή αδύνατον να επαναληφθεί. Το γνωρίζουν. Γνωρίζουν επίσης ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα της χώρας και για την επιβαλλόμενη προσπάθειά της να αναδυθεί από το υφεσιακό σπιράλ και την κοινωνική αποσάθρωση.

Με αυτή την οπτική, μια ενδεχόμενη πολιτική στροφή θα μπορούσε να γίνει ανεκτή. Υπό δύο όρους: Ενας, να συνεχιστεί η ομαλή αποπληρωμή των δανείων. Δύο, να μην ανατραπεί βιαίως η ακολουθούμενη πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, δημιουργώντας προηγούμενο «απείθειας». Στον πρώτο όρο συμφωνούν όλοι οι δανειστές. Στον δεύτερο όρο επιμένει με εντονότερο ζήλο η Γερμανία.

Ο πρώτος όρος προϋποθέτει μια ρύθμιση του χρέους· άλλωστε υπάρχει ρητή δέσμευση των εταίρων δανειστών περί αυτού, αν και χωρίς ποιοτικό προσδιορισμό. Η ρύθμιση του χρέους συζητείται πυρετωδώς στο παρασκήνιο και μια τουλάχιστον μορφή του δημοσιοποιείται διαρκώς: πρόκειται για την επιμήκυνση αποπληρωμής και τη σταθεροποίηση των ήδη χαμηλών επιτοκίων. Σε αυτά προστίθενται ως αιτήματα προς συζήτησιν το μορατόριουμ αποπληρωμής τόκων για ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της αποπληρωμής με μια ρήτρα ανάπτυξης, και το μερικό κούρεμα. Ρύθμιση θα γίνει· κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η παρούσα Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί το γιγάντιο χρέος της υπερφορολογώντας τους πολίτες και παράγοντας πλεονάσματα πάνω σε έδαφος ύφεσης, ανεργίας και αποεπένδυσης. Το ζήτημα είναι λοιπόν τι είδους ρύθμιση χρέους θα γίνει ώστε να επιτραπεί στην Ελλάδα να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Εδώ, υπεισέρχεται ο δεύτερος όρος: πώς θα συνυπάρξουν δημοσιονομική πειθαρχία και ανάπτυξη.

Η καγκελάριος Μέρκελ διακριτικά, αλλά και πολλοί άλλοι παράγοντες πιο ανοιχτά, αναγνωρίζουν ότι χρειάζεται επειγόντως ένα αναπτυξιακό σοκ για να αποκολληθεί η οικονομία από το υφεσιακό τέλμα, αφενός, και για να ξαναβρεί συνοχή και δυνάμεις η κοινωνία. Αυτό είναι το κλειδί. Κι εδώ ξαναμπαίνει η πολιτική βούληση και το πολιτικό σχέδιο. Με ποιους πόρους, ποια στρατηγική, προς ποία κατεύθυνση, με ποια ηγεσία, θα επιχειρηθεί η ανασυγκρότηση της πληγωμένης χώρας;

Η γερμανική πρόταση για ανάπτυξη έως τώρα ήταν η συμμετοχή της κρατικής KfW στη δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, με έδρα το Λουξεμβούργο. H KfW συμμετέχει με 100 εκατ. ευρώ στο συνολικό κεφάλιο των 700 εκατ. του ταμείου… Αλλοι συμμέτοχοι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το γαλλικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η Ευρωπαϊκή Τραπεζα Επενδύσεων, το Ιδρυμα Ωνάση, ενώ προβέλεπται η εισροή κονδυλίων από τα ελληνικά ΕΣΠΑ. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του ΕΕΤ αναφέρουμε ότι το ΕΤΕΑΝ (Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης) διαθέτει κεφάλαια 1 δισ. ευρώ και έχει διαθέσει ήδη 700 εκατ. χωρίς να έχει ανασχέσει τη ραγδαία καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αλλοι ουδέτεροι αναλυτές υπολογίζουν ότι για το ελληνικό αναπτυξιακό σοκ απαιτούνται συνολικά κεφάλαια έως 50-60 δισ., σχηματιζόμενα από αρχικές συνεισφορές και μοχλεύσεις κεφαλαίων.

Με λίγα λόγια: Ποιος θα είναι υπεύθυνος για τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι πολιτικό ερώτημα, που απαιτεί πολιτική απάντηση, δημοκρατική λειτουργία, προσήλωση στο εθνικό συμφέρον. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί η πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, είτε προς την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη είτε προς πολλαπλές αποκλίσεις και αποκλεισμούς.

3 Σχόλια
  • L’Enfant de la Haute Mer
    REPLY

    Η ανατομία του τρίτου Μνημονίου

    Πηγή: Γιάννης Βαρουφάκης – «Hot Doc»

    Ο Γκίκας Χαρδούβελης ήταν σαφής: «Τρίτο Μνημόνιο δεν υπογράφουμε!». Τον πιστεύω. Ο κ. Χαρδούβελης έχει δίκιο σε ένα πράγμα.
    Η ελληνική κυβέρνηση δεν θα υπογράψει τρίτο Μνημόνιο. Το τρίτο Μνημόνιο, που είναι αναπόφευκτο, θα το πουν κάπως αλλιώς, μόνο και μόνο επειδή π λέξη Μνημόνιο είναι πλέον επικοινωνιακά δηλητηριώδης. Μην ξεχνάμε ότι από την αρχή της κρίσης το 2010, η Ευρώπη έχει δείξει μεγάλες ικανότητες στην παραγωγή ευφημισμών:

    Την πτώχευση του ελληνικού δημοσίου την ονόμασαν «διάσωση». Την παταγώδη αποτυχία του πρώτου Μνημονίου την είπαν «υστέρησα». Το «κούρεμα» που ξόρκιζαν τόσο καιρό, όταν πλέον έπρεπε να το κάνουν την άνοιξη του 2012 το ονόμασαν «Συμμετοχή του Ιδιωτικού Τομέα» ή PSI. Την παραλίγο διάλυσπ του ευρώ το καλοκαίρι του 2012 ο Μάριο Ντράγκι την ονόμασε «κίνδυνο επαναπροσδιορισμού».
    Όταν έπρεπε να κάνουν δεύτερο «κούρεμα» μέσα στην ίδια χρονιά, στο 2012, το ονόμασαν «επαναγορά χρέους».

    Στο τρίτο Μνημόνιο θα κολλήσουν; Το έχουν σε τίποτα να το ονομάσουν «Συμφωνία Τερματισμού των Μνημονίων»; Όχι βέβαια. Όπως όμως και να το ονομάσουν, το τρίτο Μνημόνιο θα έρθει, καθώς η ελληνική κοινωνική οικονομία παραμένει βαθιά πτωχευμένη, ενώ τράπεζες, κράτος και ιδιωτικός τομέας σε μόνιμο, βαθύ εναγκαλισμό, βουλιάζουν στο τέλμα τπς χρεοκοπίας.

    Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Το δεύτερο Μνημόνιο άρχισε να προετοιμάζεται μερικούς μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, καθώς ήταν γνωστό στους σχεδιαστές του πως το πρώτο Μνημόνιο ήταν θνησιγενές.
    Βέβαια, για να συζητηθεί επισήμως, να δημιουργηθούν οι «κατάλληλες» πολιτικές ισορροπίες εντός και εκτός της Ελλάδας, και να υπογραφεί, πέρασαν σχεδόν 18 μήνες.

    Το τρίτο Μνημόνιο μπήκε στο σχεδιαστήριο μερικές μόνο ημέρες μετά την υπογραφή του δεύτερου, για τους ίδιους λόγους: τα νούμερα και οι παραδοχές του εξόκείλαν σχεδόν την ίδια μέρα που ανακοινώθηκαν.

    Όπως όμως και στην περίπτωση του δεύτερου Μνημονίου, που καθυστέρησε 18 μήνες να επισημοποιηθεί, έτσι και στην περίπτωση του τρίτου υπάρχει πιθανότητα όχι μόνο να περάσει ένα μακρύ χρονικό διάστημα μέχρι την πλήρη ανάπτυξη και εφαρμογή του αλλά, πολύ χειρότερα, μπορεί να μην ανακοινωθεί ποτέ. Γι’ αυτό το ονομάζω «κρυφό» Μνημόνιο.

    Ο θεμέλιος λίθος του τρίτου Μνημονίου

    Αρχικά, η αυτόματη αποτυχία του δεύτερου Μνημονίου αντιμετωπίστηκε «πυροσβεστικά», με την «επαναγορά χρέους», ένα δεύτερο PSI που αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τις ελληνικές τράπεζες. Ουσιαστικά, μετέφεραν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κάποια από τα δανεικά (από την Ευρώπη) κεφάλαια που είχε τάξει ο φορολογούμενος στους τραπεζίτες (μειώνοντας τα κεφάλαιά τους κατά αρκετά δισεκατομμύρια), ώστε να συνεχίζονται οι αποπληρωμές των δανεικών του κράτους και το μερικό κλείσιμο κάποιων άλλων από τις μαύρες τρύπες του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

    Παράλληλα, μειώθηκαν λίγο τα επιτόκια του πρώτου Μνημονίου, η ΕΚΤ επέστρεψε ένα ποσοστό των χρημάτων που έλαβε για τα ελληνικά ομόλογα, αυξήθηκαν (κάνοντας τα κλειστά μάτια στις
    παρατυπίες) τα χρήματα από το ΕΣΠΑ και, βεβαίως, εντάθηκε η φοροεπιδρομή στα ακίνητα, στα φυσικά πρόσωπα και στους μικροεπιχείρηματίες. Έτσι, τα πράγματα μπαλώθηκαν για λίγο.

    Μετά όμως την «επαναγορά χρέους», οι τράπεζες βρέθηκαν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση (για λόγους που το προηγούμενο κεφάλαιο εξήγησε εκτενώς) την ώρα που το δημόσιο, παρά τις πιο πάνω κινήσεις απελπισίας, παρέμενε πτωχευμένο.

    Το μόνο «δώρο» που είχε να προσφέρει η πολιτική ηγεσία στους τραπεζίτες (αφού τους «κούρεψε» μια δεύτερη φορά σε ένα χρόνο) ήταν το να προσποιούνται όλοι μαζί πως οι τράπεζες έχουν «κεφαλαιακή επάρκεια» μετά τα 40 δισ. που έλαβαν από το δεύτερο Μνημόνιο – κάτι που, όπως θα δούμε, δεν ίσχυε καθώς οι τράπεζες συνέχιζαν, σε όλο το 2013, να λαμβάνουν από την ΕΚΤ δεκάδες δισ. ρευστού κάτω από το τραπέζι, με την εγγύηση του έλληνα πολίτη (χωρίς βέβαια αυτός ο πολίτης ούτε καν να πληροφορείται για αυτή του τη… γενναιοδωρία).

    Κι όλα αυτά σε μια εποχή που, για το Βερολίνο και την Αθήνα, προείχε η πολιτική επιβίωση εν όψει ευρωεκλογών, κάτι που απαιτούσε αν όχι την περιθωριοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ τουλάχιστον την
    περιχαράκωσή του. Πώς αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν αυτό το διττό πρόβλημα του συνεχιζόμενου δηλητηριώδους τάγκο μεταξύ ενός πτωχευμένου δημοσίου και ενός βαθιά πτωχευμένου τραπεζικού
    συστήματος; Με την δημιουργία μιας νέας φούσκας τραπεζικών «αξιών» (π.χ. μετοχών) και κρατικών ομολόγων, είναι η θλιβερή απάντηση.

    Αυτή η νέα φούσκα, που έλαβε τη μορφή ενός κερδοσκοπικού μπαράζ για τα warrants των τραπεζών (το φθινόπωρο του 2013, με την συμμετοχή των αρπακτικών hedge funds τύπου John Paulson) και της «επιστροφής του δημοσίου στις αγορές», τον Απρίλιο του 2014 ήταν ο θεμέλιος λίθος του τρίτου, κρυφού Μνημονίου, το οποίο θα βρεθεί σε πλήρη ανάπτυξη μετά το φθινόπωρο του 2014, ίσως μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές του 2015.
    Το τρίτο, κρυφό, Μνημόνιο θα έχει πέντε βασικά χαρακτηριστικά:

    Πρώτον, δεν θα ονομαστεί Μνημόνιο, για λόγους καθαρά «επικοινωνιακούς» (προπαγανδιστικούς).

    Δεύτερον, δεν θα βασίζεται τόσο σε νέα δάνεια από το EFSF-ESM (όπως το δεύτερο Μνημόνιο)
    αλλά σε χρήματα που θα αντληθούν, με εκδόσεις ομολόγων, από τις αγορές οι οποίες θα δεχθούν (αντίθετα με αυτό που έκαναν την περίοδο 2010-2013) να δανείσουν το βαθιά πτωχευμένο ελληνικό δημόσιο, εφόσον τους εγγυάται, έστω και σιωπηλά, η ΕΚΤ ότι αυτά τα νέα δάνεια (και μόνο αυτά) θα αποπληρωθούν από την ίδια την ΕΚΤ, αν χρειαστεί (στο πλαίσιο της λογικής του προγράμματος ΟΜΤ που ανακοίνωσε ο Μάριο Ντράγκι το καλοκαίρι του 2012).

    Τρίτον, η τρόικα θα αντικατασταθεί από νέα «εποπτική» αρχή, αμιγώς ευρωπαϊκή, καθώς το ΔΝΤ κάνει ό,τι μπορεί για να απομακρυνθεί από τα ευρωζωνικά Μνημόνια.

    Τέταρτον, αντί για «κούρεμα» το τρίγωνο Βερολίνου-Φρανκφούρτης-Βρυξελλών θα προσπαθήσει να «καθαρίσει», όσον αφορά το ελληνικό δημόσιο χρέος, με μια μακρά επιμήκυνση των αποπληρωμών
    που θα καταστήσουν το ελληνικό κράτος απόλυτα δεσμευμένο στην βούληση του «τριγώνου» για τα επόμενα 50 χρόνια.

    Πέμπτον, το πρόβλημα των πτωχευμένων τραπεζών θα αντιμετωπιστεί με τη στρατηγική των «στραβών ματιών», δηλαδή κάνοντας ότι δεν βλέπουν ότι παραμένουν χρεοκοπημένες και ανίκανες να λειτουργήσουν ως πιστωτικά ιδρύματα (που δανείζουν και δανείζονται κανονικά).Έτσι, δεν θα παραδεχθούν ότι οι τράπεζες χρειάζονται νέα κεφάλαια, οι τραπεζίτες θα παραμείνουν κυρίαρχοι των -στο διηνεκές- πτωχευμένων τραπεζών και του πολιτικού συστήματος της Νέας Διαπλοκής, η τραπεζική πίστη θα παραμείνει ανύπαρκτη και ο ιδιωτικός τομέας θα βρίσκεται για πολλά χρόνια ακόμα μεταξύ της Σκύλλας των φοροεπιδρομών ενός πτωχευμένου κράτους και της Χάρυβδης ενός πτωχευμένου τραπεζικού συστήματος που δεν τον δανείζει.

Leave a Reply

Your email address will not be published.